Η παραβατικότητα ανηλίκων και η εκδήλωση αντικοινωνικής συμπεριφοράς, δηλαδή η τάση, ανήλικα άτομα, να αντίκεινται στους κοινά αποδεκτούς ή θεσπισμένους νόμους και κανόνες της κοινωνίας, αποτελεί, πλέον, ένα θέμα που τους περισσότερους δεν τους εκπλήσσει, εξαιτίας της συχνότητας που παρουσιάζει.

Πραγματικά, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που, μπορεί, ο καθένας, να γίνει μάρτυρας ή θύμα κάποιου επεισοδίου παραβατικότητας, με πρωταγωνιστές ανήλικα μέλη της κοινωνίας μας (κλοπές, φθορά ξένης περιουσίας, παραεμπόριο, χρήση ουσιών, επαιτεία κ.α.).

Οι εκφάνσεις ενός τόσο ιδιαίτερου θέματος δεν είναι δυνατόν να αφήσουν ανεπηρέαστο το κοινωνικό σύνολο, καθώς προσπίπτουν στη μη τήρηση και παραβίαση γενικότερων συντεταγμένων τύπων, από μία ευαίσθητη κοινωνική συνιστώσα, όπως είναι οι ανήλικοι.

Η κοινωνικά αποκλίνουσα αυτή στάση, η οποία μάλιστα στοιχειοθετείται με πράξεις εγκληματικού και παραπτωματικού χαρακτήρα, έγκειται σ’ ένα πολυπαραγοντικό πλάνο που συνίσταται στα εξής σημεία: στο οικογενειακό περιβάλλον, σε ψυχολογικούς παράγοντες και στις συνθήκες κοινωνικής πραγματικότητας (ανεργία, φτώχεια).

Κάθε παράγοντας από τους παραπάνω μπορεί να ενισχύσει, μεμονωμένα, την προδιάθεση για αντικοινωνική συμπεριφορά ή να υπάρξει διασύνδεση και αρνητική συνεπικουρία μεταξύ αυτών.

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, οι πράξεις παραβατικότητας των ανηλίκων σε βάρος άλλων προσώπων ή σε βάρος του εαυτού τους, έχουν σημαντικές ποινικές ευθύνες και διώκονται από τις αρχές (ειδικά δικαστήρια ανηλίκων) ανάλογα με το βαθμό σοβαρότητας του αδικήματος και την ακριβή ηλικία του ανήλικου δράστη.

Έτσι, έχουμε την εισαγωγή σε ιδρύματα αγωγής, καταστήματα σωφρονισμού, κράτησης και την επιβολή μέτρων αναμόρφωσης και θεραπείας (όπου κριθεί απαραίτητο) ή τον ορισμό επιμελητών ανηλίκων, που θα έχουν την ευθύνη της επιμέλειας αλλά και της εξομάλυνσης των δυσκολιών κοινωνικής προσαρμογής του ανήλικου.

Οι ενέργειες των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, απαιτείται να έχουν ως κύριο σκοπό την παιδαγωγική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη των ανηλίκων παραβατών ώστε να επιτευχθεί όσο πιο ορθά και ομαλά η επανένταξη στο κοινωνικό πλαίσιο και η συμμόρφωση στο πλέγμα κανόνων που διέπουν την οργάνωση της κοινωνίας.

Σαφέστατα, η κείμενη νομοθεσία για τους ανήλικους χρήζει βελτίωσης και αναθεώρησης σε αρκετά σημεία, διότι αν λάβουμε υπόψη την έλλειψη στελέχωσης των διάφορων ιδρυμάτων αγωγής και σωφρονισμού από εξειδικευμένο προσωπικό, καθώς και την ανεπάρκεια των δομών (συνύπαρξη διαφορετικών κατηγοριών ανηλίκων) και της οργάνωσης αυτών, τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αντί αναμόρφωσης χαρακτήρα να έχουμε υποτροπή.

Επιπρόσθετα, θα πρέπει υπάρξει ενδιαφέρον για τη λειτουργία πλαισίων (ξενώνων φιλοξενίας και ειδικών μονάδων παιδικής μέριμνας) και το σχεδιασμό προγραμμάτων, όπου θα παρέχεται στήριξη στους ανήλικους στη κοινότητα, χωρίς να υπάρχει, απαραίτητα, το στοιχείο στέρησης της ελευθερίας, ειδικά σε περιπτώσεις πράξεων μη κακουργηματικού χαρακτήρα.

Τέλος, ας καταλάβουμε όλοι το αυτονόητο και ας κινηθούμε σ’ αυτή τη κατεύθυνση, διαμορφώνοντας τις ανάλογες προϋποθέσεις. Η θέση των παιδιών είναι στα σχολεία, στη μελέτη των μαθημάτων τους, στο ανέμελο παιχνίδι της νιότης σε αυλές και σε πλατείες, δεν είναι ούτε στους επικίνδυνους δρόμους της εγκληματικότητας, ούτε σε σκοτεινά ιδρύματα εγκλεισμού και απομάκρυνσης από τη κοινωνία…

Γιώργος Σαριδάκης
Κοινωνικός Λειτουργός