Δίχως αμφιβολία, κάθε γνωστοποίηση περιστατικών παιδικής κακοποίησης δημιουργεί ποικίλες αντιδράσεις στο σύνολο της κοινής γνώμης και επηρεάζει το θυμικό των περισσοτέρων, τόσο για τη σκληρότητα που διαχέει αυτή καθαυτή τη πράξη όσο και για τις επιπτώσεις στην οντότητα του θύματος.

Η κακοποίηση ανηλίκων, χαρακτηρίζεται ανάλογα με τον τρόπο και τις περιστάσεις που τελείται. Συγκεκριμένα, παρατηρούνται διάφορες μορφές κακοποίησης κατά των παιδιών: σωματική, σεξουαλική, συναισθηματική, εκμετάλλευση και παραμέληση, οι οποίες εμπίπτουν σε ένα γενικότερο δυσλειτουργικό οικογενειακό και κοινωνικό πλαίσιο.

Η σκιαγράφηση των μορφών παιδικής κακοποίησης έγκειται στα ακόλουθα:

Σωματική: μη τυχαίος τραυματισμός που μπορεί να υποστεί κάποιο παιδί, με ηθελημένη πρόκληση σωματικής βλάβης, κυρίως, από τους φυσικούς γονείς ή άλλο πρόσωπο υπεύθυνο για τη κηδεμονία του.

Σεξουαλική: η εμπλοκή (συμμετοχή, έκθεση) ανήλικων ατόμων σε πράξεις σεξουαλικού περιεχομένου που σκοπό έχουν τη σεξουαλική ικανοποίηση ενός ενήλικου ατόμου που, συνήθως, συνδέεται με συγκεκριμένη σχέση οικειότητας με το παιδί.

Συναισθηματική: η συστηματική γονική συμπεριφορά που διαταράσσει τη θετική νοητική, κοινωνική και ψυχολογική του εξέλιξη (άσκηση αυστηρής κριτικής, απορριπτική ή υποτιμητική συμπεριφορά, συχνές τιμωρίες ή απειλές προς το παιδί, περιορισμός στο σπίτι και μη συμμετοχή σε φυσιολογικές δραστηριότητες για την ηλικία του, κ.α.).

Παραμέληση: η έκθεση, ενός παιδιού, σε σοβαρό κίνδυνο για την υγεία του, εξαιτίας της έλλειψης φροντίδας ή μη κάλυψης βασικών αναγκών για την ανάπτυξη του (στέγαση, σίτιση, ένδυση, ιατρική φροντίδα, σχολική φοίτηση).
Εκμετάλλευση: αφορά τη συνειδητή (από τη πλευρά του ενήλικα) υποκίνηση του παιδιού σε πράξεις οι οποίες θα επιφέρουν οικονομικό όφελος στον ενήλικα (παιδική εργασία, επαιτεία, σεξουαλική εκμετάλλευση-πορνεία).

Οι συνιστώσες που συνθέτουν το κομμάτι της αιτιολογίας βρίσκουν απάντηση, κυρίως, σε κοινωνικούς, οικονομικούς και ψυχολογικούς λόγους. Οι συνθήκες που επικρατούν σε μια κοινωνία και το ευρύτερο πολιτισμικό επίπεδο έχουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη τέτοιων συμπεριφορών, όπως επίσης και το μη υγιές
οικογενειακό περιβάλλον (κακή σχέση του ζευγαριού, αρνητικό κλίμα στην οικογενειακή στέγη).

Συνήθως, τα άτομα που ακολουθούν τέτοιες πρακτικές έχουν διαταραχές προσωπικότητας ή ψυχιατρικά θέματα (που τους ακολουθούν από τη παιδική ηλικία) ενώ εμφανίζουν αδυναμία στην άσκηση του γονεϊκού ρόλου και δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις ανάγκες ανατροφής και κατάλληλης αγωγής του παιδιού.

Σαφώς, οι επιπτώσεις που μπορεί να υπάρξουν σε ένα παιδί που έχει υποστεί κακοποίηση χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό σοβαρότητας. Πέραν της επικινδυνότητας για τη σωματική υγεία, διαφαίνεται και έντονη διατάραξη της ψυχικής υγείας του παιδιού.

