Με -κάτι περισσότερο από- ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρακολουθεί η διεθνής κοινότητα και δη η ευρωπαϊκή τις δημοσκοπήσεις για τις κρίσιμες σημερινές εκλογές στη Γερμανία.

Συνολικά 61,8 εκατομμύρια Γερμανοί θα προσέλθουν στις κάλπες, οι οποίες άνοιξαν στις 09.00 το πρωί (ώρα Ελλάδος) με τους δύο αντιπάλους, Άνγκελα Μέρκελ και Πέερ Στάινμπρουκ, να περιμένουν εναγωνίως το αποτέλεσμα του σημερινού εκλογικού θρίλερ.

Εν αναμονή της νέας γερμανικής κυβέρνησης, που θα σχηματιστεί την επομένη της 22ας Σεπτεμβρίου, η αλήθεια είναι ότι -εμμέσως πλην σαφώς- προσδοκάται η νέα κυβέρνηση της οικονομικά ισχυρότερης χώρας στην Ευρώπη να θέσει τις βάσεις για ένα νέο όραμα όσον αφορά το μέλλον της ευρωζώνης.



Κολάζ του BBC με την εξέλιξη της εικόνας της Μέρκελ

Το χρονικό πλαίσιο

Η κλεψύδρα δείχνει 8 μήνες πριν από τις ευρωεκλογές και, με τους ευρωσκεπτικιστές να κερδίζουν διαρκώς έδαφος, η Ευρώπη περιμένει από τη νέα γερμανική κυβέρνηση να αποσαφηνίσει τις θέσεις της απέναντι σε καίρια ζητήματα, όπως η επιτάχυνση της τραπεζικής ενοποίησης, η διεύρυνση της οικονομικής πολιτικής, ο μετριασμός της πολιτικής λιτότητας, η τόνωση των επενδύσεων και η καταπολέμηση της ανεργίας.



Η Άνγκελα Μέρκελ θεωρείται το αδιαφιλονίκητο φαβορί για την Καγκελαρία, καθώς το κόμμα της, η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση της Γερμανίας, είναι σταθερά πρώτο (σ.σ.: το CDU είναι το Χριστιανοδημοκρατικό και συντηρητικό πολιτικό κόμμα, και μαζί με το βαυαρικό αδελφό κόμμα του, τη Χριστιανοκοινωνική Ένωση της Γερμανίας, αποτελεί την ομάδα CDU/CSU).

Το θέμα όμως -και αυτό που θα διαφοροποιήσει ενδεχομένως τους συσχετισμούς- είναι ο τρόπος με τον οποίο θα παραμείνει στην εξουσία. Εξάλλου, είναι υπαρκτή η αβεβαιότητα για την καγκελάριο της Γερμανίας όσον αφορά τη σύνθεση μιας μελλοντικής κυβέρνησης, καθώς οι εταίροι της, οι Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP) φλερτάρουν ριψοκίνδυνα με το όριο του 5% που απαιτείται για την είσοδό τους στη Βουλή.

Σε δίλημμα ο ψηφοφόρος

Η εικόνα των τελευταίων δημοσκοπήσεων

Σύμφωνα με τελευταία δημοσκόπηση που διενεργήθηκε από το ινστιτούτο Emnid για λογαριασμό της εφημερίδας «Bild am Sonntag», ο κεντροδεξιός συνασπισμός της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ προηγείται ελαφρώς, με ένα ποσοστό 45%, έναντι όλων μαζί των κομμάτων της αριστερής αντιπολίτευσης, τα οποία συγκεντρώνουν ένα ποσοστό της τάξης του 44%.

Οι συντηρητικοί της Μέρκελ λαμβάνουν σταθερά ποσοστό 39%, ενώ ο νυν εταίρος τους στον κυβερνητικό συνασπισμό, οι Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP), κερδίζουν μία μονάδα και ανεβαίνουν στο 6%, συγκριτικά με την προηγούμενη δημοσκόπηση του Emnid, η οποία είχε δοθεί στη δημοσιότητα στις 15 Σεπτεμβρίου.

Η δημοσκόπηση του Emnid δείχνει επίσης την υποστήριξη προς το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) να μένει σταθερή στο 4%, κάτω από το 5% που χρειάζεται για να εκλέξει βουλευτές. Το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης, οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD), παραμένουν σταθεροί στο 26%, ενώ οι σύμμαχοί τους, οι Πράσινοι, χάνουν μία μονάδα και πέφτουν στο 9%. Τέλος, το κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς «Ντι Λίνκε» παραμένει σταθερό στο 9%.

Άλλες δημοσκοπήσεις, που δόθηκαν την Παρασκευή στη δημοσιότητα αλλά και νωρίτερα την τελευταία εβδομάδα, δείχνουν ότι θα υπάρξει μια αναμέτρηση στήθος με στήθος στις σημερινές εκλογές.

Αυτό αυξάνει την πιθανότητα να συγκροτηθεί μετεκλογικά ένας μεγάλος κυβερνητικός συνασπισμός συνεργασίας μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς υπό τη σκέπη της Μέρκελ. Ωστόσο, ο υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών Πέερ Στάινμπρουκ έχει δηλώσει επανειλημμένως και απερίφραστα ότι «δεν σκοπεύει να γίνει το δεκανίκι» της Μέρκελ, αποκλείοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την όποια πιθανότητα συνεργασίας.



