Η εξαφάνιση του Μπεν, του μόλις 1,5 έτους μωρού της οικογένειας Νίνταμ, από την Κω στις 24 Ιουλίου 1991, είναι ίσως η πιο γνωστή υπόθεση στην Ελλάδα, καθώς έχει απασχολήσει όχι μόνο τα εγχώρια, αλλά και τα διεθνή μέσα ενημέρωσης.

Εκτός όμως από την ιστορία του μικρού Αγγλου, υπάρχουν πολλές ακόμη ανεξιχνίαστες υποθέσεις στη χώρα μας με αγνοούμενα παιδιά Ελλήνων, που έχουν στοιχειώσει τις οικογένειές τους.

Από αυτές τουλάχιστον τέσσερις προκάλεσαν σοκ όχι μόνο εξαιτίας της είδησης, αλλά και του γεγονότος ότι τα παιδιά εξαφανίστηκαν ενώ βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από την οικογένειά τους.

α ίχνη τους χάθηκαν σαν να άνοιξε η γη και τα κατάπιε.

1981
Αννα Τριανταφυλλίδου
Επαιζε με τα κουβαδάκια της στην παραλία



Η εξαφάνιση της μόλις 2,5 ετών Αννας Τριανταφυλλίδου στις αρχές της δεκαετίας του ’80 συγκλόνισε την Ελλάδα, που τότε κοιμόταν με ξεκλείδωτες πόρτες και ανοιχτά παράθυρα.

Το τέταρτο και μικρότερο παιδί της οικογένειας Τριανταφυλλίδη χάθηκε στις 19 Αυγούστου 1981 στην παραλία Αγία Βαρβάρα, στο Σκουτάρι της Μάνης, ενώ έπαιζε λίγα μέτρα μακριά από το εξοχικό τους σπίτι.

«Τη φώναξα να της δώσω την κρέμα της, αλλά είχε χαθεί. Ψάξαμε όλο το χωριό σπιθαμή προς σπιθαμή. Χάθηκε όμως πολύτιμος χρόνος. Οι ισχυρές δυνάμεις της Αστυνομίας από την Τρίπολη ήρθαν το βράδυ.

Το πουλάκι τότε είχε πετάξει. Οποιος δηλαδή άρπαξε το παιδί μου είχε τον χρόνο ακόμη και να περάσει τα σύνορα», δηλώνει στο «ΘΕΜΑ» η μητέρα της αγνοούμενης, κυρία Αρετή Τριανταφυλλίδου.

Λουόμενοι υποστήριξαν ότι η μικρή Αννα κατευθύνθηκε προς τα τροχόσπιτα που υπήρχαν στην παραλία, αλλά κανένας από τους ιδιοκτήτες δεν φώτισε με τη μαρτυρία του το σκοτάδι. Τα ίχνη από τροχούς αυτοκινήτου που απομακρύνθηκε έδειξαν ως πιθανά σενάρια πως το παιδί ή έπεσε θύμα απαγωγής ή κάποιος οδηγός το χτύπησε κατά λάθος και στη συνέχεια το παράτησε σε απόκρημνη περιοχή της Μάνης.

Ενα γράμμα που έφτασε αργότερα από τη Γερμανία αναστάτωσε την οικογένεια. Αποστολέας ήταν μια καθηγήτρια που έμενε σε ένα από τα τροχόσπιτα της παραλίας. Τη γυναίκα αναζήτησε ακόμη και η Ιντερπόλ. Οταν εντοπίστηκε, ισχυρίστηκε πως με το γράμμα της απλώς εξέφρασε το ενδιαφέρον της για την εξέλιξη της υπόθεσης και ότι η ίδια δεν είχε καμία εμπλοκή.

Πριν από λίγους μήνες οι ελπίδες για τη μητέρα της Αννας αναπτερώθηκαν. Δύο υιοθετημένες γυναίκες που αναζητούσαν τους βιολογικούς τους γονείς και οι οποίες είδαν τη φωτογραφία της αγνοούμενης Αννας όπως περίπου θα ήταν σήμερα, σύμφωνα με την επεξεργασία ειδικών, επικοινώνησαν με τις Αρχές και υπεβλήθησαν σε τεστ DNA, το οποίο όμως ήταν αρνητικό.

