Α. Η ΣΥΛΛΗΨΗ

Είναι γνωστό ότι από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 εντατικοποιήθηκε μια εκστρατεία οικονομικής διείσδυσης των πιο επιθετικών «funds capital» της Δύσης στις χώρες της Ανατολής και κυρίως στην Κίνα.

Η εκστρατεία αυτή είχε ως αποκλειστικό σκοπό, το ασύμμετρο προς τις παραγωγικές δραστηριότητες κέρδος (κερδοσκοπία). Αξιοποίησε ως ιδεολογικό προκάλυμμα τον εκδημοκρατισμό των χωρών αυτών και πήρε τον εύηχο τίτλο της «παγκοσμιοποίησης».

Για όσους θυμούνται, το σχέδιο έλεγε ότι, τάχα, η δυναμική των ελεύθερων αγορών θα μόχλευε την άνθιση των δημοκρατικών θεσμών, ατομικών ελευθεριών, κλπ, στις χώρες που θα εισέβαλλε ο καπιταλισμός και έτσι σταδιακά θα άνθιζε μια παγκόσμια δημοκρατία, η οποία θα μείωνε τις εντάσεις και θα έβαζε τις βάσεις για μια μακρόχρονη παγκόσμια ειρήνη και ευημερία.

Η ευημερία θα είχε σαν βάση την προσφορά απασχόλησης σε εργάτες στην Ασία, οι οποίοι θα αποκτούσαν καλό βιοτικό επίπεδο και με αυτό θα υποστήριζαν την ανάδυση της μεσαίας τάξης στις χώρες τους και όλοι μαζί θα γινόντουσαν τάχα καταναλωτές δυτικών προϊόντων, ενισχύοντας τελικά την παραγωγική βάση στη Δύση.

Η πραγματικότητα όμως ήταν πολύ πιο πεζή και εξαντλείται στην εξής πονηρή σκέψη των κερδοσκόπων που εμπνεύσθηκαν αυτήν την εισβολή: «Να παράγουμε πάμφθηνα στην Ανατολή, αλλά να πουλάμε, χωρίς δασμούς, ακριβά στη Δύση και παράλληλα να μπορούμε να μεταφέρουμε τα κέρδη όπου θέλουμε».
Πραγματικά, τι «ωραία» σκέψη!

Αρκεί να γινόταν αποδεκτή από τις αρχές της παγκόσμιας οικονομικής κοινότητας, καθώς το μοντέλο αυτό, ήταν εξαρχής προφανές, ότι δεν θα μπορούσε να είναι βιώσιμο μεσομακροπρόθεσμα για τον προφανή λόγο ότι εφόσον μετακόμιζε η παραγωγή στην Ανατολή, σύντομα θα εξέλειπε από τη Δύση η οικονομική βάση που θα μπορούσε να συντηρήσει τη ζήτηση.

Το παραπάνω ελάττωμα βέβαια, ελάχιστα πτοούσε τους εμπνευστές της ιδέας, καθώς η κερδοσκοπία ιστορικά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πρόσκαιρο κέρδος και μονίμως αδιαφορεί περιφρονητικά για τη μεσομακροπρόθεσμη συστημική ευστάθεια της οικονομίας.

Σημαία των απανταχού κερδοσκόπων είναι η γνωστή ειρωνική ατάκα Αμερικανού τραπεζίτη που απεχθανόταν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις: «Μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί».

Β. Η ΜΕΘΟΔΕΥΣΗ

Για να υλοποιηθεί το παραπάνω σχέδιο, έπρεπε πρώτα να απελευθερωθούν οι διεθνείς ροές κεφαλαίων και να καταργηθούν οι δασμοί στις ροές των πρώτων υλών και των εμπορευμάτων.

Για να διευκολυνθεί η «οικονομική κοινότητα» και να προχωρήσει στην απελευθέρωση αυτή, έπρεπε προηγουμένως να ενοχοποιηθεί για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας ο «προστατευτισμός», δηλαδή το ισχύον μέχρι τότε καθεστώς δασμών και προστασίας των εγχώριων προϊόντων και επίσης, έπρεπε να εφευρεθεί ένας νέος λειτουργικός μύθος.

Ένα πακέτο με ελκυστικό περιτύλιγμα, μια καλή συσκευασία.

Το πακέτο της «παγκοσμιοποίησης» στο περιτύλιγμά του έγραφε «Παγκόσμια Δημοκρατία».

Τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, όποιος πήγαινε κόντρα σε αυτή την οφθαλμοφανή απάτη, εύκολα τσίμπαγε το στίγμα του οπισθοδρομικού ή ακόμη και του κομμουνιστή.
Ήσαν στο απόγειο της ιδεολογικής τους ισχύος οι νεοφιλελεύθεροι της σχολής του Σικάγο, που προπαγάνδιζαν μέσα από οικονομικά fora, πανεπιστήμια, ΜΜΕ και ότι άλλο υπήρχε σε αυτούς διαθέσιμο, ότι οι αγορές από μόνες τους θα εξισορροπήσουν τις όποιες στρεβλώσεις και αρρυθμίες προκύψουν από το εγχείρημα αυτό.

Οι υποστηρικτές της «παγκοσμιοποίησης» όμως «αγνοούσαν» σκόπιμα αυτό που ο ίδιος ο γεννήτορας του οικονομικού φιλελευθερισμού, ο Adam Smith ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα είχε διδάξει και ο άλλος σύγχρονός του David Ricardo είχε εξίσου αναπτύξει:

Ότι δηλαδή, ναι μεν οι αγορές θα μπορούσαν να αυτορυθμίζονται, αλλά όταν συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις στο χωρικό σύστημα που αυτές λειτουργούν.
Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών, σύμφωνα με τους παραπάνω δασκάλους, ήταν και η απόλυτη δημοκρατία, η οποία θα επέτρεπε στον κάθε παραγωγικό συντελεστή (π.χ. εργασία) να διεκδικεί απρόσκοπτα το μέρισμα που του αντιστοιχεί από τις υπεραξίες που αυτός δημιουργεί, έτσι ώστε να επέλθει η λεγόμενη «αυτορρύθμιση».

Δυστυχώς όμως, τέτοια προϋπόθεση δεν συνέτρεχε και ούτε βέβαια και σήμερα συντρέχει στην περίπτωση της Κίνας ή της Κορέας, με αποτέλεσμα η εργατική τάξη εκεί, ελλείψει δημοκρατίας, να αδυνατεί να διεκδικήσει το μέρισμα που της αναλογεί από το πλεόνασμα ανταγωνιστικότητας που αυτή έχει δημιουργήσει, με συνέπεια ούτε τα κινέζικα προϊόντα να ακριβαίνουν, αλλά και ούτε οι κινέζοι εργάτες να μπορούν να γίνουν καταναλωτές των ακριβών προϊόντων που έχουν παραχθεί στη Δύση.

Οι πνευματικοί επίγονοι, λοιπόν, των θεμελιωτών του οικονομικού φιλελευθερισμού, αντέστρεψαν αυτή την προϋπόθεση της θεωρίας της αυτορρύθμισης, με την εξής διαβεβαίωση: «Πρώτα η απελευθέρωση των αγορών και ύστερα η Δημοκρατία».

Γ. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Όπως ήταν αναμενόμενο, σύντομα φάνηκε ότι κάτι άλλο και μάλιστα ιδιαίτερα φρικιαστικό επρόκειτο να γεννηθεί μέσα από αυτό το τερατώδες σχέδιο.

Ο διεθνής ανταγωνισμός για τις πρώτες ύλες και τα ενεργειακά αποθέματα οξύνθηκε. Η διεθνής κυκλοφορία εμπορευμάτων (που εισαγόμενα στις ανεπτυγμένες αγορές χωρίς το δασμολογικό «φίλτρο», εισήγαγαν αφιλτράριστες και τις συνθήκες παραγωγής τους, δηλαδή το δουλοκτητικό καθεστώς εργασίας που ισχύει σε χώρες όπως η Κίνα, Ινδία κλπ), μόλυνε τις συνθήκες παραγωγής στη Δύση πιέζοντας προς τα κάτω τους μισθούς και προς τα πάνω την ανεργία.

Η «μόλυνση» αυτή επεκτάθηκε και στους Δημοκρατικούς θεσμούς, τόσο ώστε αντί να εμφανισθεί ο υποσχεμένος εκδημοκρατισμός της ολοκληρωτικής Κίνας, αντίθετα να διαπιστώθηκε ότι οι εξ’ Ανατολής επιδράσεις, μόχλευσαν τον εκφασισμό της Δύσης.

