Τις πρώτες πρωινές ώρες στις 28 Οκτωβρίου του 1940 η τότε Ιταλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, δια του Ιταλού Πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος και το επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του δεύτερου, στην Κηφισιά, με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Βασιλείου της Ελλάδος, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.

Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά (επίσημη διπλωματική γλώσσα) την ιστορική φράση: «Alors, c'est la guerre», (προφέρεται από τα γαλλικά, αλόρ, σε λα γκερ, δηλαδή, Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο), εκδηλώνοντας έτσι την αρνητική θέση επί των ιταμών ιταλικών αιτημάτων.

O ίδιος ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που εξέδωσε το 1945, περιγράφει τη σκηνή:

«Έχω εντολή κ. πρωθυπουργέ να σας κάνω μία ανακοίνωση και του έδωσα το έγγραφο. Παρακολούθησα την συγκίνηση εις τα χέρια και εις τα μάτια του. Με σταθερή φωνή και βλέποντάς με κατάματα ο Μεταξάς μου είπε: αυτό σημαίνει πόλεμο. Του απήντησα ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Μου απήντησε ΟΧΙ. Του πρόσθεσα ότι αν ο στρατηγός Παπάγος..., ο Μεταξάς με διέκοψε και μου είπε: ΟΧΙ! Έφυγα υποκλινόμενος με τον βαθύτερο σεβασμό, προ του γέροντος αυτού, που προτίμησε την θυσία αντί της υποδουλώσεως».

Ο Μεταξάς εκείνη τη στιγμή είχε εκφράσει το ελληνικό λαϊκό συναίσθημα, την άρνηση της υποταγής, και αυτή η άρνηση πέρασε στον τότε ελληνικό δημοσιογραφικό τύπο με την λέξη «ΟΧΙ». Σημειώνεται πως αυτούσια η λέξη «ΟΧΙ» παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά ως τίτλος στο κύριο άρθρο της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον» του Ν. Π. Ευστρατίου στις 30 Οκτωβρίου του 1940.

Δύο ώρες μετά την παραπάνω επίδοση, ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος με εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, οπότε η Ελλάδα αμυνόμενη ενεπλάκη στον πόλεμο.

Ο Χίτλερ, βλέποντας ότι οι Ιταλοί παρά τον τελειότερο εξοπλισμό και τις μεγαλύτερες δυνάμεις τους δεν μπορούσαν να κατακτήσουν την Ελλάδα, αποφάσισε να επέμβει ο ίδιος τον Απρίλιο του 1941.

Ο στρατός μας, που υπερασπιζόταν το Ρούπελ και τα άλλα οχυρά στα σύνορα με τη Βουλγαρία, αγωνίστηκε ηρωικά.

Τα δεινά της ναζιστικής κατοχής

Η κατοχή επέφερε τεράστια δεινά στον ελληνικό λαό και προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές.

Οι ανθρώπινες απώλειες της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου υπολογίζονται μεταξύ 300.000 και 770.000 αμάχων και 20.000 έως 35.000 στρατιωτών.

Ανυπολόγιστες υπήρξαν και οι υλικές καταστροφές, που οδήγησαν σε πλήρη κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα υπέφερε τα πάνδεινα κατά τη διάρκεια της κατοχής. Η οικονομία της χώρας είχε ήδη υποστεί μεγάλη καταστροφή από τον εξάμηνο πόλεμο με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς.

Η πλήρης καταστροφή της Ελληνικής οικονομίας ολοκληρώθηκε την περίοδο της κατοχής, κατά τη διάρκεια της οποίας οι πρώτες ύλες και τα τρόφιμα επιτάχθηκαν από τους κατακτητές, γεγονός που εκτίναξε την τιμή τους στο εσωτερικό της χώρας και υπήρξε εκρηκτική άνοδος του πληθωρισμού.

Περαιτέρω επιδείνωση της οικονομίας επήλθε με τη χορήγηση του κατοχικού δανείου στη Γερμανία το 1944.

Η έλλειψη ειδών πρώτης ανάγκης είχε ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα του λιμού τον χειμώνα του 1941-42, οπότε και υπολογίζεται πως 300.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.

Το γεγονός αυτό υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές τραγωδίες κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι αντίπαλοι συνασπισμοί αντιμετώπισαν την τραγωδία με αλληλοκατηγορίες.

Για τους Άγγλους υπαίτιοι ήταν οι Γερμανοί, που λεηλάτησαν τη χώρα, ενώ για τους Γερμανούς υπαίτιοι ήταν οι Άγγλοι, που εφάρμοσαν στρατηγική αποκλεισμού εμποδίζοντας την ανθρωπιστική βοήθεια να φτάσει στην Ελλάδα.

Τον Μάρτιο του 1942, όταν η κρίση βρισκόταν στην αιχμή της, επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των εμπόλεμων πλευρών για διανομή τροφίμων στην Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε με σουηδικά πλοία υπό την αιγίδα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού.