«Τα τελευταία 32 χρόνια είμαι σ’ έναν λαβύρινθο. Το να μην ξέρεις τι έχει συμβεί στο παιδί σου είναι ό,τι χειρότερο. Οταν ακούω ότι εξαφανίστηκε ένα παιδί τρελαίνομαι και σκέφτομαι το δικό μου, αλλά και τη μάνα που το ψάχνει. Ο άνδρας μου πέθανε με τον καημό ότι δεν έμαθε την αλήθεια.

Η παραδειγματική τιμωρία για τους ανθρώπους που αρπάζουν παιδιά είναι η κρεμάλα. Ομως αν αυτός που το πήρε μου το επέστρεφε ακόμη και σήμερα, θα τον αγκάλιαζα και θα του φιλούσα τα χέρια», δηλώνει η μητέρα της Αννας, η οποία έχει ένα εκ γενετής μαύρο σημάδι (σαν ελιά) ψηλά στους γλουτούς και σήμερα, αν ζει, είναι 34 ετών.

2006
Αλεξ  Μεσχισβίλι
Τον «εξαφάνισαν», ομολόγησαν, αλλά το  πτώμα δεν βρέθηκε ποτέ



Η εξαφάνιση του 11χρονου Αλεξ Μεσχισβίλι από τη Γεωργία, ο οποίος ζούσε με τη μητέρα του και τον πατριό του στη Βέροια, προκάλεσε σοκ στην κοινή γνώμη, καθώς ως υπεύθυνα γι’ αυτήν, αλλά και για τον σχεδόν βέβαιο θάνατό του (δεν βρέθηκε ποτέ το πτώμα του) ήταν άλλα παιδιά.

Ο 11χρονος έπεφτε συχνά θύμα βίαιης συμπεριφοράς από συμμαθητές του και, όπως φαίνεται, ένα παρόμοιο επεισόδιο διαδραματίστηκε και την ημέρα της εξαφάνισης. Τα ίχνη του χάθηκαν στις 3 Φεβρουαρίου 2006, μεταξύ 7 και 8 το απόγευμα, από την περιοχή Ελιάς - Ανοίξεως Βέροιας.

Εκεί τον είδαν για τελευταία φορά φίλοι και συμμαθητές του. Προορισμός του μετά την προπόνηση του μπάσκετ στο κλειστό γυμναστήριο της περιοχής ήταν το πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ του πατριού του, ενώ στη συνέχεια θα πήγαινε στο μάθημα ζωγραφικής στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.

Λίγες εβδομάδες μετά, πέντε παιδιά ηλικίας 11 έως 13 ετών, δύο Ελληνόπουλα αδέλφια, ένας Αλβανός, ένας Βορειοηπειρώτης και ένας Ρουμάνος, ομολόγησαν τον θανάσιμο τραυματισμό του Αλεξ.

Κατέθεσαν ότι κυνήγησαν τον συμμαθητή τους από τη Γεωργία και όταν έφτασαν στην πλατεία Δημαρχείου της Βέροιας του επιτέθηκαν και τον χτύπησαν, με αποτέλεσμα να πέσει στα μαρμάρινα σκαλοπάτια και να τραυματιστεί θανάσιμα στο κεφάλι.

Αρχικά κουβάλησαν το πτώμα του και το εγκατέλειψαν σε διπλανό ακατοίκητο σπίτι, ενώ αργότερα με ένα καρότσι το μετέφεραν στη συνοικία της Μπαρμπούτας στον Τριπόταμο για να το εξαφανίσουν κοντά σε μια γέφυρα. Ρόλο στην εξαφάνιση φαίνεται ότι έπαιξε και ο παππούς των Ελληνόπουλων.

Το ίδιο βράδυ της ομολογίας οι Αρχές άφησαν ελεύθερους τους ανήλικους να επιστρέψουν στο σπίτι τους.
 
Την επομένη αναίρεσαν τις καταθέσεις τους, με αρκετούς να κάνουν λόγο για ένα τραγικό σφάλμα της Αστυνομίας και του εισαγγελέα, καθώς συγγενείς και δικηγόροι είχαν πλέον τον χρόνο να τους «δασκαλέψουν».

