«Η υψηλή λογοτεχνία συγκροτεί απειλή. Η πένα της πνευματικής ηγεσίας και διανόησης στόμωσε. Σβηστοί σηματοδότες οι Τέχνες, επιδεινώνουν τη σύγχυση. 

Είμαι "σκοτεινός", λένε. Μοναχικός και ανένταχτος περατάρης λογούμε. 

Πηγή έμπνευσής μου η Κρήτη. Η Ελλάδα έπαψε να ερωτοτροπεί με τη μοίρα της. Ανυπόληπτοι οι μπροστάρηδες, όχλος φοβικός και απαίδευτος η χυλώδης της μάζα. Υπήρξαμε οι μοιραίοι ετούτου του τόπου. 

Μεταλλαγμένο Υβρίδιο ο νεο-Έλλην. Άραγε, η δημοκρατία είναι η εναλλακτική, ή μια ηπιότερη εκδοχή ελέγχου της σκέψης; Οι ιδεοληψίες, οι απολυτότητες και η μισαλλοδοξία είναι το θεωρητικό υπόβαθρο του κοινωνικού εκφασισμού. Τελούμε σε κατάσταση εθνικής αυτοχειρίας.

 Η χώρα δεν χρειάζεται "success story", νέο πατριωτικό αφήγημα θέλει. Ευφυές ιστορικό τέχνασμα η κρίση».

Ο Λευτέρης Κουλιεράκης γεννήθηκε στα Χανιά. Συγγραφέας. Οικονομολόγος, Msc Μηχανικού Παραγωγής και Διοίκησης. Εργάστηκε ως Μάνατζερ σε επιχειρήσεις και οργανισμούς. Μετείχε ενεργά στο μαθητικό, φοιτητικό, νεολαιίστικο και αγροτικό κίνημα. Διετέλεσε νομαρχιακός σύμβουλος Χανίων. Ιδιωτεύει. Η συμμετοχή του σε δημόσιες συζητήσεις, επιστημονικές ημερίδες και συνέδρια είναι σημαντική. Υπήρξε αρθρογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός. Μέλος ΔΣ του Ελληνικού Φεστιβάλ ΑΕ.

Μετά το ανατρεπτικό - όπως χαρακτηρίστηκε - μυθιστόρημα «Η θέα του χρόνου», που κυκλοφορεί επίσης από τις Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ, ο συγγραφέας επανέρχεται και μας εκπλήσσει. «άρριζοι», ο τίτλος του νέου βιβλίου. Κατασκευάζει έναν τύπο νέου ανθρώπου και με λογοτεχνική δεξιοτεχνία τον επιβάλλει στο αναγνωστικό κοινό.

Γέννημα θρέμμα Χανιώτης Σφακιανής καταγωγής. Ο τόπος λογοτεχνικά σας εμπνέει;

Βαθύς τόπος, στοχαστικός, γεννά σκέψη. Εκτός από τον οίστρο που υποσυνείδητα μου προκαλεί, εκεί παράχθηκε το πρωτόλειο υλικό μου. Προτού με εμπνεύσει, μου έμαθε να αγαπώ τα παραμύθια. Γεννήθηκα στην ξερή ρίζα του βουνού, με θέα την ψαχνερή πεδιάδα. Ανατράφηκα σε μια χωμάτινη αυλή όπου τις ξάστερες νύχτες, η γιαγιά μου, μου διηγούνταν αληθοφανείς ιστορίες. Αρχόντισσα η Αμαλία με το μαύρο τσεμπέρι. Αφηγηματικά την αντέγραψα. Μεγαλώνοντας λοιπόν, κατάλαβα τη διαφορά του παραμυθά από του παραμυθατζή: άλλο γιατρός της ψυχής, κι άλλο φτηνός κομπογιαννίτης. Η ζώσα παραμυθία μου πλάθεται, λες και είμαι ακόμα παιδάκι μες στη ζεστή αγκαλιά της. Ακόμα κοιτάζω τα αστέρια. Είναι ο χάρτης μου. Αν ανένταχτη μυθιστορία θέλω να είναι ο βίος μου, μήπως εντέχνως αυθυποβάλλομαι γράφοντας;

Διαφορετικής αισθητικής γραπτά που απευθύνονται σε απαιτητικούς αναγνώστες χαρακτηρίζονται τα κείμενα σας. Συμφωνείτε;

