«Πίνουν γκαζόζας και θραύουν τας φιάλας επί των μαρμάρων και ουρούν συστηματικά επί της Ακροπόλεως. Προτιμούν τα Προπύλαια και τον Παρθενώνα», κατήγγειλε τον Αύγουστο του 1941 ο τότε έφορος της Ακρόπολης, Γιάννης Μηλιάδης.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 «όταν οι φάλαγγες του Ντούτσε παραβίαζαν τα ελληνικά σύνορα, η Αρχαιολογική Υπηρεσία στελεχωνόταν από περίπου 30 όλου και όλους τους αρχαιολόγους...». Μια χούφτα άνθρωποι που έπρεπε να κρύψουν, να διαφυλάξουν, να προστατεύουν μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους από τις αρπακτικές βλέψεις των κατακτητών.

Η βεβήλωση και οι καταστροφές των αρχαιοτήτων από τις κατοχικές δυνάμεις κυρίως τους Γερμανούς ήταν το θέμα της ομιλίας του ακαδημαϊκού και καθηγητή κ. Μιχάλη Τιβέριου, κατά την πανηγυρική συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών για τον εορτασμό της επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940, αναφέρει ο Τύπος της Κυριακής.

Τίτλος της ομιλίας «Μνήσθητε των εν τοις πολέμοις παραλόγων. Οι αρχαιότητες στην Κατοχή». Ήδη από το 2ο αιώνα π.Χ. ο ιστορικός Πολύβιος χαρακτήριζε τις καταστροφές ναών και αγαλμάτων «πράξεις ανθρώπου παρανοϊκού».

Η περίοδος της Κατοχής βρίθει τέτοιων πράξεων και συμπεριφορών. Λίγο πριν από το ξέσπασμα της πολεμικής λαίλαπας, οι σχέσεις των ελλήνων αρχαιολόγων με τους γερμανούς συναδέλφους τους, οι οποίοι πραγματοποιούσαν ανασκαφές στην Ελλάδα ήδη από το 1874, ήταν αγαστές.

«Ωστόσο, από την 27η Απριλίου του 1941, ημέρα κατά την οποία η χιτλερική σημαία βεβήλωσε το Βράχο της Ακρόπολης, έως τη δωδεκάτη Οκτωβρίου του 1944 που υπεστάλη, οι σχέσεις αυτές άλλαξαν ριζικά», σημειώνει ο κ. Τιβέριος. «Οι γερμανοί αρχαιολόγοι, πλην λιγοστών εξαιρέσεων, μεταμορφώθηκαν, έγιναν άνθρωποι, σκαιοί και απόκοσμοι...».

«Απορεί κανείς με το ότι κανένα μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου δεν έσπευσε να βοηθήσει τους ολιγάριθμους έλληνες συναδέλφους του που είχαν αναλάβει ένα πραγματικά τιτάνιο έργο: να εκκενώσουν σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα τα αρχαιολογικά μουσεία της χώρας και να αποκρύψουν τα πολύτιμα εκθέματά τους για να τα προφυλάξουν από ενδεχόμενες καταστροφές κατά τη διάρκεια του πολέμου...».

Μεγάλη λίστα

Τα περιστατικά που αφορούν σε καταστροφές της πολιτιστικής μας κληρονομιάς συνιστούν μακροσκελέστατο κατάλογο. Ο κ. Τιβέριος παραθέτει ορισμένα από αυτά: «Στις 23 και 24 Μαΐου 1941 γερμανικά αεροπλάνα έπληξαν και το αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, προκαλώντας ζημιές στους θησαυρούς του.

Ανεπανόρθωτες ήταν η ζημιές που υπέστη η Κέρκυρα. Από τους σφοδρούς βομβαρδισμούς καταστράφηκε ο βυζαντινός ναός των Αγίων Πατέρων και χάθηκαν οι σπουδαίες φορητές εικόνες του. Μεγάλη απώλεια για τη μεταβυζαντινή τέχνη αποτελεί και η καταστροφή του ναού της Οδηγήτριας στην εβραϊκή συνοικία. Εβδομήντα χιλιάδες σπάνιοι τόμοι βιβλίων έγιναν παρανάλωμα του πυρός στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Κέρκυρας, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς.

Από τους βομβαρδισμούς επλήγησαν οι αρχαιότητες στο Πυθαγόρειο της Σάμου, η μεσαιωνική πόλη της Ρόδου και τα μνημεία της Κω. Αρκετές εκκλησίες σε όλη την Ελλάδα «εξαφανίστηκαν από προσώπου γης», ενώ βαρύ ήταν το τίμημα που πλήρωσαν πολλά μοναστήρια, Μονή Οσίου Λουκά στη Φωκίδα, Αγίου Μελετίου στον Κιθαιρώνα, Αγίας Λαύρας στα Καλάβρυτα, των Βλαχερνών και της Παρηγορήτισσας στην Άρτα, μονές των Μετεώρων κ.α.

newsbeast.gr