Για τέταρτη συνεχή χρονιά ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α’ τέλεσε την Θεία Λειτουργία στην ιστορική Μονή της Παναγίας Σουμελά στην Τραπεζούντα ύστερα από άδεια των τουρκικών Αρχών.

Στην Πατριαρχική Θεία Λειτουργία συλλειτούργησαν ο Επίσκοπος Απολλωνιάδος κ. Σεραφείμ, Πρωτοσυγκελλεύων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας, και ο Επίσκοπος Μπροβαρί κ. Θεοδόσιος από την Ουκρανία.

Παρέστησαν ο Αρχιεπίσκοπος κ. Αράμ Ατεσγιάν, Γενικός Επίτροπος του Αρμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και ο επιτόπιος Δήμαρχος Ματσούκας (Maçka) κ. Ερτουγρούλ Γκεντς.


Φωτό Ν. Μαγγίνα

Πολυάριθμοι πιστοί από την Ελλάδα, την Αυστραλία, την Ουκρανία και άλλες χώρες παρακολούθησαν με κατάνυξη την Θεία Λειτουργία.

Ο Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας εξέφρασε την χαρά του και την συγκίνησή του που για τέταρτη χρονιά επισκέφθηκε αυτό το ιστορικό μοναστήρι και γιόρτασε εκεί την μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Αφού ευχαρίστησε τις τουρκικές Αρχές για την χορηγηθείσα άδεια, ανακοίνωσε με ιδιαίτερη χαρά ότι η UNESCO θα αναλάβει ανακαινιστικά και εξωραϊστικά έργα στο ιστορικό μοναστήρι.


Φωτό Ν. Μαγγίνα

Την προηγούμενη ημέρα, 14 Αυγούστου, στο Αεροδρόμιο της Τραπεζούντας τον Οικουμενικό Πατριάρχη υπεδέχθησαν ο Αντινομάρχης Τραπεζούντας κ. Χαλίλ Ιμπραχίμ Έρτεκιν και ο Δήμαρχος Ματσούκας (Maçka) κ.Ερτουγρούλ Γκεντς.

Αυτό το ιστορικό μοναστήρι βρίσκεται σε υψόμετρο 1150 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας εντός των ορίων του νομού της Τραπεζούντας , της ελάσσονος διοικητικής περιοχής της Ματσούκας (Maçka) υποδιοικήσεως του νομού της Τραπεζούντας (ilçe) και του χωριού Χρυσοπόταμος ( Altındere) κοντά στον ομώνυμο ποταμό, που στα ελληνικά είναι γνωστός ως ο ποταμός Πυξίτης, το ποτάμι της Παναγίας επί του όρους Μελά.

Υπολογίζεται ότι η εκκλησία του ιστορικού μοναστηριού κτίσθηκε μεταξύ των ετών 365-395 μ.Χ. Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός της εκκλησίας αυτής ομοιάζει με εκείνον των εκκλησιών της Καππαδοκίας. Στην περιοχή της Τραπεζούντας υπάρχει και μία ακόμα όμοια εκκλησία κτισμένη μέσα σε σπήλαιο.

Κατά την παράδοση, η Παναγία εμφανίσθηκε σε όνειρο που είδαν δύο Αθηναίοι μοναχοί, ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος, για να τους αποκαλύψει τον τόπο στις δύσβατες βουνοκορφές του Πόντου, όπου ευρίσκετο η μία από τις τρεις (3) εικόνες της Παναγίας, τις οποίες, πάντοτε κατά την παράδοση, φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Στην εικόνα αυτή απεικονίζεται η Παναγία να κρατά στην αγκάλη της τον Ιησού ως βρέφος.

Οι δύο μοναχοί, οι οποίοι δεν εγνωρίζοντο μεταξύ των, έφθασαν στην Τραπεζούντα από θαλάσσης. Εκεί συναντήθηκαν, είπε ο ένας στον άλλον το όνειρο που είχε δει, και από κοινού προσπάθησαν να ανεύρουν την ιερή εικόνα.

Εκεί, μέσα στο σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους Μελά, όπου ανευρέθη η ιερή εικόνα της Παναγίας, κτίσθηκε η εκκλησία. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, οι προσευχές και οι ικεσίες απευθύνονται στην «Παναϊα σου Μελά».



Οι ευεργετικές ιδιότητες του αγιάσματος που αναβλύζει μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο, που και σήμερα βλέπουν οι προσκυνητές, κατέστησαν γνωστό αυτό το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους.

Ως εκ της θέσεως του, το μοναστήρι αυτό έγινε στόχος λεηλασιών και επιδρομών.

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς το κελί που έκτισαν οι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος για την εγκαταβίωσή τους, μετετράπη σε μοναστήρι.