Θεωρώ ολίγο αυθαίρετες τις ομαδοποιήσεις και τις ταμπέλες που αφορούν το αναγνωστικό κοινό. Η ιδιαιτερότητα της εσωτερικής δομής των κειμένων μου, προφανώς, αντανακλά την τεχνοτροπία της προσωπική μου γραφής. Η αισθητική των γραπτών και η ηχητική που αναδύει η ροή των λέξεων μου είναι το «έντεχνο» εκφραστικό μέσο μου. Εκτός της πλοκής με ενδιαφέρει απολύτως η αρχιτεκτονική του κειμένου. Είμαι λάτρης του κάλλους. Η ωραιότητα αντανακλά την αρμονική συμμετρία των γραμμών, ακολούθως, η καθαρότητα της σελίδα αντανακλά διαυγή συλλογισμό. Εάν λοιπόν διαφορετική γραφή εννοείτε την προσωπική αρχιτεκτονική της αφήγησής μου, κι εάν ιδιαίτερο εννοείτε το παιδευμένο κοινό, εκείνους δηλαδή τους υποψιασμένους αναγνώστες που απαιτούν από το κείμενο, τότε συμφωνώ. Μοναδική προσδοκία μου είναι να συναντηθώ με τους ψαγμένους φίλους του βιβλίου. Αναζητητές ψάχνω, όχι πελάτες.

Ποια είναι η βέλτιστη, η ιδεατή σχέση, μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη;

Μυστική η σχέση γράφοντα και αναγνώστη, σχεδόν ερωτική. Πεδίο συνεύρεσης, το βιβλίο, ενεργειακά φορτισμένο. Όταν γράφω είναι σαν να γεμίζω το περίστροφο με μολύβι. Στοχεύω τα κεφάλια που με αφορούν, γνωρίζοντας πως οι λέξεις είναι σαν τις σφαίρες: άμα προβάλλουνε όξω από την κάνη, δε γαέρνουν οπίσω. Απώλεια αίσθησης κινδύνου; Σκοπεύω, τραβώ τη σκανδάλη και ό,τι «γράψει». Ο γραφιάς, είναι ό,τι δείχνουν τα γραπτά του. Είναι τα ίχνη του. Βολεύει. Ο παρατηρητής αναγνώστης μου δεν είναι παθητικός δέκτης, ένας απλός ωτακουστής, ένας ηδονοβλεψίας που φτιάχνεται με το στριπτίζ του ομιλούντα. Ενεργητικό συνομιλητή μου τον θέλω. Μα κι εγώ μεταλλάσσομαι: εάν ο μυθιστορηματικός ήρωας μου δεν είμαι εγώ, τότε γίνομαι εκείνος. Έτσι ζω πολλές ζωές, για να μην πλήττω.

Θετικά σχόλια ακούγονται για το μυθιστόρημά σας «άρριζοι». Ότι είναι βαρύ σκαρί, στοχαστικό, αντισυμβατικό, μια αλληγορική μυθιστορία, ένα υπαρξιακό λογοτέχνημα, κοχλάζον κείμενο με ποιητικό ρυθμό και μουσικότητα. Εσείς τι λέτε;

Τι ευτυχέστερο για έναν δημιουργό όταν συζητιέται το βιβλίο του; Όλες τις κριτικές και τα σχόλια τα ακούω με προσοχή. Ο ίδιος αδυνατώ να ταυτοποιήσω το έργο. Με ξεπερνά. Ακουστήκαν κι άλλα, εξίσου ενδιαφέροντα: ότι το κείμενο είναι εγωιστικό, αναιδές, αλαζονικό, επιθετικό, ξεχειλίζει από ειρωνεία, σαρκασμό και κυνικότητα. Τα προσυπογράφω απολύτως. Είμαι εγώ. Αμφίσημος. Όπως η «ναρκισσιστική» γραφή μου, η υπαινιχτική. Χαίρομαι λοιπόν που, χτυπώντας στον πυρήνα του θυμικού, διατάραξα την εγκεφαλική ηρεμία των αναγνωστών προκαλώντας ακραία συναισθήματα. Ο στόχος μου δεν ήταν αθώος. Εκκεντρικό; Με διεγείρει αφάνταστα η ιδέα να παίζω με τα μυαλά των άλλων, κι ας απογοητεύει ενίοτε. Είμαι εθισμένος. Κάθε φορά που γράφω, επιχειρώ άλμα στο κενό: πίσω από την αχνή φωτοσκίαση του νοητικού μου ορίζοντα.