Πιο συγκεκριμένα:

1) Έχουμε την εμφάνιση στον Δυτικό κόσμο ενός νέου ολοκληρωτισμού, που χαρακτηρίζεται από την σχεδόν πλήρη επικυριαρχία μιας οικονομικής ολιγαρχίας στην πολιτική ζωή.
Ενώ το κεφάλαιο που διακινείται στα διεθνή χρηματιστήρια και χρηματαγορές αποκτά όλο και μεγαλύτερη συναίσθηση της δύναμής του και οργανώνει την κυριαρχία του, αντίθετα η πολιτική απαξιώνεται και υποχωρεί παντού, τόσο ως προς την αξιοπιστία της, όσο και ως προς τη δυνατότητά της να επηρεάζει τα πράγματα.

Δεν πιστεύω ότι αποτελεί σύμπτωση ότι στην ίδια περίοδο άρχισαν να εκλείπουν οι πολιτικοί μεγάλου διαμετρήματος, που απετέλεσαν ορόσημα για την εποχή τους και υποκαταστάθηκαν από γραφειοκράτες, άβουλα όργανα των κερδοσκόπων, οι οποίοι σύντομα ανακηρύξαν και επισήμως τις «αγορές», δηλαδή τους κερδοσκόπους, σε αφεντικά της πολιτικής.

Ιδιαίτερα στο χώρο της Ευρωπαϊκής ένωσης, υποχωρεί δραματικά η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας σε εθνικό επίπεδο, όχι χάριν μιας ευρωπαϊκής κυριαρχίας των λαών, αλλά υπέρ μιας γραφειοκρατικής κάστας, η οποία δεν αντλεί νομιμοποίηση από τους λαούς, αλλά είναι προϊόν συναλλαγών, ισορροπιών μεταξύ ομάδων συμφερόντων και συμμαχιών μεταξύ κρατικών γραφειοκρατιών.

Επίσης, η συνθήκη του Μάαστριχ, μέσω των συμφωνιών περί του κοινού νομίσματος, μετεβίβασε και θεσμικά, τεράστιες εξουσίες (άσκηση νομισματικής πολιτικής) από τα πολιτικά όργανα στο Συμβούλιο των Κεντρικών Τραπεζιτών.

Δηλαδή σε αξιωματούχους που διορίζονται με βασικό προσόν την εύνοια από τις Ενώσεις Τραπεζών, έχουν πενταετείς ανέκκλητες θητείες και ενεργούν σε πλήρη αυτονομία από τα πολιτικά όργανα της Ε.Ε..

Παράλληλα, αποπολιτικοποίησε το βασικότερο κομμάτι της πολιτικής, που είναι το δημοσιονομικό, αφού το περιόρισε με τον κανόνα: «μέχρι 3% δημόσιο έλλειμμα και μέχρι 60% δημόσιο χρέος».

Η πολιτική υποχώρησε σε τέτοιο βαθμό στην Ευρώπη έναντι της οικονομικής ισχύος, ώστε φτάσαμε να δούμε το φαινόμενο να κυβερνώνται δύο χώρες αυτής (Ελλάδα και Ιταλία) απευθείας από τραπεζίτες (Παπαδήμος, Μόντι), χωρίς φυσικά να έχουν εκλεγεί από τους λαούς, αλλά έχοντας επιβληθεί στα εθνικά κοινοβούλια από τις «αγορές» ως λύσεις έκτακτης ανάγκης.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, που διακρίνεται για ένα πολιτισμό που εξελίχθηκε παράλληλα με τους Δημοκρατικούς θεσμούς, δυστυχώς έφτασε σήμερα στο σημείο, να διοικείται από μια γραφειοκρατία, που κανείς δεν είναι σε θέση να πει από πού αντλεί τη νομιμοποίησή της.

Η δημοκρατία όμως, υποχωρεί παντού και όχι μόνο στην Ελλάδα ή την Ευρώπη, όπως νομίζουν οι περισσότεροι, όχι μόνο γιατί είναι πολίτευμα της ειρήνης και της ευμάρειας, που δύσκολα ευδοκιμεί στις πέτρινες συνθήκες που περιγράφηκαν παραπάνω, αλλά κυρίως γιατί σε συνθήκες μετατόπισης του βάρους από την πολιτική στην οικονομία, η ανεπιφύλακτη και χωρίς όρους αποδοχή ολοκληρωτικών χωρών ως ισότιμων εταίρων στο παγκόσμια οικονομικό γίγνεσθαι, απενοχοποίησε την έλλειψη δημοκρατίας ως κρίσιμου χαρακτηριστικού του πολιτισμένου – ανεπτυγμένου κόσμου και νομιμοποίησε τον ολοκληρωτισμό μέσα από την οικονομική σχέση εταιρικότητας με τις Δυτικές Δημοκρατίες.

