Πού έχει φθάσει η φτώχεια στην Ελλάδα; Είναι δυνατόν τα επίσημα στοιχεία να δείχνουν 25%, όταν η ανεργία μόνον έχει ανέλθει στο 28%;

Είναι σωστός ο τρόπος μέτρησης της φτώχειας διεθνώς όταν λογαριάζει ως φτωχό οποιονδήποτε έχει εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος (δηλαδή του εισοδήματος αυτού που βρίσκεται ακριβώς στη μεσαία εισοδηματικά θέση όλου του πληθυσμού· για παράδειγμα στους 1.000 ανθρώπους λογαριάζει ως όριο φτώχειας το 60% του εισοδήματος αυτού που βρίσκεται στην 500ή κατάταξη), που πάντα είναι πολύ χαμηλότερο του μέσου όρου, καθώς όλος ο πλούτος συγκεντρώνεται στα υψηλά εισοδηματικά κλιμάκια;

Αν φτωχαίνουν τα 9/10 της κοινωνίας, τότε το διάμεσο εισόδημα μειώνεται πολύ και το όριο της φτώχειας υποχωρεί επίσης πολύ μαζί του, αδυνατώντας να περιλάβει την πραγματική έκταση της φτώχειας. Με αυτή την κατρακύλα, όπως θα αποδείξουμε, σήμερα 45%-46% του πληθυσμού είναι φτωχοί.

ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ του έτους με έρευνα της «Κ.Ε.» είχαμε καταδείξει πως τρία χρόνια μετά την εφαρμογή των Μνημονίων όλοι οι δείκτες κοινωνικής προστασίας εμφάνιζαν κατακόρυφη πτώση. Η μαζική ανεργία, οι αλλεπάλληλες μειώσεις των μισθών, η υποβάθμιση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και η άγρια περιστολή των κοινωνικών παροχών έχουν οδηγήσει μεγάλα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας στην εξαθλίωση. Ομως δεν είχαμε κι εξακολουθούμε να μην έχουμε μία επίσημη σύγχρονη μέτρηση της φτώχειας στη χώρα, αφού τα στοιχεία της Eurostat αναφέρονται στο 2011 και από τότε έως σήμερα το πρόσωπο της ελληνικής κοινωνίας έχει δραματικά αλλάξει. Αν, λοιπόν, το 2011 το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού που βρίσκεται στο όριο ή κάτω από το όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, αδυνατώντας να ικανοποιήσει επαρκώς βασικές του ανάγκες, ανερχόταν στο 31% και μετά την αφαίρεση των κοινωνικών παροχών στο περίπου 25% (έναντι 19% το 2007), πού έχει άραγε αναρριχηθεί σήμερα;

Θα μπορούσε βεβαίως κανείς να εκτιμήσει τους ρυθμούς μεταβολής του ποσοστού φτώχειας της περιόδου 2007-2011 και με προβολή να υπολογίσει την εξέλιξή του το 2013, υπολογισμός που θα έδινε περίπου 29%. Ομως θα ήταν μία εσφαλμένη προσέγγιση δεδομένου ότι η περίοδος 2011-2013 είναι ποιοτικά διαφορετική καθώς περιλαμβάνει τον πιο σκληρό πυρήνα εφαρμογής του Μνημονίου, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται από πολλαπλάσια μείωση του ΑΕΠ και του κόστους εργασίας της χώρας, παράλληλα με διόγκωση των φορολογικών βαρών συγκριτικά με την προηγούμενη περίοδο.

enet.gr