Ειδικότερα, ορισμένα στοιχεία που παρατηρούνται στο παιδί-θύμα, έχουν ως εξής: διαταραχές συμπεριφοράς, αισθήματα άγχους, φόβου, ανασφάλειας, χαμηλής αυτοεκτίμησης, δυσκολίες κοινωνικής προσαρμογής, έλλειψη εμπιστοσύνης στις σχέσεις του με συνομηλίκους, επιθετικότητα ή και νεανική παραβατικότητα.
Επίσης, σύμφωνα με έρευνες, υπάρχει ισχυρή πιθανότητα τα άτομα που έχουν βιώσει κακοποίηση στη παιδική τους ηλικία, να λειτουργήσουν ως θύτες στην ενήλικη ζωή τους και να εμφανίσουν ατομική ψυχοπαθολογία.

Αναφορικά, τώρα, με τα μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης της παιδικής κακοποίησης, στη χώρα μας, επιτελείται μια αξιόλογη προσπάθεια από εξειδικευμένους φορείς αλλά, δυστυχώς, αδυνατούν να ανταποκριθούν στην έκταση του φαινομένου, καθώς δρουν σ’ ένα μη οργανωμένο και ανεπαρκές κράτος πρόνοιας.

Η εφαρμογή ενός πολυδιάστατου μοντέλου προσέγγισης το οποίο θα έχει ως βασικές κατευθύνσεις την έγκαιρη διάγνωση/αξιολόγηση και την οργανωμένη θεραπευτική παρέμβαση, κρίνεται αναγκαία για την εξομάλυνση της κατάστασης.

Η υλοποίηση ενός τέτοιου εγχειρήματος, θα πρέπει να βασίζεται σε ορισμένα δομικά στοιχεία:
Δημιουργία και λειτουργία νέων δομών και δικτύων: σύσταση ειδικών διαγνωστικών μονάδων με σκοπό τη πρόληψη, ίδρυση κοινοτικών κέντρων στήριξης για την οικογένεια και το παιδί, κινητές μονάδες στήριξης με εξειδικευμένη ομάδα επιστημόνων, προγραμματισμό επιμορφωτικών σεμιναρίων ή «σχολών γονέων» στη κοινότητα, στελέχωση των σχολικών μονάδων με κοινωνικούς λειτουργούς ή ψυχολόγους.

Ενίσχυση των υπαρχόντων φορέων: ινστιτούτο υγείας του παιδιού, εθνικό κέντρο κοινωνικής αλληλεγγύης, συνήγορο του πολίτη-τομέα για τα δικαιώματα του παιδιού, κρατικές δομές παιδικής προστασίας (δημιουργία επιπλέον ξενώνων φιλοξενίας), εξέλιξη των προϋποθέσεων αναδοχής.

Υποστήριξη εθελοντικών συλλόγων-σωματείων και μη κυβερνητικών οργανώσεων που έχουν σημαντικό ρόλο και έργο σε θέματα παιδικής κακοποίησης (χαμόγελο του παιδιού, παιδικά χωριά sos, κ.ά.).

Οργανωμένη λειτουργία εθνικού κέντρου άμεσης παρέμβασης, με χαρακτήρα διασύνδεσης υπηρεσιών, για θέματα παιδικής κακοποίησης και συνεχή εκπαίδευση-κατάρτιση όλων των επαγγελματιών που εμπλέκονται σε τέτοιες περιπτώσεις.

Βελτίωση της κείμενης νομοθεσίας που αφορά το φαινόμενο ώστε να συμπληρωθούν νομικά κενά ή να αρθούν νομικές αστοχίες και κατάλληλη προσέγγιση από τα μέσα ενημέρωσης για ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση του κοινωνικού συνόλου.

Καταλήγοντας, χρειάζεται να επισημανθεί, μόνο, τούτο: κάθε μορφή παιδικής κακοποίησης, καθ’ οποιονδήποτε τρόπο τελείται, ανεξαρτήτως κοινωνικού, οικονομικού και πολιτισμικού πλαισίου, βάσει όποιας «διαταραγμένης» νοοτροπίας, έχει βαρύτατες επιπτώσεις στη ψυχική υγεία και φυσιολογική ανάπτυξη του παιδιού και επιπροσθέτως, παραβαίνει αρχές που σχετίζονται με το σεβασμό της ανθρώπινης ύπαρξης και προσωπικότητας του παιδιού.

Άρα, δεν θα αποτελούσε υπερβολή η κακοποίηση ανηλίκων, σε όλο το φάσμα της, να προσδιοριστεί και ως «ασέλγεια» ανθρωπίνων δικαιωμάτων, «ασέλγεια σε παιδικές ψυχές»…


Γιώργος Σαριδάκης
Κοινωνικός Λειτουργός