Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε στις 8 Αυγούστου τη μείωση των φετινών αλιευτικών ποσοστώσεων για τις χώρες που υπερέβησαν το 2012 τις ποσότητες που είχαν καθορίσει γι’ αυτές οι Βρυξέλλες. Τη μεγαλύτερη μείωση -άνω του 50%υπέστησαν η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Γαλλία, καθώς είχαν προβεί στην υπεραλίευση των ίδιων ειδών για τρία συνεχόμενα χρόνια στις ίδιες περιοχές.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, το 65-70% των εμπορικών ειδών στην Ελλάδα βρίσκεται εκτός ασφαλών βιολογικών ορίων. Η ετήσια εθνική αλιευτική παραγωγή έχει μειωθεί μεταξύ του 2000 και του 2010 κατά σχεδόν 30%. Η συρρίκνωση των ιχθυοαποθεμάτων, εκτός των περιβαλλοντικών επιπτώσεων συνεπάγεται μικρότερο εισόδημα και υψηλότερο κόστος για τους αλιείς.

Oικολογικές οργανώσεις, όπως η Greenpeace θεωρούν ότι η βασική ευθύνη για τη δραματική αυτή επιδείνωση ανήκει στη βιομηχανική αλιεία – τις μηχανότρατες και τα γρι γρι, που αποτελούν μόλις το 5% του αλιευτικού στόλου της χώρας (γύρω στα 700 σκάφη) αλλά καρπώνονται το 58% της εγχώριας παραγωγής. «Η υπεραλίευση πλήττει ιδιαίτερα τα κυριότερα αλιεύματα της μηχανότρατας: κουτσομούρα, μπακαλιάρος, γάμπαρη, γαρίδα, καραβίδα» δηλώνει στην «Κ» η Αντζελα Λάζου-Dean, υπεύθυνη εκστρατείας της Greenpeace. Οπως εξηγεί, «το 45% της ψαριάς της μηχανότρατας δεν φτάνει ποτέ στις ψαραγορές. Ετσι, οργανισμοί όπως ο γόνος (που η αλιεία του είναι παράνομη), ψάρια που δεν είναι γνωστά στους καταναλωτές (π.χ. καπόνι, γουρλομάτης) και άλλοι θαλάσσιοι οργανισμοί όπως κοράλλια, πετιούνται πίσω αμέσως μετά την αλίευσή τους. Αυτό σημαίνει ότι, κάθε χρόνο, κατά την αλιευτική περίοδο της μηχανότρατας (Οκτώβριος - Μάιος), περίπου 15.000 τόνοι ψάρια πετιούνται στη θάλασσα νεκρά».

Ωστόσο, υπάρχουν και ελπιδοφόρα σημάδια στον ορίζοντα. «Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι παράκτιοι ψαράδες οργανώνονται και διεκδικούν καλύτερα μέτρα για την αλιεία», σημειώνει η κ. Λάζου, αναφερόμενη στο υπόλοιπο 95% του ελληνικού αλιευτικού στόλου. Η κίνηση αυτή μάλιστα έχει λάβει πανευρωπαϊκές διαστάσεις, οδηγώντας πέρυσι τον Νοέμβριο σε συνέδριο και κοινή διακήρυξη των παράκτιων αλιέων της Ευρώπης, στην οποία δήλωναν ότι «σε αντίθεση με τα μεγάλα σκάφη της αλιευτικής βιομηχανίας, δεν έχουμε τη δυνατότητα να διανύσουμε μεγάλες αποστάσεις σε αναζήτηση νέων αλιευτικών πεδίων λόγω της υπεραλίευσης. Το επάγγελμά μας απειλείται από την ανθρώπινη πίεση στις παράκτιες περιοχές, όπως η μη βιώσιμη αλιεία και η αλλαγή των θαλάσσιων οικοσυστημάτων».

Οι παράκτιοι αλιείς ένωσαν τη φωνή τους με όσους προσπαθούσαν να μετατρέψουν τη μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) της Ε.Ε. σε σημείο καμπής στη μάχη για την επιστροφή σε βιώσιμα επίπεδα αλιείας. Η διαδικασία των διαβουλεύσεων είχε ξεκινήσει από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, με σταθμό τις προτάσεις της Κομισιόν το καλοκαίρι του 2011. Η νέα ΚΑΠ συμφωνήθηκε μεταξύ του Συμβουλίου των υπουργών Αλιείας και του Ευρωκοινοβουλίου τον περασμένο Μάιο. Περιλαμβάνει ουσιώδη μέτρα για την αποκατάσταση των ιχθυοαποθεμάτων, όπως το μηχανισμό της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης, που ώς το 2020 θα αφορά όλα τα είδη που ψαρεύονται, και τη σταδιακή εξάλειψη των απορρίψεων μη επιθυμητών αλιευμάτων.

«Η νέα ΚΑΠ μάς επιτρέπει να ελπίζουμε ότι η αλιεία θα συνεχιστεί στην Ευρώπη», τονίζει στην «Κ» ο Κρίτων Αρσένης, ανεξάρτητος ευρωβουλευτής και μέλος της επιτροπής Αλιείας του Κοινοβουλίου. Μεταξύ άλλων, η μεταρρύθμιση περιλάμβανε την πρότασή του για ένα πανευρωπαϊκό δίκτυο περιοχών αποκατάστασης των αλιευμάτων, όπου θα απαγορεύεται η αλιεία. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει ο κ. Αρσένης, το κατά πόσο η Ελλάδα θα επωφεληθεί από τη μεταρρύθμιση αυτή θα κριθεί στην εφαρμογή, καθώς η χώρα μας «έχει το κακό προηγούμενο του κανονισμού αλιείας για τη Μεσόγειο που παραμένει ανεφάρμοστος, με κίνδυνο ευρωπαϊκής καταδίκης».

kathimerini.gr