Μεγάλη Ευρωπαϊκή μελέτη συνδέει την έκθεση ακόμα και σε χαμηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην εγκυμοσύνη με αυξημένο κίνδυνο για τη γέννηση ελλιποβαρών νεογνών.

Η έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση δεν επιφέρει βλάβες μόνο στο καρδιοαναπνευστικό σύστημα αλλά πλήττει και άλλα όργανα του ανθρώπινου σώματος.

Σύμφωνα με μία από τις μεγαλύτερες επιδημιολογικές μελέτες που δημοσιεύτηκε στο πλέον έγκριτο διεθνές επιστημονικό περιοδικό «The Lancet Respiratory Medicine» (δείτε εδώ), η έκθεση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε ατμοσφαιρικούς ρύπους, ακόμα και σε επίπεδα χαμηλότερα αυτών που επικρατούν στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη.

Τα επωνομαζόμενα μικροσωματίδια PM2.5 (σωματίδια με διάμετρο μικρότερη των 2,5 εκατομυριοστών του μέτρου) εκπέμπονται στην ατμόσφαιρα μέσω της βιομηχανίας, της κυκλοφορίας οχημάτων και της θέρμανσης οικειών. Στην εργασία αυτή οι ερευνητές έδειξαν ότι για κάθε αύξηση της συγκέντρωσης των σωματιδίων PM2.5, στην ατμόσφαιρα, κατά 5 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο (5µg/m³) ο κίνδυνος για τη γέννηση ενός ελλιποβαρούς νεογνού αυξάνεται κατά 18%. Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι αυτός ο κίνδυνος παραμένει ακόμα και για επίπεδα έκθεσης σε ατμοσφαιρικούς ρύπους χαμηλότερα από το όριο των 25µg/m³ που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στη μελέτη συμμετείχαν 14 ερευνητικά Κέντρα από 12 Ευρωπαϊκές χώρες με τη συμμετοχή πάνω από 74.000 εγκύων γυναικών. Μεταξύ αυτών το Πανεπιστήμιο Κρήτης. Στον Τομέα Κοινωνικής Ιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας η «Μελέτη μητέρας-παιδιού» («Μελέτη ΡΕΑ») πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη υπό την επίβλεψη του Καθηγητή Μανόλη Κογεβίνα (Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας) και της Επίκουρης Καθηγήτριας Λήδας Χατζή (Πανεπιστήμιο Κρήτης). Οι ατμοσφαιρικές μετρήσεις διενεργήθηκαν από το Εργαστήριο Περιβαλλοντικών Χημικών Διεργασιών του Τμήματος Χημείας υπό την επίβλεψη του Καθηγητή Ευριπίδη Γ. Στεφάνου.

Η μελέτη Μητέρας-Παιδιού Κρήτης-ΡΕΑ ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 2007 και συμπεριέλαβε 1500 γεννήσεις που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια ενός χρόνου στο νομό Ηρακλείου σε δημόσια και ιδιωτικά μαιευτήρια (Φεβ 2007 – Φεβρ 2008).

Οι έγκυες γυναίκες παρακολουθήθηκαν στενά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους με συμπλήρωση ερωτηματολογίων και λήψη βιολογικών δειγμάτων. Ένα σημαντικό τμήμα της μελέτης εξετάζει την επίδραση γενετικών και διατροφικών παραγόντων στην υγεία. Παράλληλα, μέσω των μετρήσεων που διεξάγονται σε διάφορες περιοχές του νομού Ηρακλείου προσδιορίστηκαν τα επίπεδα των συγκεντρώσεων των κυριότερων ατμοσφαιρικών ρύπων για να εξεταστεί επίσης η επίδρασή τους στην υγεία των ατόμων που συμμετέχουν στην μελέτη.

Οι ερευνητές εξέτασαν κατά πόσο η έκθεση σε χαμηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην εγκυμοσύνη μπορεί να επιδράσει στη γέννηση ελλιποβαρών νεογνών (<2.500g μετά τη 37 έβδομη εβδομάδα κύησης). Η μελέτη επίσης εξέτασε την επίδραση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην περίμετρο κεφαλής του νεογνού.

Σύμφωνα με τον συντονιστή της έρευνας αυτής, Καθηγητή Μανόλη Κογεβίνα, και την Επίκουρη Καθηγήτρια Λήδα Χατζή στη βάση των αποτελεσμάτων της μελέτης: «Ένας μεγάλος αριθμός περιπτώσεων γέννησης λιποβαρούς νεογνού θα μπορούσε να αποφευχθεί στην Ευρώπη, αν η αστική ατμοσφαιρική ρύπανση μειωνόταν. Οι επιπτώσεις στην δημόσια υγεία που έχουν βρεθεί σε αυτή την έρευνα είναι σημαντικές. Η μείωση του βάρους γέννησης έχει δείξει ότι σχετίζεται με πολλές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία νωρίς ή αργότερα στη ζωή, όπως το μειωμένο ανάστημα, η αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών και αναπνευστικών παθήσεων, σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 και οστεοπόρωσης.

Επιπλέον η περίμετρος κεφαλής κατά τη γέννηση αποτελεί σημαντική ένδειξη συνεχιζόμενης ανάπτυξης του εγκεφάλου και μπορεί να συνδέεται με διαταραχές στη νευροανάπτυξη του παιδιού».

Σε σχέση με τα αποτελέσματα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που προσδιορίστηκαν στην μελέτη ο Καθηγητής Ε. Στεφάνου αναφέρει: «Μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις των λεγομένων αναπνεύσιμων ατμοσφαιρικών σωματιδίων και των οξειδίων του αζώτου από το 2009-10, με τρόπο ώστε να καλυφθούν όλες οι περιοχές διαμονής των ατόμων της “Μελέτης Ρέα”. Είναι η λεπτομερέστερη περιβαλλοντική μελέτη αέριας ρύπανσης που έγινε στην Ευρώπη και στην Ελλάδα με τις ίδιες μεθόδους. Στην πόλη του Ηρακλείου προσδιορίστηκαν, σχετικά με τις άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις, χαμηλότερες συγκεντρώσεις των λεπτών σωματιδίων PM2.5 ενώ αρκετά υψηλές των μεγαλύτερων σωματιδίων PM10. Η διαφοροποίηση αυτή αυτή οφείλεται στις πηγές εκπομπής τους.

Τα σωματίδια PM2.5 προέρχονται κυρίως από την κυκλοφορία οχημάτων, θέρμανση οικειών και βιομηχανίες ενώ τα PM10 από επαναιώρηση της σκόνης αλλά και από τη συχνή μεταφορά σκόνης από τη Σαχάρα. Οι μετεωορολογικές συνθήκες συνεισέφεραν επίσης αρκετά στις διαφοροποιήσεις της περιοχής από τις βόρειες και κεντρικές περιοχές στη Ευρώπη».

Εντοπίζοντας τα αποτελέσματα που αφορούν την Κρήτη, ο Καθηγητής Μ. Κογεβίνας αναφέρει: «Οι έγκυες γυναίκες στην περιοχή του Ηρακλείου εκτίθενται σε χαμηλές συγκεντρώσεις λεπτών σωματιδίων και ως εκ τούτου οι επιπτώσεις στην υγεία των νεογνών βρέθκαν χαμηλότερες από αυτές που προσδιορίστηκαν σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες που συμμετείχαν στη μελέτη»