Η οπτική των Βρυξελλών

Τα πράγματα για τις Βρυξέλλες περιπλέκονται περισσότερο αν επαληθευθούν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, που θέλουν το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) να μπαίνει στην Ομοσπονδιακή Κάτω Βουλή και μάλιστα με ένα ποσοστό της τάξεως ακόμη και του 8%.

Ανεξάρτητα, πάντως, από το εκλογικό αποτέλεσμα που θα προκύψει μετά και τη σημερινή μέρα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι δηλώσεις του ηγέτη των Σοσιαλδημοκρατών Πέερ Στάινμπρουκ περί «ένωσης κοινής ευθύνης» και η πρότασή του για βοήθεια χωρών της ευρωζώνης στο πνεύμα ενός σχεδίου Μάρσαλ θεωρήθηκαν ιδιαίτερα ενθαρρυντικές από πολλές χώρες. Ιδιαίτερα οι χώρες του Νότου τρέφουν μια κρυφή ελπίδα πως, αν η καγκελάριος Μέρκελ συγκυβερνήσει με τους Σοσιαλδημοκράτες, θα χαλαρώσει τα μέτρα λιτότητας.

Αξιόπιστες πηγές στις Βρυξέλλες αναφέρουν ότι, πράγματι, ένας συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και Σοσιαλδημοκρατών (SPD) θα μπορούσε να σημαίνει πως η Γερμανία θα υιοθετήσει μια πιο μετριοπαθή στάση όσον αφορά την πολιτική δημοσιονομικής εξυγίανσης, χωρίς ωστόσο να αναμένονται θεαματικές αλλαγές. Άλλωστε, λέγεται ότι πίσω από τη στάση της σκληρής δημοσιονομικής λιτότητας δεν κρύβεται μόνο η Γερμανία, αλλά μια ομάδα χωρών, όπως η Ολλανδία, η Αυστρία, η Φινλανδία, η Σλοβακία και η Εσθονία.

Όσον αφορά τα ζητήματα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης -π.χ., η τραπεζική ενοποίηση- οι Βρυξέλλες θεωρούν θετική τη στάση του Στάινμπρουκ. Ο ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών έχει θέσει ως προτεραιότητα την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, σε αντίθεση με τη Μέρκελ η οποία έχει κατηγορηθεί ότι την εμποδίζει και την καθυστερεί.





















Το ενδιαφέρον της Ελλάδας

Όσον αφορά την Ελλάδα, οι Βρυξέλλες αναμένουν ότι η νέα γερμανική κυβέρνηση θα τηρήσει μια -έστω και ελαφρώς- διαφορετική στάση στο ζήτημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους αλλά και στο θέμα του χρηματοδοτικού κενού, το οποίο ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε βοήθησε να ανοίξει κατά τη γερμανική προεκλογική περίοδο.

Σε δηλώσεις του στην εφημερίδα «Die Zeit», ο Σόιμπλε απέκλεισε, για μία ακόμη φορά, ένα δεύτερο κούρεμα του χρέους, αλλά μίλησε για μείωση του βάρους του χρέους συνολικά, υπό προϋποθέσεις. Όσο για τον υποψήφιο για την Καγκελαρία ηγέτη των Σοσιαλδημοκρατών, έχει αποφύγει επιμελώς να αποκαλύψει τα σχέδιά του για την Ελλάδα.

Σε γενικές γραμμές, πάντως, τόσο η Άνγκελα Μέρκελ όσο και ο αντίπαλός της Πέερ Στάινμπρουκ απέφευγαν να μιλήσουν για την Ευρώπη κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, και όποτε το έκαναν οι τοποθετήσεις τους ήταν πολύ προσεκτικές. «Οι υποψήφιοι της Καγκελαρίας δεν συνηθίζουν να μοιράζουν υποσχέσεις, ειδικότερα εν καιρώ κρίσης» σημείωναν γερμανικές διπλωματικές πηγές.

Η διαδικασία της ψηφοφορίας

Μέχρι στιγμής περίπου το 1/4 των Γερμανών ψηφοφόρων έχει ήδη ψηφίσει, όπως δήλωσαν τοπικοί αξιωματούχοι την περασμένη Τετάρτη, τελευταία ημέρα κατά την οποία γίνονταν δεκτές οι επιστολικές ψήφοι.

Σύμφωνα με έρευνα του Γερμανικού Πρακτορείου Ειδήσεων, σε περισσότερες από 20 μεγάλες γερμανικές πόλεις έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση στις επιστολικές ψήφους σε σχέση με το 2009, όταν το ποσοστό είχε φτάσει το 21,4%.

Όσες ψήφοι δεν έχουν επιστραφεί στα εκλογικά κέντρα μέχρι τις 18.00 σήμερα το απόγευμα θα θεωρηθούν άκυρες.

Γι’ αυτόν τον λόγο, οι ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι συνέστησαν στους πολίτες που το επιθυμούν να ταχυδρομήσουν τις ψήφους τους μέχρι την Πέμπτη, ώστε αυτές να φτάσουν εγκαίρως στον προορισμό τους. Θυμίζουμε ότι περίπου 9,4 εκατομμύρια Γερμανοί είχαν ψηφίσει νωρίτερα στις βουλευτικές εκλογές του 2009, σε σύνολο 61,8 εκατομμυρίων εγγεγραμμένων ψηφοφόρων.

Τα πρώτα exit polls αναμένεται να δουν το φως της δημοσιότητας λίγο μετά τις 18.00 τοπική ώρα (σ.σ.: 19.00 ώρα Ελλάδας), ενώ πιο ξεκάθαρη εικόνα θα έχει σχηματιστεί κατά τις βραδινές ώρες.

zougla.gr