Από το Φθινόπωρο του 1942 οι αντιμαχόμενες πλευρές συμφώνησαν στις λεπτομέρειες του σχεδίου επισιτισμού, οπότε ξεκίνησαν τα φορτία τροφίμων του Ερυθρού Σταυρού να εφοδιάζουν διάφορα μέρη της χώρας.

Τα φορτία προέρχονταν αρχικά από τον Καναδά και μετά το 1943 και από τις ΗΠΑ.[15] Η έλλειψη τροφίμων κατά τη διάρκεια της κατοχής οδήγησε σε άνθηση της μαύρης αγοράς με τους μαυραγορίτες εμπόρους συχνά να χρησιμοποιούν τις διασυνδέσεις τους με τις δυνάμεις κατοχής, ώστε να εξασφαλίζουν βασικά αγαθά, τα οποία στη συνέχεια πουλούσαν στον τοπικό πληθυσμό σε εξαιρετικά υψηλές τιμές.

Ανατίναξη γέφυρας Γοργοποτάμου 25-11-1942

Κατοχή - Αντίσταση - Απελευθέρωση

Η Ελλάδα όμως δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα και τους δυο επιδρομείς. Οι Γερμανοί, για να την κατακτήσουν, αναγκάστηκαν να θυσιάσουν διαλεχτά τμήματα του στρατού τους.

Ο ηρωικός αγώνας του ελληνικού στρατού, εκτός από τις μεγάλες απώλειες που προκάλεσε στον Άξονα, ανάγκασε τη Γερμανία να καθυστερήσει την επίθεση της εναντίον της Ρωσίας.

Αυτή η καθυστέρηση συνέβαλε στην τελική ήττα των Γερμανών, οι οποίοι, εκτός από την αντίσταση των Ρώσων, είχαν να αντιμετωπίσουν και τον ανυπόφορο ρωσικό χειμώνα.

Τόποι μαρτυρίου

Το πρωί τnς 20ης Μαΐου 1941, οι αλεξιπτωτιστές του ΙΙΙ Τάγµατος Εφόδου έπεσαν στα ανατολικά του αεροδροµίου του Μάλεµε, µέχρι τον Πλατανιά, όπου δέχτηκαν τα πυρά των Νεοζηλανδών, ενώ ταυτόχρονα είχαν να αντιµετωπίσουν και τους περιοίκους «παντός φύλου και ηλικίας, επιτιθέµενους εναντίον των δια πρωτογόνων µέσων», µε αποτέλεσµα µέχρι το τέλος της ηµέρας σχεδόν να εκµηδενιστούν: επί 600 ανδρών σκοτώθηκαν περίπου οι 400, συµπεριλαµβανοµένων του διοικητού και του υποδιοικητού του τάγµατος, καθώς και τριών από τους τέσσερις διοικητές λόχων.

Ο υποσµηναγός Horst Trebes ήταν ο µόνος αξιωµατικός που γλίτωσε χωρίς να χτυπηθεί. Οι δραµατικές ώρες που έζησε εκείνη την ηµέρα επρόκειτο να σφραγίσουν τη µοίρα του γειτονικού χωριού Κοντοµαρί.

Μετά το πέρας της µάχης και την οριστική κατάληψη της Kρήτης, απόσπασµα του ΙΙΙ Τάγµατος, µε επικεφαλής τον ίδιο, εισήλθε στο χωριό το πρωί της 3ης Ιουνίου και µε συνοπτικές διαδικασίες συγκέντρωσε και εκτέλεσε σε γειτονικό λιόφυτο 23 άνδρεs που βρέθηκαν επί τόπου.

Ομαδικοί απαγχονισμοί

ΚΑΝΔΑΝΟΣ ΚΡΗΤΗΣ 3 ΙΟΥΝΙΟΥ 1941

Κάντανος, ένα μικρό χωριό της Κρήτης, στο Νομό Χανίων, έμελλε να γίνει ένα από τα μνημεία της ναζιστικής θηριωδίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

Οι κάτοικοί της, των γύρω χωριών, αλλά και πολλοί από την επαρχία Σελίνου, αν και ήξεραν ποιο θα ήταν το τίμημα που θα πλήρωναν, αποφάσισαν ν’ αντισταθούν και να θυσιαστούν στην επέλαση των ναζί.

Με λίγα και ακατάλληλα όπλα, αμύνονται μαχόμενοι στις 23 Μαΐου 1941 στα Φλώρια και στις 24 και 25 Μαΐου 1941 πιο οργανωμένα και με περισσότερες δυνάμεις στο φαράγγι της Καντάνου, όπου μετά από σφοδρή μάχη, σκοτώνονται πολλοί Γερμανοί.

Τη Δευτέρα 2 Ιουνίου αρχίζει ο ανελέητος βομβαρδισμός του χωριού, ενώ στη συνέχεια τα τμήματα που μπήκαν στο χωριό, έκαψαν και ισοπέδωσαν όλα τα σπίτια. Ολοκαύτωμα.

Οι ναζί συγκεντρώνουν τους κατοίκους και αρχίζουν τις εκτελέσεις. Στις 3 Ιουνίου 1941, οι ναζί είχαν κάψει και ισοπεδώσει την Κάντανο, εκδικούμενοι για την αντίσταση που συνάντησαν από τους κατοίκους της έξω από το Δημοτικό Σχολείο.