Τον Φεβρουάριο του 2009 οι ανήλικοι κρίθηκαν ένοχοι από το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων της Θεσσαλονίκης για το κακούργημα της μη σκοπούμενης σωματικής βλάβης και για περιύβριση νεκρού, σε μια δίκη που διήρκεσε τέσσερις μήνες και εξετάστηκαν σε αυτή περισσότεροι από 100 μάρτυρες.

Το δικαστήριο τους επέβαλε αναμορφωτικά μέτρα. Ακόμη, καταδικάστηκε ο παππούς των δύο Ελληνόπουλων σε φυλάκιση 4 ετών και 6 μηνών για υπόθαλψη εγκληματία κατά συρροή και για ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση, ποινή που ήταν εξαγοράσιμη. Το πτώμα του Αλεξ δεν βρέθηκε ποτέ.

1992
Γιώργος Παρασκευόπουλος
Από τα βουνά της Αρκαδίας



Ο Γιώργος Παρασκευόπουλος με τα καστανόξανθα μαλλιά και τα καστανά μάτια ήταν 10 ετών όταν εξαφανίστηκε στο βουνό του χωριού Δήμητρα Γορτυνίας, στις 24 Ιουνίου 1992.

Οι γονείς του, που ζούσαν στην Κρήτη, τον είχαν στείλει στο χωριό του παππού και της γιαγιάς για διακοπές. Τον Γιωργάκη παρέλαβε η θεία του, που τον φρόντισε μαζί με τα παιδιά της.

Το πρωινό της εξαφάνισης ο παππούς του είχε πυρετό και η θεία του έστειλε το παιδί να του πάει τα φάρμακα στο βουνό. Κάποια στιγμή ο παππούς τον άφησε στην πηγή του βουνού να γεμίσει με νερό τα δύο παγουράκια του και πήγε στα πρόβατά του.

Οταν γύρισε δεν τον βρήκε και υπέθεσε ότι ο μικρός επέστρεψε στο χωριό. Δεν ειδοποίησε κανέναν, ούτε τον αδελφό του που τον επισκέφτηκε στη στάνη. Το αποτέλεσμα ήταν η εξαφάνιση του Γιώργου Παρασκευόπουλου να γίνει αντιληπτή το επόμενο βράδυ, όταν ο παππούς του κατέβηκε στο χωριό.

Ο Στρατός, ομάδα ερευνητών από την Ελβετία, χωρικοί και συγγενείς έψαχναν για μέρες το παιδί. Αργότερα, σε ένα δύσβατο σημείο του βουνού εντοπίστηκαν τα παγούρια του. Κάτοικος διπλανού χωριού ισχυρίστηκε ότι είδε ένα αγοράκι με τα χαρακτηριστικά του Γιώργου να κατεβαίνει από το βουνό προς τον κεντρικό δρόμο, αλλά δεν έδωσε σημασία και δεν το ανέφερε τον πρώτο καιρό των ερευνών.

Το έκανε όταν ο μητροπολίτης της περιοχής απείλησε με αφορισμό όσους γνώριζαν στοιχεία για την υπόθεση και δεν μιλούσαν!

Οι γονείς του αρχικά υποψιάστηκαν τους Τσιγγάνους. Γύρισαν καταυλισμούς, παρακάλεσαν τους «βασιλιάδες» των Τσιγγάνων να τους βοηθήσουν, έψαξαν κάθε τσαντίρι που βρήκαν, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Η οικογένεια του Γιώργου δεν γνωρίζει ακόμη και σήμερα τι ακριβώς έχει συμβεί. Δεν αποδείχτηκε κάποιο σενάριο, δεν υπήρξε κάποιο στοιχείο που θα έστρεφε τις έρευνες σε συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η μητέρα του δεν θα εγκαταλείψει την προσπάθεια να τον βρει μέχρι να αφήσει την τελευταία της πνοή. Ο Γιώργος σήμερα θα ήταν 31 ετών.