Πάντοτε σύμφωνα με την παράδοση, το μοναστήρι καταστράφηκε σε μία επιδρομή και ανασυστάθηκε από τον Τραπεζούντιο Όσιο Χριστόφορο το 644μ.Χ.

Οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας ενίσχυσαν το μοναστήρι με περιουσία και διά της απονομής προνομίων. Κυρίως ο Αλέξιος Γ’ (1349-1390), ο οποίος σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την διάσωσή του από ένα φοβερό ναυάγιο, οχύρωσε το μοναστήρι, έκτισε πύργους, νέα κελιά, ανακαίνισε τα παλαιά κελιά, χάρισε στο μοναστήρι 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά του. Για τον λόγο αυτό, το 1360μ.χ. ανεκηρύχθη από τους μοναχούς ως «νέος Κτήτωρ».

Όταν ο μετέπειτα σουλτάνος Σελίμ, ο επονομασθείς «Γιαβούζ» (Yavuz), δηλαδή τραχύς, σκληρός, διετέλεσε ως πρίγκιπας (şehzade) διοικητής της επαρχίας (sancak) της Τραπεζούντας μέχρι της αναρριχήσεώς του στον θρόνο το 1512, εδώρησε στο μοναστήρι δύο μανουάλια.

Εννέα (9) οθωμανοί αυτοκράτορες και συγκεκριμένα οι Μουράτ Β’ (1421-1451), Μεχμέτ Β’ ο Πορθητής (1451-1481), Σελίμ Α’, ο επονομασθείς «Γιαβούζ» (1512-1520), Σελίμ Β’, ο επονομασθείς «ξανθός»(1566-1574), Μουράτ Γ’ (1574-1595), Ιμπραχίμ, ο επονομασθείς «τρελός» (1640-1648), Μεχμέτ Δ’, ο επονομασθείς «κυνηγός» (1648-1687), Σουλεϊμάν Β’ (1687-1691) και Αχμέτ Γ’ (1703-1730), εξέδωσαν από ένα αυτοκρατορικό διάταγμα (ferman), με το οποίο ευεργέτησαν το μοναστήρι.

Το ηυξημένο προσωπικό ενδιαφέρον του Σελίμ Α’ πηγάζει από μία προσωπική θεραπευτική εμπειρία που είχε.



Το 1930, όταν ο τότε Πρωθυπουργός της Τουρκίας Ισμέτ Ίνονου επισκέφθηκε την Αθήνα, δέχθηκε το αίτημα του Έλληνα ομολόγου του Ελευθερίου Βενιζέλου να επιτραπεί σε μία αντιπροσωπεία να μεταβεί στον Πόντο για να παραλάβει και να μεταφέρει στην Ελλάδα την εικόνα της Παναγίας και άλλα ιερά κειμήλια, τα οποία οι μοναχοί έκρυψαν πριν εγκαταλείψουν το ιστορικό μοναστήρι το 1923.

Το 1951 θεμελιώθηκε η Νέα Παναγία Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας.

Ο Δημήτρης Ψαθάς (1907-1979),ταλαντούχος συγγραφέας, δημοσιογράφος και ευθυμογράφος από την Τραπεζούντα, γράφει για την Παναγία Σουμελά στο μνημειώδες έργο του «Γη του Πόντου» (Εκδόσεις Μαρία Δ. Ψαθά, Γ’ Έκδοση, Αθήνα, 1999, σελ.23-25).

«-Επέρασεν η Παναϊα από εδώ;

-Επέρασεν!

Αυτό τόλεγε με μεγάλη σιγουριά η γιαγιά – καμμιά αμφιβολία δεν υπήρχε- πως ήταν δυνατόν, άλλωστε, να μην είχε περάσει η Παναγιά από εκεί, αφού μέναν ακόμη τα δάκρυά της ανθισμένα, κι’ αφού πέρα εκεί, στις άγριες βουνοκορφές, υπήρχε και το μοναστήρι της – της Παναγίας Σουμελά- και το άγιο εικόνισμά της, που τόσα θαύματα είχε κάνει;

Βρισκόταν τάχα κανένας χριστιανός που να μην ήξερε την ιστορία εκείνου του μοναστηριού; Αν ήταν δυνατόν! Όλοι το ξέρουν ότι εδώ κι’ αιώνες, καθώς περνούσε μια φορά με τον στρατό του από κει ένας άγριος σουλτάνος, είδε το μοναστήρι κρεμασμένο εκεί ψηλά, στην αγκαλιά του Θεού, απόρησε και ρώτησε:

-Αλλάχ, Αλλάχ, τ’ είναι εκείνο εκεί;
-Μοναστήρι χριστιανικό, ω, πολυχρονεμένε μας, του είπαν.
Θύμωσε ο σουλτάνος και διέταξε:
-Να το κάψετε αμέσως!
Τρέχουν οι άνθρωποί του να το κάψουνε, αλλά την ίδια στιγμή πέφτει ξερός ο σουλτάνος, χτυπιέται και βγάζει αφρούς από το στόμα.
-Έλεος, έλεος αμάν!.. φωνάζει, σταματάτε, μη το πειράζετε το μοναστήρι.