Ψυχεδελικό, σουρεαλιστικό, μεταμοντέρνο, ή κλασικής γραφής κείμενο;

Η εξελικτική γραμμικότητα: …μοντερνισμός, μεταμοντερνισμός, νεοτερισμός, μετανεοτερικότητα… και πάει λέγοντας, έδωσε. Πάμε για άλλα. Φύσει αντικομφορμιστές, οι άρριζοι, δεν ανήκουν αποκλειστικά σε κανένα από τα λογοτεχνικά ρεύματα, ή κινήματα. Βάσιμη ακούγεται και η άποψη εκείνων που εντάσσουν το βιβλίο στην Μπίτνικ λογοτεχνία. Κάποιοι επίσης προσβλέπουν στη δουλειά μου την αντοχή του κλασικού έργου, ίδωμεν. Αιρετικοί γαρ, είπαμε, οι «άρριζοι» αρνούνται τις φόρμες. Όμως ναι, είναι κι αυτοί χτισμένοι από τα δομικά υλικά της μάχιμης πεζογραφίας. Δεν ανακάλυψα τον τροχό. Και εξηγούμαι: αν η ακραία, η ακατάσχετη φανέρωση της ψυχής, συναρτήσει της «παραισθησιογόνας» εκ-δήλωσης της συνείδησης είναι ψυχεδέλεια, κι αν ο σουρεαλισμός, ο καταρχήν ψυχικός αυτοματισμός, ο διαυγής, είναι αυτός που εκφράζει την πραγματική λειτουργία της α-λογικής σκέψης, τότε ναι, έχουμε όμοιο παραγωγικό υλικό. Κοινά μεθοδολογικά εργαλεία βάσης, διαφορετικού εποικοδομήματος. Κι ας ισχυρίζεται ο μπάρμπα Μαρξ περί της διαλεκτική συνάφειας του ολικού οικοδομήματος. Πειραματίζομαι, εκτός των τειχών. Ελεύθερος.

Ο συνεχής πειραματισμός δεν κρύβει κινδύνους;

Αντιπαθώ τις μανιέρες. Δεν θα έραβα με πατρόν αν ήμουν ράπτης. Παρατώ ακόμα κι ό,τι ο ίδιος κατάκτησα. Πες το βίτσιο. Αντί της πεπατημένης, αναλαμβάνω το ρίσκο του αχάρακτου δρόμου. Ίσως κάπου με βγάλει. Έκανα λοιπόν μια ειλικρινή συμφωνία με την πάρτη μου, την τιμώ κι ας με παιδεύει. Είθε να πορεύομαι έξω από κάθε καθεστηκυία συνθήκη, ή προκατάληψη: νοητική, αισθητική ή ηθική. Αν με πουλήσω, θα το κάνω για έναν και μόνο λόγο: για να με δω ένα ξεπουλημένο τομάρι. Ενδιαφέρον;

Χαρακτηριστήκατε «σκοτεινός». Συμφωνείτε;

Για όλα ευθύνονται οι συνοδοιπόροι μου, οι «άρριζοι». Διατυπώνοντας το ερώτημα: «υπάρχει ελεύθερη βούληση;», ανυποψίαστος, αποδομούμαι ολοσχερώς εντός του εσωστρεφούς αφηγηματικού μου μονόλογου. Καταρρέω στα τρίσβαθά μου, ναι, χάνομαι στο έρεβος του υπερφίαλου Εγώ μου. Απνευστί. Οδυνηρό και επώδυνο το βύθισμα στα μαύρα νερά, λυτρωτικό όμως. Το αόρατο δεν είναι ανύπαρκτο. Πώς αλλιώς θα φωτίσεις τις μύχιες σκέψεις σου, τις βαθύτερες; Εγώ άλλον τρόπο δεν ξέρω. Ίσως ακουστεί εγωιστικό, όμως για να γράψεις ένα τέτοιο μυθιστόρημα θα πρέπει γενναία να βυθιστείς μες στα σκοτάδια σου. Δεν αναφέρομαι στη λογοτεχνική αξία του παραγόμενου, αλλά για την καθαυτή διαδικασία όρυξης ομιλώ. Συνεπώς, ο επιθετικός προσδιορισμός «σκοτεινός» με τιμά ιδιαιτέρως, κι ας είναι πρώιμος. Κολακεύει τη συγγραφική ματαιοδοξία μου.