ΒΙΑΝΝΟΣ ΚΡΗΤΗΣ

Το 1943 εκτελέστηκαν από τα ναζιστικά στρατεύματα 400 άνθρωποι.

ΑΜΑΡΙ ΚΡΗΤΗΣ 22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944

Ολοκαύτωμα του Αμαρίου

Οι βάρβαροι καταχτητές της Κρήτης περικύκλωσαν τ’ Αμαριώτικα χωριά: Γουργούθοι – Γερακάρι – Βρύσες – Σμιλές – Άνω Μέρος – Δρυγιές – Καρδάκι και Κρύα Βρύση Αγίου Βασιλείου, εκτέλεσαν 164 αθώες ψυχές, έκαψαν τα άψυχα κορμιά τους ,ανατίναξαν με δυναμίτες όλα ανεξαιρέτως τα κτίσματα. και πυρπόλησαν ότι απέμεινε.


ΚΟΜΜΕΝΟ ΑΡΤΑΣ, 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1943

Το ολοκαύτωμα στο Κομμένο Άρτας από τους Ναζί. Ήταν 16 Αυγούστου του 1943 όταν ο διοικητής του 12ου Λόχου ο Υπολοχαγός Ρέζερ έδωσε τη διαταγή: «Θα μπούμε στο χωριό, δεν θ΄ αφήσουμε τίποτε όρθιο».

Γέροι άνθρωποι, ανάπηροι, ακόμη και τυφλοί, σκοτωθήκανε επιτόπου. Κορίτσια με την απειλή των όπλων βιάστηκαν κατ’ εξακολούθηση από τους γερμανούς στρατιώτες, οι οποίοι, αφού ικανοποίησαν τα κτηνώδη ένστικτά τους, έκοβαν τους μαστούς και τις έσφαζαν σα ζώα.

Έβρεχαν βαμβάκι με βενζίνη, το τοποθετούσαν στα στόματα των βρεφών που κοιμόντουσαν ακόμη στην κούνια τους και το άναβαν.

Μια γυναίκα έγκυος, αφού της ανοίξανε την κοιλιά, βγάλανε από εκεί το έμβρυο που σε λίγες μέρες θα έφερνε στον κόσμο και το εναποθέσανε στα χέρια της. Έτσι βρέθηκε η γυναίκα.

Νεκρή με ανοιγμένα σπλάχνα και το αγέννητο παραμορφωμένο νεκρό, στα χέρια της. Άλλα από τα παιδιά τα εκτελούσαν στον κρόταφο με μια σφαίρα περιστρόφου, ενώ άλλα τα κάρφωναν με τις ξιφολόγχες τους παρ’ όλη την αθωότητα και τα κλάματα τους.

Στην πλατεία του χωριού, τον Αύγουστο του 1946 οι κάτοικοι χτίσανε ένα καλλιμάρμαρο μνημείο που αναγράφονται τα ονόματα των 317 πατέρων και τέκνων και αδελφών. Το Κομμένο το εκτέλεσαν εν ψυχρώ οι Ναζί και το παρέδωσαν στις φλόγες χωρίς έλεος.

ΛΥΓΚΙΑΔΕΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Οι έλληνες φίλοι του τον φωνάζουν Χριστόφορο. «Ελληνοποίησαν το γερµανικό µου όνοµα» λέει µιλώντας εξαιρετικά ελληνικά στο «Βήµα» ο 69χρονος Κριστόφ Σµινκ-Γκουστάβους, οµότιµος πλέον καθηγητής της Ιστορίας του ∆ικαίου (υπήρξε και κοσµήτωρ των Νοµικών Σπουδών) στο Πανεπιστήµιο τηςΒρέµης.

Πριν από λίγες ηµέρες ο εκδοτικός οίκος Ισνάφι από τα Ιωάννινα εξέδωσε το τρίτο και τελευταίο µέρος της πολυετούς ερευνητικής τριλογίας του για τα εγκλήµατα των ναζιστών στην Ηπειρο «Μνήµες Κατοχής III, Οι Λυγκιάδες στις φλόγες».

Σε αυτό το βιβλίο περιγράφει πώς οι γερµανοί στρατιώτες συγκέντρωσαν το 1943 τους κατοίκους του µικρού χωριού (βρίσκεται στη δυτική πλαγιά του βουνού Μιτσικέλι, απέναντι από τα Ιωάννινα) στην πλατεία, τους χώρισαν σε οµάδες 10-15 ατόµων, τους οδήγησαν στα κελάρια των σπιτιών τους και τους δολοφόνησαν µε αυτόµατα όπλα.

Εν συνεχεία έβαλαν φωτιά στα σπίτια για να εξαφανίσουν τα ίχνη του εγκλήµατος των «αντιποίνων» τους.

ΔΟΞΑΤΟ ΔΡΑΜΑΣ

Στις 28 προς 29 Σεπτεμβρίου 1941 ο λαός της Δράμας και των γύρω χωριών εξεγείρεται και καταλύει τις βουλγαρικές αρχές. Η αυθόρμητη αυτή εξέγερση, καταπνίγεται από τους Βούλγαρους που εκτελούν ομαδικά 3.000 πατριώτες στην πόλη της Δράμας και στο χωριό Δοξάτο.