Δεν κάψαν το μοναστήρι οι άνθρωποί του και ο σουλτάνος αμέσως έγινε καλά κι’ έδωσε καινούργια διαταγή να το χρυσώσουνε όλο, κι’ αυτό και την εικόνα της Παναγιάς. Και από τότε, όλοι οι σουλτάνοι μαθαίνοντας τα θαύματα της Παναγιάς, όλο και του δίναν τιμές και δικαιώματα κι’ έτσι η Παναγία η Σουμελά έζησε απείραχτη μέσα στους αιώνες. Αυτά κι’ άλλα πολλά, τέτοια πολύ χοντρά παραμύθια, έλεγε η γιαγιά. Αλλά και πάρα πολλές αλήθειες.

Καμάρι ήταν του ελληνισμού η Παναγιά η Σουμελά………………….

Τι πλήθος, Θεέ μου, μαζευόταν εκεί κάθε χρονιά -Δεκαπενταύγουστο- απ’ όλο τον Πόντο και την Ρωσία και τι τραγούδια και χοροί και κεμεντζέδες και νταούλια, μέρες ολόκληρες, κι’ οι καλόγεροι να έχουν ετοιμασμένα τα καζάνια με τα φαγιά και τα ψωμιά, να τραβάνε τις κάμες οι λεβέντες ζιπκαλήδες για την «σέρα» και δόστου χοροί και τουφεκιές και κουμπαριές ν’ αντιλαλάνε την χαρά της Ρωμιοσύνης.

Λέει η γιαγιά κι’ ο πιτσιρίκος ακούει και τα βλέπει όλα- με το μυαλό του- θαμπωμένος».

Ο αξέχαστος Πόντιος συγγραφέας αναφέρεται στην Τραπεζούντα μιάς άλλης εποχής, η οποία, δυστυχώς, ανήκει οριστικά στο παρελθόν.

Τον Ιούνιο 2010 η κυβέρνηση του κ. Έρντογαν επέτρεψε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο να τελέσει Θεία Λειτουργία την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο ιστορικό μοναστήρι, το οποίο έχει μετατραπεί σε μουσείο και υπάγεται στο Τουρκικό Υπουργείο Πολιτισμού.

Τυπικά την άδεια δίνει ο Τούρκος Υπουργός Πολιτισμού, αλλά πρόκειται για προσωπική απόφαση του Πρωθυπουργού κ. Έρντογαν.

Η άδεια απαιτείται, διότι αυτό το ιστορικό μοναστήρι δεν είναι πλέον ευκτήριος οίκος , τόπος λατρείας και βρίσκεται σε περιοχή ανταλλάξιμων, δηλαδή σε περιοχή, της οποίας οι «Ελληνορθόδοξοι» κάτοικοι, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου 1923 για την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας , έφυγαν υποχρεωτικά από την πατρώα γη, καθότι «αντηλλάγησαν» με τους εξ’ Ελλάδος «Μουσουλμάνους».

Σημειωτέον ότι ο Πόντος είναι το προπύργιο των Τούρκων εθνικιστών και των Γκρίζων Λύκων.

Ύστερα από μία περίοδο καχυποψίας και δυσπιστίας, ο τοπικός πληθυσμός αρχίζει να διάκειται ευμενώς έναντι της πρωτοβουλίας του Πρωθυπουργού κ. Έρντογαν να επιτρέψει την τέλεση Θείας Λειτουργίας το Δεκαπενταύγουστο στο ιστορικό μοναστήρι.

Μαζί με το αξιέπαινο «πολιτικό θάρρος» του Πρωθυπουργού κ. Έρντογαν, υπογραμμίζω την χρησιμότητα των συνετών χειρισμών του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου Α’.
Ενδείκνυται να προσθέσω ότι, για πρώτη φορά, στην πολιτική διαδρομή του σύγχρονου τουρκικού κράτους (1923- ), τουρκική κυβέρνηση επιτρέπει την ανακαίνιση παλαιών εγκαταλειμμένων εκκλησιών σε περιοχές ανταλλάξιμων της Μικράς Ασίας και την λειτουργία τους ως τόπων λατρείας.

Του Δρ. Βύρωνα Ματαράγκα
Διεθνολόγου