«Σπάσε τις βεβαιότητές σου, σε κρατάνε ακίνητο», «Σήκω στα μάτια τα δικά σου» και «Ερωτεύσου αναίτια», είναι κάποιες από τις πιο δημοφιλείς φράσεις σας. Τέτοια «υπερβατικά» μότο βοηθούν τον αναγνώστη στη παρούσα δύσκολη φάση;

Υπέρβαση, ισχυρίζομαι, είναι να βυθίζεσαι εντός της σκοτεινής πλευράς σου και αναβαπτισμένος να ανασύρεσαι. Βοηθά. Αν αυτό τον συλλογισμό τον κάνουμε αναγωγή στο συλλογικό υποκείμενο, τότε, ίσως η χώρα υπερβεί αξιοπρεπώς την αυτοκτονική της μακαριότητα. Φαντασία θέλει και τόλμη. Μα οι ατομικές και συλλογικές μας βεβαιότητες δεν ήταν αυτές που μας βύθισαν στην ακινησία και την ανυπαρξία νοήματος; Όσο για την ανάρμοστη προτροπή περί του αναίτιου έρωτα, σε όσους διαφωνούν, εύχομαι να το πάθουν. Ίσως αντιληφθούν γιατί αυτός, ο αγύρτης, είναι α-λογική κατάσταση άναρχης πράξης.

Οι «άρριζοι» είναι επίκαιρο βιβλίο. Αξιοποιήσιμο υλικό η παρούσα συγκυρία;

Συλλέκτης είμαι. Αξιοποιώ ό,τι υπάρχει γύρω και μέσα μου. Οι ακραίες κοινωνικές συνθήκες, ναι, γεννούν λογοτεχνία, αρκεί ο δημιουργός, ομφαλοσκοπώντας, να κινούνται πέρα και πάνω από τη ρέουσα επικαιρότητα και την οριζόντια καταγραφή της δημοσιογραφικής εργασίας. Είναι τυχαίο που μεγάλα καλλιτεχνικά ρεύματα και κινήματα του παρελθόντος άνθισαν εν μέσω κολάσεως; Οι τέχνες είναι η ζώσα απάντηση στον οιονεί σκοταδισμό. Η έξαρση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα της κρίσης, λ.χ., είναι ένα πεδίο σχολαστικής και ψύχραιμης διερεύνησης. Όνειδος. Οι ιδεοληψίες, οι απολυτότητες και η μισαλλοδοξία είναι το θεωρητικό υπόβαθρο του κοινωνικού εκφασισμού. Άραγε, είναι συγκυριακό σύμπτωμα λάθους, ή ιστορική αναγκαιότητα; Στα ολοκληρωτικά, όπως και στα κατ` επίφαση δημοκρατικά καθεστώτα, υπάρχει ελεύθερη επιλογή; Άραγε, η δημοκρατία είναι η εναλλακτική, ή μια ηπιότερη εκδοχή ελέγχου της σκέψης; Σε όλα αυτά η λογοτεχνία τι λέει; Οι «άρριζοι» γράφτηκαν εν μέσω κρίσης. Εκτός από υπαρξιακό λογοτέχνημα, είναι και βαθύτατα πολιτικό. Το ιδεολογικό του υπόβαθρο συμπυκνώνεται στη φράση: «Ολοκληρωτισμός είναι να κλείνεις τη σκέψη των άλλων στη σκέψη σου». Επίκαιρο ή οικουμενικά διαχρονικό;

Παγκόσμιο χωριό ο κόσμος όλος. Πάμε Ελλάδα;

Ενδιαφέρουσα βόλτα στα χρόνια της κρίσης, κι ας πλάκωσε καταχνιά το τοπίο. Δεν με απωθεί η ιδέα, αντιθέτως, την απολαμβάνω κιόλας. Κι ας τελούμε σε κατάσταση εθνικής αυτοχειρίας. Συγγραφική διαστροφή;

Ποιος είναι ο Έλληνα σήμερα;

