Οι Σύλλογοι Αρχιτεκτόνων Κρήτης στο πλαίσιο του ενδιαφέροντος τους για την εύρυθμη λειτουργία της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης ως ζωτικού συστατικού στοιχείου της πόλης των Χανίων αλλά και ολόκληρης της Κρήτης, πραγματοποίησε συναντήσεις με την Πρυτανεία του Ιδρύματος καθώς και με το Σύλλογο Φοιτητών/Φοιτητριών της Αρχιτεκτονικής, κατά τη διάρκεια των οποίων συζητήθηκε εκτενώς το θέμα της μετεγκατάστασης της Σχολής, οπότε και εκδίδουν την ακόλουθη ανακοίνωση:

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, παρακολουθούμε πλήθος δημοσιευμάτων στον τοπικό τύπο, αναφορικά με τη μετεγκατάσταση της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης (Π.Κ.), από το κτίριο της Γαλλικής Σχολής στη Χαλέπα, στο κτιριακό σύμπλεγμα του Π.Κ. στην Πολυτεχνειούπολη.

Η λειτουργία της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, αλλά και των υπόλοιπων Σχολών ενός Πολυτεχνικού Ιδρύματος, συμβάλλουν καθοριστικά στην ποιοτική αναβάθμιση της πόλης στην οποία εδρεύουν, παράγοντας πολλαπλά οφέλη για την τοπική και όχι μόνο, κοινωνία.

Υπάρχει όμως μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ του Τμήματος Αρχιτεκτόνων και των υπόλοιπων Τμημάτων αναφορικά με την ουσία του τρόπου λειτουργίας, η οποία απορρέει από τον αντικειμενικό στόχο των σπουδών αρχιτεκτονικής:

Την άμεση επαφή των σπουδαστών, με το δομημένο περιβάλλον ενός αστικού ιστού. Δεδομένου ότι ο ρόλος του αρχιτέκτονα είναι πρωτίστως κοινωνικός και ο παραγόμενος δομημένος χώρος και η κοινωνία είναι στοιχεία άμεσα συνδεδεμένα, οι σπουδαστές οφείλουν να συμμετέχουν και να παρεμβαίνουν στη λειτουργία του αστικού ιστού.

Η σχέση αυτή, συντελεί καθοριστικά στον τρόπο διδασκαλίας των μαθημάτων, στην αντίληψη που επιβάλλεται να αποκτήσουν οι σπουδαστές για το δομημένο περιβάλλον και τους τρόπους που αυτό σχετίζεται - καθοριστικά κατά την άποψή μας - με τη διαμόρφωση συνθηκών διαβίωσης.

Επιπρόσθετα, η λειτουργία των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων θα πρέπει να είναι ουσιαστική, με στόχο την ολοκληρωμένη επιστημονική κατάρτιση των σπουδαστών και την αναζήτηση - βελτίωση των συνθηκών εργασίας, εντός και εκτός του πλαισίου δράσης τους.

Έτσι, για την ομαλή λειτουργία της Σχολής Αρχιτεκτόνων, επιβάλλεται να εξευρεθεί άμεσα μια προσωρινή λύση που θα μπορέσει να καλύψει τις βασικές ανάγκες του Τμήματος, εξασφαλίζοντας κατ’ ελάχιστο, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας για τους καθηγητές και φοίτησης - στέγασης για τους σπουδαστές, χωρίς όμως παράλληλα να εγκαταλειφθούν οι προσπάθειες εξεύρεσης μιας μόνιμης λύσης.

Και στις δυο αυτές περιπτώσεις, πεποίθησή μας είναι, ότι η λύση που θα επιλεγεί για την οριστική ή/και προσωρινή μετεγκατάσταση της Σχολής, θα πρέπει να εξασφαλίζει τη διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων, εντός του αστικού ιστού της πόλης των Χανίων, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Κατανοούμε ότι η δύσκολη οικονομική συγκυρία που διανύουμε επιβάλλει περιοριστικούς όρους σε όλα τα επίπεδα και συστατικά ζωής σε μια πόλη, πόσο δε μάλλον στη λειτουργία των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων και των Σχολών τους.

Πιστεύουμε όμως, ότι όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές θα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια έτσι ώστε να διατηρηθούν οι βασικές λειτουργικές ανάγκες των Τμημάτων του Π.Κ. χωρίς να μετατραπούν σε πεδία εκπλήρωσης προσωπικών φιλοδοξιών και χωρίς να διαταραχθεί η συνοχή του Ιδρύματος.

Υπογραμμίζουμε προς κάθε κατεύθυνση, την ανάγκη διαφύλαξης της ορθής λειτουργίας της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών αλλά και του Κέντρου Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου, το οποίο θα έπρεπε να δρα συμπληρωματικά και παραπληρωματικά αυτής. Η συμμετοχή αμφότερων, στις ταχύτατες εξελίξεις που σχετίζονται με την πορεία της αρχιτεκτονικής ως επιστήμης αλλά και με τις μεταβολές που υφίσταται το ήδη φορτισμένο οικιστικό περιβάλλον, είναι επιβεβλημένη.