2) Στο βωμό της ανταγωνιστικότητας (να γίνουν δηλαδή τα προϊόντα της δύσης ανταγωνιστικά με τα Κινέζικα σε συνθήκες έλλειψης δασμών) πιέστηκαν και πιέζονται αφόρητα στον πάλαι ποτέ ανεπτυγμένο κόσμο οι μισθοί, τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, αλλά και οι ατομικές ελευθερίες, αφού αυτά καταστέλλονται συστηματικά με πρόσχημα την καταπολέμηση της τρομοκρατίας αλλά με πραγματικό στόχο τον έλεγχο μιας γενικευμένης αντίδρασης της κοινωνίας.

3) Από την άλλη, σε διεθνές επίπεδο, τα γεωστρατηγικά αποκτούν μια όλο και πιο οξυμένη διάσταση.

Η ανάγκη για ενέργεια και πρώτες ύλες οξύνεται, γιατί μπήκαν στην αγορά καινούριοι παίκτες διψασμένοι για τα αγαθά αυτά (Κίνα, Ινδία, Κορέα κλπ).

Η ανάγκη αυτή οξύνει τον ανταγωνισμό και χοντραίνει το παιχνίδι μεταξύ των παικτών (βλέπε τι γίνεται με τους αγωγούς, αλλά και τα αποθέματα), με αποτέλεσμα να μαίνεται ένας οικονομικός πόλεμος που τείνει να εξελιχθεί σε ένα πόλεμο με όλα τα μέσα, καθώς η ατμόσφαιρα στις διεθνείς σχέσεις είναι τεταμένη και ρευστή, ξεπηδούν εστίες ανάφλεξης με μεγάλη ταχύτητα, συχνότητα και ένταση (κυρίως στον Αραβικό κόσμο, που είναι και το παγκόσμιο σταυροδρόμι της ενέργειας) και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι κάποιο συμβάν δεν θα εξελιχθεί τελικά και σε θρυαλλίδα για μια ευρύτερη ανάφλεξη.

4) Από την άλλη, τα οικονομικά αδιέξοδα στα οποία οδήγησε την παγκόσμια οικονομία η είσοδος στον διεθνή ανταγωνισμό των αδασμολόγητων προϊόντων κυρίως της Κίνας δηλαδή μιας χώρας με τις παραπάνω συνθήκες παραγωγής, που παράλληλα συνιστά και την πιο τυπική εκδοχή ενός σκληρού επεκτατικού και ολοκληρωτικού κρατικο – καπιταλιστικού μοντέλου, δεν μπορεί να επιλυθούν ομαλά με βάση το οικονομικό savoir vivre που ίσχυε μέχρι τώρα στον Δυτικό Κόσμο.

Το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας των δυτικών οικονομιών έναντι της Κίνας, που οφείλεται στην τεράστια διαφορά που υπάρχει στις συνθήκες παραγωγής, τις οδήγησε στην πιστωτική επέκταση και τελικά στην υπερχρέωση τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, με μεγαλύτερο δανειστή την ίδια την Κίνα ή κεφάλαια που έχουν παραχθεί και μοχλευτεί εκεί.

Η υπερχρέωση σε συνθήκες ελλείμματος ανταγωνιστικότητας οδηγεί στην κρίση του τραπεζικού συστήματος και στις πτωχεύσεις τραπεζών και κρατών.

Οι συνθήκες αυτές ώθησαν τις χώρες της Δύσης σε ένα νέου τύπου οικονομικό εθνικισμό που συνοψίζεται στο ρητό «ο σώζων εαυτόν σωθείτω», δηλαδή αντιμετώπιση του προβλήματος χωρίς σοβαρές υπερεθνικές παρεμβάσεις, που να χαρακτηρίζονται από το στοιχείο της συστημικής αλληλεγγύης, αλλά με τακτικιστικές και επικοινωνιακές προσεγγίσεις που υποκρύπτουν εθνικιστικά κίνητρα και που δεν απαντούν στα προβλήματα, αλλά αντίθετα οξύνουν την παγκόσμια οικονομική αστάθεια και την οικονομική εσωστρέφεια των κρατών, με αποτέλεσμα να κλυδωνίζονται και να κινδυνεύουν με κατάρρευση στρατηγικοί υπερεθνικοί πολιτικοοικονομικοί θεσμοί όπως η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κατά ένα κατ’ αρχήν περίεργο τρόπο, η «διεθνιστική» ή «κοσμοπολιτική», όπως θα έλεγαν κάποιοι, οικονομική παγκοσμιοποίηση, γίνεται η αιτία για την πιο σκληρή επάνοδο του οικονομικού και πολιτικού εθνικισμού, κυρίως μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5) Εν κατακλείδι βλέπουμε σήμερα ένα κόσμο σε πλήρη απορρύθμιση και όλα αυτά στο όνομα του εκδημοκρατισμού της Κίνας, στο όνομα μιας οικονομικής παγκοσμιοποίησης, που θα μόχλευε τάχα μια παγκόσμια δημοκρατία.

