Στα πιο χαμηλά επίπεδα ιστορικά μέχρι σήμερα βρέθηκε τον Ιούλιο ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, καταγράφοντας μείωση 0,7% έναντι μείωσης 0,4% που είχε σημειώσει τον Ιούνιο. Κι αυτό παρά τις αυξήσεις σε βασικά είδη διατροφής και ενεργειακά προϊόντα.

Τα στοιχεία που αναφέρονται σε ερώτηση του Βουλευτή Ηρακλείου της Ν.Δ. Λευτέρη Αυγενάκη, που ερωτά τους συναρμόδιους υπουργούς σε ποιες ενέργειες προτίθενται να προβούν, προκειμένου να τονωθεί η αγορά, διορθώνοντας στρεβλώσεις της αγοράς και ενισχύοντας τον ανταγωνισμό για φθηνότερα προϊόντα και υπηρεσίες και ειδικότερα στα τρόφιμα και την ενέργεια. Κι αυτό διότι, όπως λέει, «ο παρατεταμένος πληθωρισμός δε φέρνει κέρδη στις επιχειρήσεις που συμπιέζουν κατά πολύ το περιθώριο κέρδους τους, αλλά συνιστά απειλή καθώς αντανακλά την κατάρρευση της ζήτησης».

Αναλυτικότερα και σύμφωνα με το βουλευτή, σε μέσα επίπεδα έτους, μετά και το αποτέλεσμα του Ιουλίου, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή διαμορφώνεται στο 0,25%, τη στιγμή που τόσο η Ε.Ε. όσο και το Δ.Ν.Τ. αναμένουν το μέσο ετήσιο ΔτΚ στο 0,8% για το 2013. Το παραπάνω σημαίνει ότι για τους επόμενους πέντε μήνες θα πρέπει να αναμένουμε αποκλιμάκωση του γενικού δείκτη, με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς, ώστε να προσεγγίσει, αν όχι να επιτύχει, τον ετήσιο στόχο.

«Στις εκθέσεις τους για την πορεία υλοποίησης του ελληνικού μνημονίου», συνεχίζει ο Λ. Αυγενάκης, «οι δύο διεθνείς οργανισμοί έχουν εκφράσει κατ' επανάληψη τον προβληματισμό τους για το γεγονός ότι οι μεγάλες μειώσεις που έχουν γίνει στους μισθούς δημόσιου και ιδιωτικού τομέα δεν ακολουθούνται και από μειώσεις τιμών στα προϊόντα και τις υπηρεσίες».

Παρά το αρνητικό πρόσημο του γενικού δείκτη για πέμπτο συνεχή μήνα , η Ελληνική Στατιστική Αρχή καταγράφει για άλλο ένα μήνα αυξήσεις σε βασικές κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών, τη στιγμή που το εισόδημα των νοικοκυριών βαίνει συνεχώς μειούμενο, περιορίζοντας ακόμα περισσότερο την αγοραστική δυνατότητα των καταναλωτών.

Όπως επισημαίνει ο Λ. Αυγενάκης στο έγγραφό του: «Δεδομένης της αλληλένδετης σχέσης μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, το αναμενόμενο θα ήταν οι τιμές να υποχωρούν με ανάλογο ρυθμό. Εντούτοις οι τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με την οικονομική ευρωστία των πολιτών».

Οι αιτίες για την «ακαμψία» της ακρίβειας αποδίδονται σε διάφορες παραμέτρους. Οι υψηλές τιμές αποδίδονται στις αντίστοιχα υψηλές τιμές προμήθειας των προϊόντων σε, στο αυξημένο λειτουργικό κόστος από τις αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ και άλλων ΔΕΚΟ, στις υψηλές τιμές πετρελαίου, στις φορολογικές επιβαρύνσεις, καθώς και στην αδυναμία χορήγησης πιστώσεων από τους προμηθευτές. Στα ανωτέρω συγκαταλέγονται οι αυξημένες τιμές στις πρώτες ύλες κυρίως των εισαγόμενων προϊόντων, η επιβάρυνση των συντελεστών του ΦΠΑ που δεν δύναται πάντα να απορροφούνται, αλλά και οι γενικότερες στρεβλώσεις ανταγωνισμού που υπάρχουν στην αγορά, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις δημιουργούν ακόμα και συνθήκες ολιγοπωλίου.