Μη-ταυτοποιημένο είδος. Κλινική εικόνα σχιζοειδούς προσωπικότητας εμφανίζει το συλλογικό μας Υποκείμενο. Με καταρρέουσα τη συλλογική μνήμη χάσαμε τις «γονικές» παροχές μας. Σύμπτωμα ανίας, ή γεροντικός παλιμπαιδισμός; Αν κλιμακώνονται τα συμπτώματα σύγχυσης, οξυθυμίας, επιθετικότητας, απώλειας μνήμης, αισθημάτων και αισθήσεων, τότε γιατρέ μου, μήπως έχουμε πάθει μαζικό Αλτσχάιμερ; Λοβοτομή. Χάθηκε η ευρηματικότητα. Ποιοι είμαστε, άραγε; Μεταλλαγμένο υβρίδιο, ο νεο-Έλλην. Τυμβωρύχος της ιστορικής του προέλευσης, ο μπαγάσας, απομυζά και τα τελευταία ψήγματα της αρχαιολαγνικής του στειρότητας. Παρελαύνων. Εξουσιομανής και οσφυοκάμπτης, προσκυνά την ανοργασμική του ευτέλεια. Χωρίς αιδώ. Ευάλωτοι στην εικονική πλάνη, εφησυχάζουμε στο φτηνό παραμύθιασμα. Χωρίς κουλτούρα αντίλογου. Συμπεριφερόμαστε σαν αυτιστικά ενεργούμενα μιας δήθεν παγκόσμιας συνομωσίας. Ανειλικρινείς και φυγόπονοι είμαστε. Και γλείφτες.

Κρίση: ευχή ή κατάρα;

Η κρίση είναι απότοκο της απονευρωμένης συλλογικής μας συνείδησης. Μας κατάπιε ο χαμηλός μέσος όρος μας. Παραπαίουμε. Ας πετάξουμε λοιπόν τη σαβούρα που κόλλησε το σκαρί στα αβαθή. Επιτέλους! Θα επιμείνουμε στον αναχρονισμό της ποσοτικοποιημένης μεγέθυνσης, λ.χ., ή θα διατυπώσουμε το αίτημα της αειφόρου «σμίκρυνσης»; Απουσία νοήματος η χώρα αποσυντίθεται. Δεν χρειάζεται "success story", ένα νέο πατριωτικό αφήγημα θέλει. Τώρα! Θα ακουστεί κυνικό, όμως αν στο ερώτημα περί της κρίσης, στη θέση του διαζευκτικού «ή» βάλουμε τον σύνδεσμο «και», τότε συμφωνώ απολύτως: ευχή και κατάρα. Ευφυές ιστορικό τέχνασμα η κρίση. Μη γελιόμαστε: η κρίση είναι η πραγματικότητα που εφηύραμε. Τη γέννησε το ιστορικό DNA μας.

Έχουμε συνείδηση της πραγματικότητας, άραγε; Υπάρχει ελπίδα;

Η ελπίδα είναι το ναρκωτικό των απελπισμένων: πιστών και άπιστων. Και των ηλιθίων. Εθελοτυφλούμε. Πορευόμαστε δίχως συναίσθηση του Εθνικού μας Ζητήματος. Υπάρχει πενία εξόφθαλμη, ναι, μαζική φτωχοποίηση σε βαθμό ανθρωπιστικής κρίσης. Βάρος ασήκωτο του φτωχού το άδειο ταγάρι. Ο κόσμος δοκιμάζεται. Η ανεργία σκοτώνει. Ναι, και λοιπόν; Τυφλή επιθετικότητα, ή καταθλιπτική παθητικότητα; Απόκαμε η δημιουργική φαντασία και το μεσογειακό ταμπεραμέντο της φυλής; Η ζωή δεν εκχωρείται σε κανένα οικονομικό ή συναισθηματικό τοκογλύφο. Ευτελές. Το χαμόγελο δεν είναι ταξικό προνόμιο. Όλοι έχουμε τουλάχιστον έναν λόγο για να χαμογελάσουμε. Αλλιώς, την κάτσαμε. Σημαίνει ότι τα ψυχικά και συναισθηματικά μας αποθεματικά απόκαμαν. Αυτό δεν είναι χρεοκοπία, θάνατος είναι. Δεν με φοβίζει η ελεύθερη πτώση, το δουλικό σύρσιμο με την κοιλιά με τρομάζει.

