Μπορεί να το έχετε ακούσει κι εσείς: «αυτή η τουριστική ανάπτυξη» δεν είναι σωστή. Οι μαγαζάτορες λένε πως «οι ξένοι δε βγαίνουν να ξοδέψουν» και τους φταίνε οι ξενοδόχοι, ενώ οι ξενοδόχοι λένε πως οι πελάτες πάνε όλο στα μίνι μάρκετ και τα fast-food.

Οι πράκτορες λένε πως τα ξενοδοχεία και τα μαγαζιά είναι πολύ ακριβά για αυτό που πουλάνε. Κι από την άλλη: παράπονα για τους Άγγλους («πίνουν»), παράπονα για τους Ρώσους («σνομπάρουν»), παράπονα για τους Ισραηλίτες («παζαρεύουν»), παράπονα για τα «βραχιολάκια» (all-inclusive) και πάει λέγοντας.

Κυκλοφορεί μία εμμονή πως οι ξένοι οφείλουν να είναι «ποιοτικοί», οπότε κι εγώ με τη σειρά μου σας ρωτώ: πιστεύετε εσείς πως η Ελλάδα προσφέρει πραγματικά αυτήν την ποιότητα παντού; Διότι, αν η Ελλάδα και οι Έλληνες είμαστε μία χώρα πεντακάθαρη, οργανωμένη, χτισμένη με ομορφιά και γούστο, με άψογα προϊόντα και υπηρεσίες, τότε ναι, να χρεώνουμε αντιστοίχως.

Για να μην υπάρξει παρεξήγηση: εδώ δε μιλάμε απαραίτητα για πολυτέλεια, αλλά μιλάμε σίγουρα για τιμιότητα και αξιοπρέπεια, για σεβασμό του ξένου επισκέπτη. Δεν έχει τόσο σημασία αν έχεις πέντε αστέρια ή δύο αστέρια, φτάνει να τα τιμάς και να είσαι γνήσιος.

Σίγουρα υπάρχουν νησίδες ποιότητας, αλλά ακόμη κι εμείς οι ίδιοι γκρινιάζουμε συνεχώς, οπότε μη ζητάμε τώρα και τα ρέστα. Από τους προγόνους μας μάθαμε πως ο ξένος είναι ένα ιερό πρόσωπο, και πως αποτελεί ύβρη να επιμένουμε πως οφείλουν να έρχονται μόνον οι καλύτεροι.

Εν τέλει, σε εμάς επαφίεται να γίνουμε ο προορισμός των ξένων χρημάτων που θέλουμε να εισπράξουμε, των ποιοτικών επενδύσεων και των ποιοτικών τουριστών. Είναι πάντοτε δίκαιο να εισπράττουμε όσα ακριβώς πραγματικά αξίζουμε.

Φώτης Κοκοτός
Επιχειρηματίας του Τουρισμού και των Κατασκευών.
Κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MSc) Μηχανικού Περιβάλλοντος