Οι Ναζί καίνε το Δοξάτο Δράμας και φονεύουν 233 Έλληνες, μαζί και τον ιερέα Σωτήρη Ζήση και 12 γυναικόπαιδα που έχουν καταφύγει στην οικία του. Είναι η δεύτερη φορά που το Δοξάτο κάηκε και οι κάτοικοί του υπέστησαν τέτοιου είδους βαρβαρότητες.

ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ, 13 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 1943

Στις 13 Δεκεμβρίου 1943 εκτελέστηκαν 848 κάτοικοι και 200 άνθρωποι από τα γύρω χωριά, ενώ η πόλη πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς, σφραγίζοντας μια από τις χειρότερες θηριωδίες των ναζί εναντίον άοπλου πληθυσμού σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η σφαγή των Καλαβρύτων είναι η πιο βαριά περίπτωση πολεμικού εγκλήματος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου πολέμου.

Η διαταγή της μαζικής δολοφονίας, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Καλάβρυτα» (Unternehmen Kalavryta), ξεκίνησε από την παράκτια περιοχή τηςΑχαΐας στη βόρεια Πελοπόννησο, όταν τα στρατεύματα της Βέρμαχτ στην πορεία τους έκαψαν χωριά και δολοφόνησαν τους πολίτες στο δρόμο τους.

Η επιχείρηση «Καλάβρυτα» ήταν μια επιχείρηση κύκλωσης των ανταρτών του ΕΛΑΣ η οποία όμως κατέληξε σε μαζικά αντίποιναεπί του άμαχου πληθυσμού της περιοχής, μετά το θάνατο Γερμανών στρατιωτών σε μάχες με τους αντάρτες και, ιδιαίτερα, μετά την εκτέλεση 77 Γερμανών αιχμαλώτων που είχαν συλλάβει οι αντάρτες, λίγες μέρες νωρίτερα.

Οι Γερμανοί, στο δρόμο για τα Καλάβρυτα, εκτέλεσαν 143 άνδρες, στα χωριά Ρωγοί, Κερπινή, Άνω και Κάτω Ζαχλωρού, καθώς και στη Μονή Μεγάλου Σπηλαίου. Επίσης έκαψαν περίπου 1.000 σπίτια σε πάνω από 50 χωριά, αφού τα λεηλάτησαν αποκομίζοντας περισσότερα από 2.000 πρόβατα και μεγαλύτερα ζώα και περίπου 260.000.000 δραχμές.[2]

Όταν έφθασαν στηα Καλάβρυτα, κλείδωσαν όλες τις γυναίκες και τα παιδιά κάτω των 14 στο σχολείο και διέταξαν όλους τους άνδρες από 14 και πάνω να παρουσιαστούν έξω από το χωριό.

Εκεί οι Γερμανοί τους εκτέλεσαν με συνεχείς ριπές πολυβόλων, σκοτώνοντας περίπου 500 (κατά τις νεότερες εκτιμήσεις[3]) άτομα.

Οι γυναίκες και τα παιδιά κατάφεραν να αποδράσουν από το σχολείο ενώ το χωριό φλεγόταν. Την επόμενη ημέρα τα ναζιστικά στρατεύματα πυρπόλησαν το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, που συνδέεται στενά με την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Εκτός των παραπάνω αριθμών που προέρχονται από αυτόπτες μάρτυρες ή ερευνητές, στο θέμα έχει αναφερθεί κατα καιρούς και ο ξένος (αγγλόφωνος και γερμανόφωνος) Τύπος, με αριθμούς που κυμαίνονται από 511 έως 1.200 θύματα.

ΔΙΣΤΟΜΟ

Το ημερολόγιο έγραφε 10 Ιουνίου 1944 όταν ο λοχαγός των SS, Fritz Laufenbach πήρε την εντολή να μετακινήσει τις γερμανικές δυνάμεις των Ναζί από την Λειβαδιά προς το Δίστομο, Στείρι και Κυριάκι με σκοπό τον εντοπισμό ανταρτών στην δυτική πλευρά του Ελικώνα.

Μετά την μάχη οι Γερμανοί μπήκαν στο Δίστομο και σε αντίποινα για τις απώλειές τους άρχισαν την σφαγή όσων κατοίκων έβρισκαν στο χωριό.

Η μανία τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν ξεχώριζαν από το μακελειό ούτε τα γυναικόπαιδα ούτε τους ηλικιωμένους. Τον ιερέα του χωριού τον αποκεφάλισαν, βρέφη εκτελέστηκαν και γυναίκες βιάστηκαν πριν θανατωθούν.

Η σφαγή σταμάτησε μόνον όταν νύχτωσε και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Λειβαδιά, αφού πρώτα έκαψαν τα σπίτια του χωριού.

Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και κατά την επιστροφή των Γερμανών στην βάση τους, καθώς σκότωναν όποιον άμαχο έβρισκαν στον δρόμο τους.