1989
Νεκτάριος Κορδός
Τον ψάχνουν ακόμα και σήμερα



Ο Νεκτάριος Κορδός από το χωριό Κάτω Αμπελόκηποι Μεσσηνίας εξαφανίστηκε στις 14 Αυγούστου 1989 σε ηλικία 7 χρόνων. Ηταν το τρίτο παιδί του Γιάννη και της Βασιλικής Κορδού. Εκείνη τη μέρα είχε πάει στο κτήμα της οικογένειας, στην περιοχή Λούτσα, όπως δηλώνει στο «ΘΕΜΑ» η αδελφή του Αντωνία Κορδού:

«Ημασταν οικογενειακώς στο κτήμα, που απέχει περίπου 3-4 χιλιόμετρα από το χωριό. Ηταν Αύγουστος, εποχή του τρύγου. Αρκετές οικογένειες βρίσκονταν στα κτήματά τους δίπλα σε εμάς. Ο Νεκτάριος καθόταν λίγο πιο πέρα γιατί είχε ήλιο.

Οταν κατά τις 11 το πρωί τον καλέσαμε να φύγουμε, διαπιστώσαμε ότι είχε εξαφανιστεί. Εγώ τότε ήμουν 11 ετών. Θυμάμαι πολύ καλά εκείνες τις στιγμές. Δεν περιγράφονται με λόγια. Στην αρχή χάθηκε χρόνος. Να φανταστείτε ότι η Χωροφυλακή ήρθε στις 5 το απόγευμα».

Κάποιοι χωρικοί υποστήριξαν ότι είδαν τον Νεκτάριο στα πίσω καθίσματα ενός σκούρου, μεγάλου αυτοκινήτου να τους χαιρετάει. Αν και η πληροφορία δεν αποδείχτηκε ποτέ, η αδελφή του είναι πεπεισμένη ότι κάποιοι τον άρπαξαν από την αγκαλιά της οικογένειας.

«Εφεραν εκπαιδευμένα σκυλιά, σήκωσαν ελικόπτερο, μήπως και είχε πέσει σε καμιά χαράδρα, επειδή τα μέρη είναι ορεινά. Εγινε μεγάλη κινητοποίηση από χιλιάδες ανθρώπους. Δεν βρέθηκε τίποτα. Αν ο αδελφός μου είχε πέσει κάπου, θα είχε βρεθεί. Εγώ πιστεύω ότι τον άρπαξαν», λέει χαρακτηριστικά. Εξι μήνες μετά έχασε και τον πατέρα της. Ο καημός του για τον γιο του επιδείνωσε τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε.

Η πρόσφατη υπόθεση της Μαρίας με τα ξανθά μαλλιά και τη λευκή επιδερμίδα που βρέθηκε σε καταυλισμό των Ρομά ξύπνησε τις μνήμες της αδελφής του Νεκτάριου. «Δυστυχώς, έπρεπε να βγει αυτή η υπόθεση για να κινητοποιηθούν κάποιοι.

Ολα αυτά τα παιδιά στα φανάρια από πού προέρχονται; Φυσικά και δεν κάνουν όλοι οι Τσιγγάνοι απαγωγές. Δεν υπάρχει όμως το ανάλογο ενδιαφέρον από την Πολιτεία.

 Δεν ξέρω αν ο αδελφός μου ζει, αν αυτοί που τον άρπαξαν τον έβγαλαν από την Ελλάδα ή αν τον σκότωσαν. Θέλω όμως να παρακαλέσω όποιον γνωρίζει το παραμικρό να μιλήσει ακόμη και τώρα, ανώνυμα αν θέλει.

Υπάρχουν τρόποι να δώσει κάποιος πληροφορίες χωρίς να έχει τον φόβο ότι θα μπλέξει. Και επειδή έχουν περάσει χρόνια, ίσως κάποια παιδιά που σήμερα έχουν μεγαλώσει να γνωρίζουν στοιχεία από τους γονείς τους.

Η νέα γενιά έχει άλλα μυαλά και αντιλήψεις και μπορεί να μας βοηθήσει να μάθουμε την αλήθεια». Ο Νεκτάριος σήμερα θα ήταν 31 ετών.

protothema.gr