Μια απορύθμιση που έχει σαν μοναδικούς κερδισμένους αυτούς που την προκάλεσαν, δηλαδή τα «funds capital» που ενεργοποίησαν και καθοδήγησαν όλο αυτό το μεγάλο κόλπο.

Δ. ΟΙ ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ

Κάτω από αυτές τις συνθήκες και με δεδομένα τα παραπάνω αποτελέσματα, όλο αυτό το «εγχείρημα» της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης», που για ορισμένα funds είναι το μεγαλύτερο κερδοσκοπικό πάρτι που στήθηκε ποτέ στην ιστορία του καπιταλισμού, αλλά την ίδια στιγμή, για τους λαούς της Δύσης έχει τη ζοφερή όψη της ανεργίας, της απώλειας μισθών και εργασιακών δικαιωμάτων, της πτώχευσης επιχειρήσεων και των κρατών, του κουρέματος των κοινωνικών παροχών και συντάξεων, της έλλειψης οράματος και διεξόδου που να είναι σε θέση να συντηρεί την κοινωνική συνοχή, του τσουνάμι αυτοκτονιών, δηλαδή ενός νέου μεσοπολέμου, λοιπόν όλο αυτό το εγχείρημα, δεν είναι δυνατόν να συνεχίζει να παραμένει σήμερα αναξιολόγητο.

Δεν είναι δυνατόν να το δεχόμαστε παθητικά ως ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο απέναντι στο οποίο δεν μπορούμε να αντιδράσουμε και χρειάζεται απλώς και μόνο να κάνουμε υπομονή.

Το φαινόμενο αυτό πρέπει να αξιολογηθεί σοβαρά και όσον αφορά τον γράφοντα, η δική μου αξιολόγηση συνοπτικά είναι, ότι συνιστά «έγκλημα εναντίον της ανθρωπότητας», υπό την έννοια ότι έχει ήδη καταστρέψει παραγωγικές δομές και ανθρώπινες ζωές και ότι απειλεί την ανθρωπότητα με ακόμη μεγαλύτερα δεινά.

Και επειδή όλα τα εγκλήματα διαθέτουν αυτουργούς, αν θέλετε να τους δείτε γυρίστε πίσω στη δεκαετία του ’90 και δείτε τους οπαδούς της οικονομικής σχολής του «Σικάγο», τους Μαντζαχεντίν του «νεοφιλελευθερισμού», που ξιφουλκούσαν τότε ιδεολογικά υπέρ της «παγκοσμιοποίησης» και ξαναγυρίστε στο σήμερα, όπου θα τους ξαναβρείτε ως επικεφαλείς του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των λοιπών κεντρικών τραπεζών και σε όλους τους επικυρίαρχους οικονομικούς μηχανισμούς να διαχειρίζονται ως οι μόνοι εν δυνάμει σωτήρες τις συνέπειες της φωτιάς που οι ίδιοι έβαλαν και διέδωσαν.

Και επικεφαλής όλων αυτών, ό,τι πιο βρώμικο και αντιπαραγωγικό έχει να επιδείξει ο καπιταλισμός.

Τα κοράκια, οι ραντιέρηδες, οι τζογαδόροι, οι σορτάκηδες των κρατικών ομολόγων, τα μαζευτήρια του χρυσού, όλο αυτό το γνωστό από την αρχαιότητα τσίρκο των κερδοσκόπων, που τώρα κατ’ ευφημισμό αποκαλείται «έξυπνο χρήμα».

Πρόκειται για μια παρασιτική καραγκιοζαρία που καμία σχέση δεν έχει με την παραγωγή, ούτε με την αστική τάξη και την αστική διανόηση που έθεσε τους κανόνες και ανέπτυξε ιστορικά τον καπιταλισμό.

Είναι μια καραγκιοζαρία που έχει ειδικότητα στο να παράγει και να σκάει φούσκες.