Οι νεκροί του Δίστομου έφτασαν τους 228, εκ των οποίων οι 117 γυναίκες και 111 άντρες, ανάμεσά τους 53 παιδιά κάτω των 16 χρόνων.

Η μαρτυρία του απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Eλβετού George Wehrly ο οποίος έφτασε στο Δίστομο μετά λίγες μέρες μιλάει για 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή.

ΥΠΑΤΗ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ

10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944 Η Υπάτη του Νομού Φθιώτιδας για δεύτερη φορά γίνεται στάχτη από τους Ναζί.

Η Υπάτη πυρπολήθηκε τρεις φορές από τους Γερμανούς και βομβαρδίστηκε με πυροβολικό αρκετές. Οι ημερομηνίες των πυρπολήσεων είναι:

17 Ιουνίου 1944

10 Αυγούστου 1944

12 Οκτωβρίου 1944

ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΣ ΛΑΜΙΑΣ

9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944. Το Ολοκαύτωμα του Τυμφρηστού.

Τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής επεχείρησαν δύο φορές κατά του χωριού. 30 Οκτωβρίου με 11 Νοεμβρίου 1943 ήταν η πρώτη (βλ. 30-Οκτωβρίου) και 9-13 Αυγούστου 1944 η δεύτερη:

Η ολοσχερής πυρπόληση του χωριού έγινε κατά τις επιχειρήσεις αντιποίνων από τις Ναζιστικές δυνάμεις, που είχαν ως βάση τη Λαμία.

Οι Ναζιστικές δυνάμεις ενήργησαν αιφνιδιαστικά με αποτέλεσμα να μη δοθεί ο χρόνος στους κατοίκους να μεταφέρουν τα στοιχειώδη υπάρχοντά τους στα παρακείμενα δάση όπου είχαν καταφύγει και αποκρυβεί.

Η πυρπόληση ολοκλήρου του χωριού ήταν πλέον γεγονός με κατάπληκτους τους κατοίκους να παρακολουθούν τις περιουσίες τους και τους κόπους τους να παραδίδονται στις φλόγες.

Αποτέλεσμα της ολοσχερούς αυτής πυρπόλησης ήταν η καταστροφή: 155 διώροφων πέτρινων οικιών 5Χ9 μέτρων. κεραμοσκεπών με μπαλκόνι και εξωτερική σκάλα, 5 καταστημάτων, 154 αποθηκών διαστάσεων 4Χ6 μ. λαμαρινοσκεπών με τα οικόσιτα ζώα (πτηνά, αιγοπρόβατα και βοοειδή), του πέτρινου Δημοτικού Σχολείου 20Χ8 μ., των 3 εκκλησιών (Αγίου Αθανασίου, Αγίου Γεωργίου και Μεταμορφώσεως του Σωτήρος) και του Κοινοτικού καταστήματος.

Με την πυρπόλησή του καταστράφηκαν ολοσχερώς και τα αρχεία της Κοινότητας.

Επίσης, κατά την Γερμανική κατοχή 1941-1944 πέθαναν από ασιτία 12 κάτοικοι του χωριού…

ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ 5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1944

5 Απριλίου 1944 Η ναζιστική θηριωδία στην πιο αποτρόπαια μορφή. Ο συνταγματάρχης των SS Karl Schümers έδωσε εντολή για ανελέητη σφαγή των γυναικόπαιδων που είχαν παραμένει στο χωριό.

Η απάνθρωπη συμπεριφορά του είχε σαν αποτέλεσμα ο πολιτικός εντεταλμένος του Γ΄ Ράιχ στα Βαλκάνια Herman Neubacher να ονομάσει την επιχείρηση στην Κλεισούρα «λουτρό αίματος» και να επισημάνει με οργή πως οι φρικαλεότητες που διεπράχθησαν παρέβαιναν τις πάγιες διαταγές περί αντιποίνων…

Πρωτομαγιά 1944, ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ

Ηρωική θυσία των 200 πατριωτών στην Καισαριανή μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα των ναζί. Οι «200», πρώην κρατούμενοι-εξόριστοι επί δικτατορίας Μεταξά στην Ακροναυπλία, την Ανάφη, τον Αϊ-Στράτη κ.ά., εκτελέστηκαν ως αντίποινα για το θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού και τριών συνοδών του αξιωματικών στους Μολάους της Λακωνίας, στις 27 Απριλίου του 1944. Δέκα φορτηγά χρειάστηκαν για να μεταφέρουν τους «200» από το Χαϊδάρι, όπου κρατούνταν, στην Καισαριανή.

ΚΑΛΥΒΙΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ, 31 ΙΟΥΛΙΟΥ 1944

Η εκτέλεση και ο απαγχονισμός των πατριωτών έγιναν το πρωί ώρα 7 π.μ. της Δευτέρας 31ης Ιουλίου 1944. Ο Διοικητής των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, που έδρευαν στο Αγρίνιο εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:
«Ως αντίποινα διά την άνανδρον επίθεσιν υπό μιας κομμουνιστικής συμμορίας την 30 Ιουλίου πλησίον του χωρίου Καλύβια καθ’ ην εφονεύθησαν Γερμανοί Στρατιώται, εξετελέσθησαν διά τουφεκισμού, 55 Κομμουνισταί εκ της περιφερείας Αγρινίου και εκρεμάσθησαν εις τον τόπον του εγκλήματος 4 επικίνδυνοι Κομμουνισταί εξ ων δύο Καπετανέοι του ΕΛΑΣ.
Ο Διοικητής των Γερμ. Στρατευμάτων Αιτωλοακαρνανίας».

ΧΟΡΤΙΑΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1944

Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών, έφτασαν στο Χορτιάτη περίπου είκοσι φορτηγά με Γερμανούς στρατιώτες και άντρες του Αποσπάσματος Καταδίωξης Ανταρτών του Φριτς Σούμπερτ (Jagdkommando Schubert) και περικύκλωσαν το χωριό. Αφού συγκέντρωσαν τους κατοίκους που βρήκαν στην κεντρική πλατεία και στο καφενείο του χωριού, άρχισαν να λεηλατούν και να πυρπολούν τα σπίτια.

Στη συνέχεια οδήγησαν τους συγκεντρωμένους στην πλατεία κατοίκους στο σπίτι του Ευάγγελου Νταμπούδη και τους έκαψαν ζωντανούς. Τους συγκεντρωμένους στο καφενείο τους οδήγησαν, με τη συνοδεία ενός χαρούμενου σκοπού που έπαιζε στο βιολί ένας άντρας του Σούμπερτ και τους έκλεισαν στο φούρνο του Στέφανου Γκουραμάνη.

Εκεί οι άντρες του Σούμπερτ έστησαν ένα πολυβόλο και άρχισαν να τους πυροβολούν από ένα μικρό παραθυράκι της πόρτας. Κατόπιν έβαλαν φωτιά για να κάψουν ζωντανούς όσους δεν είχαν σκοτωθεί από τις ριπές του πολυβόλου.

Από τους εγκλωβισμένους όσοι προσπάθησαν να διαφύγουν από το κτίριο που καιγόταν μαχαιρώθηκαν από τους στρατιώτες που περίμεναν έξω.

 Μόνο δύο άνθρωποι κατάφεραν να γλυτώσουν από το φούρνο του Γκουραμάνη. Εκτός από τους κατοίκους που δολοφονήθηκαν στα δύο προαναφερθέντα σημεία του χωριού, άλλοι δολοφονήθηκαν έξω από τα σπίτια τους και έντεκα καταδιώχθηκαν και εκτελέστηκαν έξω από το χωριό ενώ προσπαθούσαν να διαφύγουν.

Επίσης γυναίκες κάτοικοι του Χορτιάτη έπεσαν θύματα βιασμού πριν δολοφονηθούν από τους άντρες του Σούμπερτ. Συνολικά σκοτώθηκαν εκείνη την μέρα 149 κάτοικοι του Χορτιάτη, ανάμεσα τους 109 γυναίκες και κορίτσια και κάηκαν περίπου 300 σπίτια.

Εξ αιτίας του φόβου ότι οι Γερμανοί θα επέστρεφαν αλλά και της δυσοσμίας από τα καμένα πτώματα που είχαν μείνει άταφα, οι κάτοικοι που κατάφεραν να σωθούν επέστρεψαν αρκετές μέρες αργότερα στο χωριό.

Στις 4 Σεπτεμβρίου οι άντρες του Σούμπερτ επέστρεψαν για να ολοκληρώσουν την λεηλασία των σπιτιών που είχαν ξεκινήσει δυο μέρες πριν.

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς. Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944

Κοντά στις 2:30 το πρωί ξεκινά το δράμα της ομαδικής σφαγής που θα ακολουθήσει όταν ανέβει ο ήλιος ψηλά. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές που περικλείουν την Κοκκινιά, από Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί και Ρέντη μέχρι Κερατσίνι, Φάληρο και Πειραιά, ο κλοιός σφίγγει. Μαζί με τους Ναζί κατακτητές καταφθάνει στην προσφυγούπολη του Πειραιά, τη «Μικρή Μόσχα», όπως είχαν βαπτίσει την Κοκκινιά, και το μηχανοκίνητο τμήμα του δοσίλογου Ν. Μπουραντά. Περί τους 3.000 βαριά οπλισμένους με πολυβόλα, όλμους, μυδράλια, ταχυβόλα, αυτόματα, Γερμανούς και Έλληνες ταγματασφαλίτες κυκλώνουν την πόλη που εκείνη την ώρα κοιμάται.

Μετά τις 6:00 π.μ. ακούγονται τα «χωνιά» στους δρόμους της Κοκκινιάς. Όχι τα χωνιά της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ που καλούσαν κάθε τόσο τον Κοκκινιώτικο λαό σε αντίσταση και του έδιναν κουράγιο, μα τα χωνιά των ταγματασφαλιτών: «Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14-60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων.

Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου». Πανικός σε κάθε σπίτι και σε κάθε δρόμο της πόλης. Μερικοί κρύβονται όπως-όπως σε στέγες, καταπακτές, πηγάδια, όπου βρουν.

