Μετρημένοι κάτοικοι στα Χάρκια, κοντά στο μοναστήρι του Αρκαδίου είναι 37, και από αυτούς μόνο… ένας είναι νέος στα 26 του και απασχολείται στις «δουλειές του χωριού».

Και πού να πάει ψάχνοντας, μέσα σ’ αυτό το μαύρο περιβάλλον των μνημονίων; Ο οικισμός δεν έχει πια τη δυναμική του, ο πληθυσμός μειώθηκε και οι άνθρωποι μέσα στη μοναξιά τους νιώθουν να βρίσκονται στην εγκατάλειψη.



χάρκια σπίτια ερημιά κόσμος άνθρωποι πανταγιάς











Από τους λίγους που έμειναν ο Κώστας και η Αγγελική Πανταγιά

Για τον βασανισμένο, όμως, φαμελίτη Κώστα Πανταγιά με τα έξι παιδιά, που όλα… σκόρπισαν στο Ηράκλειο, στην επαρχία Αμαρίου και στο ανατολικό Ρέθυμνο και μόνο ένα έμεινε στο χωριό, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα και ο ίδιος «έρχεται μέρα που δε βλέπει άνθρωπο».

Πράγματι, πολλές φορές μοιάζει να είναι «ενός άλλου Θεού», δε διαμαρτύρεται, γιατί είναι της υπομονής! Σκέφτεται ότι πέρασε και πιο μεγάλες μπόρες, όμως, «τότε είχα παρηγοριά γιατί όλοι ήμασταν το ίδιο».

Οι λιγοστοί που απόμειναν, πολλοί από τους οποίους είναι Πανταγιάδες, κάνουν αυτό που έμαθαν από παιδιά και «τρεις με τέσσερις έχουν ο καθένας από δέκα έως εβδομήντα πρόβατα».

χάρκια σπίτια ερημιά κόσμος άνθρωποι πανταγιάς











Κάθε μέρα βρίσκεται στο χωριό του από το Ρέθυμνο ο Σπύρος Πανταγιάς

Τα πράγματα ήλθαν άνω-κάτω και η κτηνοτροφία που τα χρόνια ακμής της ζούσε με ευχέρεια μια ολόκληρη κοινωνία, σήμερα αδυνάτισε και περιορίστηκε και ήλθε, δυστυχώς, ο καιρός, που οι κάτοικοι του χωριού της περίφημης «χαρκιανής μυζήθρας», έφτασαν να… αγοράζουν τη μυζήθρα!

«Δεν περίμενα να φτάναμε εδώ που φτάσαμε», λέει με απογοήτευση ο κ. Πανταγιάς. «Το χωριό, τα προηγούμενα χρόνια είχε ζωή και τώρα δεν έχομε λεφτά ούτε να αγοράσουμε λιπάσματα που έχουν πάει στα ύψη. Πώς να καλλιεργήσομε που είναι η ακρίβεια και μας πήραν και τα χρόνια; Με 340 ευρώ σύνταξη πώς να ζήσομε; Φυτεύαμε τα περιβόλια στους Ποταμούς και βγάζαμε λεφτά, αλλά από τότε που έγινε το φράγμα το νερό είναι πανάκριβο και δε συμφέρει, άσε που χάθηκε κιόλας!»

Αφαντοι οι βουλευτές

Στον ξερότοπο στα Χάρκια οι άνθρωποι βιώνουν την εγκατάλειψη και φαίνεται πως ήταν γραφτό τους! Τους ξέχασαν και οι βουλευτές και οι αιρετοί που «τους έδωσαν καρέκλες».

 Το νερό που χρησιμοποιούν είναι ακατάλληλο για πόση και υποχρεώνονται να ξεδιψάνε με εμφιαλωμένα τώρα και είκοσι χρόνια.

Πριν, το πρόβλημα αντιμετωπίζονταν από τα πηγάδια, αλλά από τότε που δημιουργήθηκαν «οι βόθροι στα σπίτια, το νερό μολύνθηκε» και κρίθηκε ακατάλληλο για κατανάλωση.

Γι'αυτό «εξ ανάγκης και νόμου» στράφηκαν στα εμφιαλωμένα!

Ο συνταξιούχος αστυνομικός Σπύρος Πανταγιάς είναι εγκατεστημένος οικογενειακώς στην πόλη του Ρεθύμνου, όμως καθημερινά βρίσκεται στο χωριό του. Θα μείνει σχεδόν ολόκληρη τη μέρα και θα επιστρέψει το απόγευμα ή το βράδυ.

Ο ίδιος «βλέπει» πως εδώ δεν υπάρχει μέλλον, όπως εξελίσσονται τα πράγματα και γι'αυτό προβλέπει ότι «άμα φύγει η δική μας γενιά τα Χάρκια θα τελειώσουν».

Τα περιθώρια επιστροφής είναι ελάχιστα, όπως δεν φαίνονται και προοπτικές ανάπτυξης και ζωής στο χωριό που έχει μπει ήδη σε τροχιά κατάρρευσης.

Τους χειμώνες η εικόνα είναι απογοητευτική, αφού οι μετρημένοι άνθρωποι δεν κυκλοφορούν, το καφενείο έκλεισε τώρα και χρόνια, και τα πράγματα αλλάζουν μόνο τους μήνες του καλοκαιριού που εκπληρώνουν το… τάμα τους οι απόδημοι και θα βρεθούν στην εορτή της προστάτιδας τους Αγίας Άννας, στο μεγάλο πανηγύρι.

Ο Ηρακλής Φοβάκης που ζει στην Αθήνα, αλλά βρίσκεται στη γενέτειρά του τα καλοκαίρια, εξομολογείται ότι «εάν είχε χρόνια θα επέστρεφε».

Έφυγε στην πρωτεύουσα το 1954 για να αλλάξει τη ζωή του: «Δούλεψα στην οικοδομή ως ελαιοχρωματιστής, είχα πολλή δουλειά και μέχρι που ζούσαν οι γονείς μου κατέβαινα για μια βδομάδα.

Μετά που έφυγαν τα πάντα άρχισαν να ρημάζουν. Συνηθίζω πάντα τα τελευταία χρόνια να είμαι στα Χάρκια στην εορτή της Αγίας Άννας.

Αν και πλησιάζω τα 80 μου χρόνια έχω την πεποίθηση ότι στο χωριό θα γυρίσει ο κόσμος. Εγώ, αν είχα χρόνια, θα ερχόμουνα για μόνιμη εγκατάσταση…»

madeincreta.gr