Είναι παρόμοια καραγιοζαρία με αυτή που δημιούργησε τη φούσκα του χρηματιστηρίου της τουλίπας στην Ολλανδία τον 17ο αιώνα, τη φούσκα των εταιριών της Νότιας Θάλασσας τον 18ο αιώνα, τη φούσκα των Σιδηροδρόμων στην Ευρώπη και τη Βρετανία τον 19ο αιώνα, τις πυραμίδες στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης πριν το Κραχ του ’29 και πάει λέγοντας.

Ένα τσούρμο από μεθυσμένους για το πρόσκαιρο κέρδος παραλήδες, που χορεύουν το ταγκό της καταστροφής μαζί με τους γραβατωμένους και ηλίθιους γελωτοποιούς τους, που παριστάνουν τους καθηγητάδες ή τους εμπειρογνώμονες της οικονομίας, χωρίς να νοιάζονται αν ξέρουν πραγματικά τι τους γίνεται.

Ε. ΤΟ ΑΙΤΙΑΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ

Αυτή η καραγκιοζαρία που σήμερα έχει μαζέψει τα λεφτά και δυστυχώς και την εξουσία που τα συνοδεύει, κατάφερε να βρεθεί σε αυτή την πλεονεκτική θέση εξαιτίας της παρακμής όχι μόνο των θεσμών επιτήρησης του οικονομικού παιγνίου, αλλά γενικότερα των θεσμών των Αστικών Δημοκρατιών της Δύσης, γεγονός που δεν έχει αναλυθεί ακόμη από πλευράς αιτιών και αποτελεσμάτων στον βαθμό που θα έπρεπε.

(Όπως επίσης δεν έχει αναλυθεί ικανοποιητικά και η διαδικασία αναπαραγωγής του ολοκληρωτισμού μέσα από τα επαναστατικά κινήματα που βγήκαν νικηφόρα και ίδρυσαν κομμουνιστικά καθεστώτα.)

Ουσιαστικά δεν έχει γίνει κτήμα της ανθρωπότητας, η γνώση για τις εκφυλιστικές παθήσεις της κοινωνικής οργάνωσης, ούτε έχει διατυπωθεί και πολύ περισσότερο δεν έχει γίνει αποδεκτή ευρέως, μια ανάλυση για το ρόλο των ιδεολογιών και των ιδεολογημάτων, σχετικά με τη διαδικασία της πρισματικής αλλοίωσης της ποιότητας και του περιεχομένου των πληροφοριών που περιέρχονται στους κοινωνικούς συντελεστές (πολίτες, ενώσεις πολιτών, θεσμικά όργανα κλπ) και επηρεάζουν την κρίση και τη δράση τους, καθώς και τη στάση τους απέναντι στους θεσμούς και τα πράγματα.

Μια τέτοια ανάλυση είναι σήμερα απόλυτα αναγκαία, προκειμένου να γίνει πρώτα μια ευρεία αποσυσκότιση και έπειτα μια γενναία δημοκρατική αναθέσμιση σε όσο πιο ευρύ επίπεδο γίνεται σε παγκόσμια κλίμακα.

ΣΤ) ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

Εν τω μεταξύ όμως, αυτός ο κωμικοτραγικός θίασος που περιγράψαμε παραπάνω, μας οδηγεί με τρόπο μαθηματικό σε ένα τραγικό αδιέξοδο, ωθώντας παράλληλα τον πολιτισμένο κόσμο σε ένα δίλλημα, που πρέπει υποχρεωτικά να επιλυθεί από τους πολίτες του κόσμου:

Είτε οι κοινωνίες θα καταφέρουν να ξεφύγουν από την απάθεια και θα βρουν τον τρόπο και τις ηγεσίες για να στείλουν όλον αυτόν τον συφερτό στα σκουπίδια και να αναθεσμίσουν δημοκρατικά το μέλλον τους, είτε θα υποχρεωθούν να ανταμώσουν ξανά με τα όπλα στα χέρια και να ματώσουν στα χαρακώματα, χάριν ενός νέου ψευτοδιακυβεύματος, που οι γελωτοποιοί των κερδοσκόπων σύντομα θα ανακαλύψουν και οι επικοινωνιολόγοι τους θα μας σερβίρουν, ενώ το φιλοθεάμον κοινό θα πίνει αμέριμνο ουίσκι με πάγο στον καναπέ του, χαζεύοντας τη χαοτική διαδοχή των εικόνων που ξεπηδάνε από το μαγικό του κουτί.

newsit.gr/Γιώργος Σπύρου