Με υποκόπανους γκρεμίζονται οι πόρτες των φτωχών παραγκόσπιτων και με βρισιές και κλωτσιές σέρνονται κυριολεκτικά προς τον τόπο του Μαρτυρίου, εκατοντάδες συμπολίτες μας αγωνιστές. Αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν υπάκουσαν στην εντολή και εκτελέστηκαν επί τόπου στα σπίτια τους.

Οι γυναίκες με τα παιδιά κλαίνε και οδύρονται ακολουθώντας με αγωνία τους δικούς τους ανθρώπους. Οι Γερμανοί αρχίζουν να καίνε τα σπίτια.

Οι ταγματασφαλίτες μπαίνουν στα σπίτια και αρπάζουν ότι βρουν, καταστρέφουν, καίνε, βρίζουν και χτυπούν τα γυναικόπαιδα.

Η μικρή αντίσταση που πρόλαβαν να δεχτούν από ομάδες ΕΛΑΣιτών πνίγεται στο αίμα. Οι πρώτοι νεκροί πέφτουν σε διάφορους δρόμους.

Γύρω στις 8.00 π.μ. η πλατεία της Οσίας Ξένης, αλλά και οι γύρω δρόμοι, έχουν γεμίσει από κόσμο. Περίπου 25.000 άτομα.

Χωρίζονται κατά ομάδες σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους για να μπορούν οι δήμιοι και να υποδεικνύουν όποιον θέλουν. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι.

Στην πλατεία εμφανίζονται ελάχιστοι Κοκκινιώτες που φορούν μαύρες κουκούλες και έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Ο ρόλος τους είναι συγκεκριμένος, ως γνήσιοι προδότες υποδεικνύουν ποιους να εκτελέσουν.

 Ο γνωστός χαφιές της Κοκκινιάς, Μπατράνης, διακρίνει μέσα στο πλήθος το λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου και με ειρωνεία τον χαιρετά «τα σέβη μου λοχαγέ» και δίνει το σύνθημα.

Αφού με την ξιφολόγχη του βγάζουν το μάτι και του σχίζουν τα μάγουλα, τον περιφέρουν ανάμεσα στο πλήθος ζητώντας του να προδώσει.

Η απάντηση του ΕΛΑΣίτη λοχαγού ήταν «Ψηλά το κεφάλι, μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να προδώσω κανέναν». Σέρνεται για να κρεμαστεί αναίσθητος. Λίγο πριν το τέλος του ψέλλισε. «ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ»!!!.

Οι κουκουλοφόροι σαν τα φίδια σέρνονται μέσα στο πλήθος και διαλέγουν ..και ο δήμιος εκτελεί. Μέχρι να τους πάνε στον τόπο της εκτέλεσης τους βασανίζουν απάνθρωπα για να προδώσουν.

Χαρακτηριστικό της ανδρείας, του υψηλού φρονήματος των εκτελεσθέντων είναι ότι λίγο πριν το θάνατο και με αντάλλαγμα την ίδια τους τη ζωή, κανείς δεν πρόδωσε άλλο συναγωνιστή του. Ενώ πολλοί ήταν αυτοί που πριν πέσουν νεκροί έδιναν θάρρος στους υπόλοιπους προτρέποντάς τους να αγωνιστούν ενάντια στο φασισμό.

Ο τόπος εκτέλεσης είναι κοντά στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη μάντρα ενός ταπητουργείου , στη συμβολή των οδών Κιλικίας και Θειρών. Η μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή γεμίζει με παλικάρια. Ο Γερμανός δήμιος που βρίσκεται στο πόστο του μέσα στη Μάντρα πίνει συνέχεια ούζο και με το όπλο του συνεχώς εκτελεί. Πίνει , βρίζει, εκτελεί και συνεχώς αναφωνεί «άλλες κόμουνιστ καπούτ», («Όλοι οι κομμουνιστές θα πεθάνουν»).

Την ώρα των ομαδικών εκτελέσεων μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τους την ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης σε σπίτια συναγωνιστών τους. Ξαφνικά γερμανικά καμιόνια ζώνουν την περιοχή και αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Από τα 90 σπίτια της περιοχής καίγονται τα 80. Για το λόγο αυτό η συνοικία του 4ου Καραβά ονομάστηκε «Καμένα».

Γύρω στις 11:00 π.μ., οι Γερμανοί πληροφορούνται ότι στη Νεάπολη προδόθηκε το κρησφύγετο μιας ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ, στην οποία συμμετείχε η Διαμάντω Κουμπάκη. Η χαρά των Γερμανών ήταν μεγάλη διότι κατάφεραν να την συλλάβουν. Καθώς τη χτυπούσαν κατευθυνόμενοι προς τη Μάντρα η Διαμάντω τους έβριζε και τους απαντούσε «σαν και εσάς προδότες εγώ έφαγα 65!».

Παρά το άγριο ξυλοδαρμό της με τους υποκόπανους των όπλων, φθάνοντας στη Μάντρα του μαρτυρίου και λίγο πριν την εκτελέσουν βρήκε το κουράγιο να φωνάξει «Μια ζωή τη χρωστάμε, ας μην την πάρουν οι προδότες. Υπάρχουν χιλιάδες λεβέντες. Θα τους εκδικηθούν».

