Ένα νέο «όπλο» στη χρόνια μάχη τους κατά της ελονοσίας ανέπτυξε διεθνής επιστημονική ομάδα, δημιουργώντας γενετικά τροποποιημένα κουνούπια, που μεταφέρουν συνθετικά γονίδια, ανθεκτικά στη θανατηφόρο νόσο.

Οι ερευνητές ελπίζουν ότι έτσι θα εξαλείψουν τα κουνούπια-φορείς της ελονοσίας, η οποία μαστίζει ακόμα πολλές περιοχές του πλανήτη μας.

Οι ερευνητές του Κολεγίου Ιμπέριαλ του Λονδίνου και του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον στο Σιάτλ, με επικεφαλής τον καθηγητή Αντρέα Κρισάντι, που δημοσίευσαν τη μελέτη στο Nature, κατάφεραν να κάνουν αρχικά τις κατάλληλες γενετικές αλλαγές σε λίγα κουνούπια και, στη συνέχεια, να τα διασταυρώσουν έτσι ώστε, μέσα λίγες μόνο γενιές κουνουπιών, οι μεταλλάξεις που δεν είναι ευάλωτες στην ελονοσία, να εξαπλωθούν σε μεγάλους πληθυσμούς των εντόμων.

Πρόκειται για το πρώτο πετυχημένο εργαστηριακό πείραμα του είδους του και οι ερευνητές ευελπιστούν ότι μελλοντικά θα μπορέσουν να εξαπλώσουν στη φύση τις κατάλληλες γενετικές αλλαγές στους πληθυσμούς των άγριων κουνουπιών, ώστε να τα καταστήσουν λιγότερο ικανά να μεταδίδουν τη νόσο.

Η ελονοσία είναι μια θεραπεύσιμη μολυσματική ασθένεια (με συμπτώματα που μπορεί να κάνουν μέχρι και ένα χρόνο για να εμφανιστούν μετά τη μόλυνση), η οποία πλήττει πάνω από 240 εκατ. ανθρώπους κάθε χρόνο, σκοτώνοντας σχεδόν ένα εκατομμύριο από αυτούς, κυρίως παιδιά στην Αφρική. Συνολικά σε 57 χώρες του πλανήτη ενδημεί η νόσος, απειλώντας ανθρώπινες ζωές.

Οι παγκόσμιες υπηρεσίες υγείας πασχίζουν να εξαλείψουν την ελονοσία, χωρίς επιτυχία μέχρι σήμερα. Υπάρχουν περίπου 3.500 είδη κουνουπιών στη Γη, αλλά μόνο λίγα από αυτά μεταδίδουν το επικίνδυνο παράσιτο της ελονοσίας (plasmodium falciparum). Ο πιο σημαντικός φορέας της νόσου διεθνώς είναι το κουνούπι Anopheles gambiae, πάνω στο οποίο και έγιναν τα νέα γενετικά πειράματα.

Η προσφυγή σε μεθόδους γενετικές και βιοτεχνολογίας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι επιθυμητές μεταλλάξεις μπορούν να εξαπλωθούν γρήγορα και σε μεγάλο βαθμό. Η νέα έρευνα δείχνει ότι αυτό είναι εφικτό πλέον, καθώς μια νέα γενετική τεχνολογία επιτρέπει την εξάπλωση της μετάλλαξης από γενιά σε γενιά.

Τα πρώτα μεταλλαγμένα κουνούπια είχαν δημιουργηθεί περίπου πριν από μια δεκαετία, αλλά μέχρι σήμερα οι επιστήμονες δεν είχαν βρει έναν τρόπο να τους επιτρέψουν να επικρατήσουν στο φυσικό περιβάλλον έναντι των κατά πολύ πολυπληθέστερων φορέων των παρασίτων.

Τα νέα μεταλλαγμένα κουνούπια δεν θα ελευθερωθούν όμως στην Αφρική, πριν γίνουν προηγουμένως μεγάλης κλίμακας εργαστηριακά πειράματα στην Ιταλία κατά την επόμενη διετία. Η απελευθέρωση στο περιβάλλον αναμένεται σε τρία έως τέσσερα χρόνια. Όμως, σύμφωνα με άλλους επιστήμονες, υπάρχει το ερώτημα κατά πόσο θα γίνει κοινωνικά αποδεκτό κάτι τέτοιο, με δεδομένη την καχυποψία για τους μεταλλαγμένους οργανισμούς.