Παρόμοια κατάληξη θα έχει και μια άλλη αντάρτισσα, η Αθηνά Μαύρου. Καθώς την έσερναν βίαια στην Οσία Ξένη, για να μαρτυρήσει όσους γνώριζε, φώναξε: «αδέλφια το κεφάλι ψηλά, δε γνωρίζω κανέναν και ας με φάει το βόλι του Γερμανού».

Την ώρα που η Κουμπάκη και η Μαύρου έπεφταν στα χέρια των Γερμανών για να βρουν τραγικό θάνατο στην ίδια περιοχή μια ομάδα ΕΛΑΣιτών με επικεφαλής το Θεόδωρο Μακρή συνεχίζει να δίνει γενναία μάχη. Κάποιοι από αυτούς κατάφεραν να διαφύγουν από το γερμανικό κλοιό. Νεκροί πέφτουν ο Θεόδωρος Μακρής και ο Ιταλός Αντιφασίστας που είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ Νίνο ή Πέτρος.

Στην πλατεία Οσίας Ξένης συνεχίζεται η τραγωδία. Εκατοντάδες γυναίκες προσπαθούν να ανακουφίσουν τον πόνο των αγωνιστών και με στάμνες κουβαλούν λίγο νερό και λίγο ψωμί. Οι δήμιοι σπάνε τις στάμνες, κλωτσάνε τις γυναίκες και βρίζουν.. Τα παιδιά κλαίνε και σπαράζουν: Η ζέστη, η δίψα, ο φόβος έχει σκεπάσει τα πρόσωπα ψυχές όλων. Οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους χαμογελούν σαρκαστικά. Η αγωνία της διαλογής συνεχίζεται, οι ριπές στη Μάντρα συνεχίζονται, το Μαρτύριο τελειωμό δεν έχει. Τη στιγμή αυτή ξεχωρίζει ο ηρωισμός του αγωνιστή Κώστα Περιβόλα ο οποίος, την ώρα που τον διαλέγουν για εκτέλεση, ορμά πάνω στον χαφιέ Ι.Πλυντζανόπουλο, τον έπιασε από το λαιμό και του βγάζει την κουκούλα. Ο δήμιος προλαβαίνει και τον εκτελεί επί τόπου. Λίγο μετά το μεσημέρι σταματούν οι εκτελέσεις.

Έχουν προηγηθεί κι άλλες ομαδικές εκτελέσεις στα Καμένα, στη συμβολή των οδών Ακροπόλεως και Αρτέμιδος. Εκεί εκτελούνται 46 οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην περιοχή με καμιόνια από την Οσία Ξένη.

Στο χώρο της Μάντρας η εικόνα είναι αποτρόπαια. Σωρός τα πτώματα, τσουβαλιασμένα το ένα πάνω από το άλλο. Το αίμα δύο πήχες έγλυφε το πάτωμα. Οι Γερμανοί δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Τα ανθρωπόμορφα κτήνη ορμούν πάνω στα κουφάρια των ηρώων και αρχίζουν να τους παίρνουν ότι αντικείμενα αξίας είχαν πάνω τους. Ρολόγια, δαχτυλίδια , βέρες κ.α. Δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν το αποτρόπαιο ανοσιούργημά τους και οι ίδιοι οι Γερμανοί εκτέλεσαν κάποιους από αυτούς επί τόπου..

Η αυλαία αυτής της τραγωδίας έκλεισε γύρω στις 6:00 μ.μ. με ένα ξεδιάλεγμα περίπου 8.000 Κοκκινιωτών ομήρων. Ένα τεράστιο ανθρώπινο ποτάμι ξεκίνησε από την Κοκκινιά για το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Οι όμηροι οδηγούνται, σε φάλαγγα ανά τέσσερις, και σ΄ αυτή την απόσταση, περίπου 7 χιλιομέτρων όσοι πέφτουν κάτω από την εξάντληση, τη δίψα ή τη ζέστη, βασανίζονται αμέσως. Σε όλους τους δρόμους της Κοκκινιάς ακούς μόνο κλάματα μανάδων, συζύγων και παιδιών, ενώ από παντού ρέει αίμα και η πόλη μυρίζει θάνατο.

Όπως αναφέρει ο μαχητής του ΕΛΑΣ Αγ. Σοφίας Πειραιά, Μιχάλης Γρηγοράκης, ο οποίος συμμετείχε σ΄ αυτήν την πορεία, ένας από τους ταγματασφαλίτες που τους συνόδευαν, καθ΄ όλη τη διαδρομή φώναζε «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ. Η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι και θα πεθάνετε όλοι σας». Από το Χαϊδάρι γύρω στα 1.800 άτομα σέρνονται στα κολαστήρια της Γερμανίας. Κοκκινιώτες κλείστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Μανχάϊμ, Νταχάου, Μπούνχεβαλντ, Μπίπλις, Άουσβιτς και αλλού.