Πολύς θυμός. Άραγε η συσσωρευμένη οργή πού οδηγεί; 

Όσο με αφορά ούτε θυμωμένος, ούτε οργισμένος, ούτε αγανακτισμένος είμαι. Αυτά είναι για τους «καμένους». Μα δεν είμαι ούτε φλεγματικός. Με χαλάει ο ραγιαδισμός και η αυτοταπείνωση. Πού είναι η περήφανη ψυχή μας, η αλήτικη; Σχιζοφρενικό σοκ. Γιατί, άραγε, ό,τι ελληνικό να θεωρείται εθνικιστικό παραλήρημα, και ό,τι ξένο επιδημικό μίασμα; Κανιβαλισμός. Με θυμώνει ό,τι με εξισώνει, επίσης. Δεν είναι όλα ίδια, ρε αδελφέ, όχι, δεν είμαστε όλοι ίσοι και όμοιοι. Φασισμός είναι η χυδαιότητα της γενίκευσης. Παραφροσύνη. Ειδεχθές κοινωνικό έγκλημα η εντέχνως μεταδιδόμενη νόσος της μαζικής κακομοιριάς και μιζέριας. Από το παθητικό, περάσαμε στο ανθρωποκτόνο μαστούρωμα. Πρέζα που σκοτώνει η ζώνη των οχτώ. Πρόβλεψή μου: η έξοδος από τη ρέουσα συγκυρία δεν θα είναι ομαλή, ούτε ανώδυνη, και το χειρότερο: χωρίς «αυτόχθον» σχέδιο δεν οδηγεί πουθενά. Τσάμπα πέφτουν κορμιά. Τυφλές ανθρωποθυσίες σε θεούς που μας γύρισαν πλάτη.

Τι απέγινε το περίφημο δαιμόνιο της φυλής; Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει;

Περί ειμαρμένης, ο λόγος. Η Ελλάδα αιώνες τώρα πεθαίνει. Αν καταλήξει, θα συμβεί από ψυχική ανεπάρκεια. Η λιγοψυχιά γεννά ριψάσπιδες, άρα, υποτελείς και δουλικούς υπηκόους. Το κάποτε εξωστρεφές οικουμενικό μας δαιμόνιο μαράθηκε, έγινε ο κακός δαίμονας μας. Μπίζνες, λοιπόν. Η Ελλάδα είναι γωνιακό μαγαζί. Χρεοκοπημένο. Ας το ανακαινίσουμε εκ θεμελίων. Αλλιώς θα γκρεμιστεί και το οικόπεδο θα τεμαχιστεί για να πουληθεί κοψοχρονιάς για αντιπαροχή στους απανταχού εργολάβους. «Κύριε, όχι μ' αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου», ωρύεται ο Σεφέρης. Υπήρξαμε οι μοιραίοι ετούτου του τόπου. Ανυπόληπτοι οι μπροστάρηδες, όχλος φοβικός και απαίδευτος η χυλώδης της μάζα. Αν λοιπόν εμείς είμαστε ανίκανοι να διαχειριστούμε τα παρόντα, τότε αναζητείται ένας νέος τύπος ανθρώπου, που χωρίς τυχοδιωκτικές εμμονές και ιστορικά απωθημένα, ας αναλάβει να εφεύρει το μέλλον. Νομοτέλεια ή στοχαστική αντινομία;

Οι «άρριζοι» θα μπορούσαν να είναι ο νέος τύπος ανθρώπου;

«Έχουμε πόλεμο, μην το ξεχνάς μωρό μου», διάβασα προ καιρού στα Εξάρχεια. Οι άρριζοι απαντούν: «Μην παραιτηθείς πριν ξηλωθούν τα ηλεκτροφόρα καλώδια που κρατούν σε φυλακή τα ελεύθερα πνεύματα». Αυτούς επινόησα λοιπόν, από αναγκαιότητα. Αν και μυθιστορηματικό κατασκεύασμα που έρχεται από το μέλλον, τους βλέπω μπροστά μου, δίπλα μου. Οι αντιήρωές μου είναι παρόντες. Είναι οι σιωπηροί αντιρρησίες της ανοργασμικής μας φαυλότητας. Έχουν ρόλο. Αντιμάχονται τα ανθρωπόμορφα εργαστηριακά «προϊόντα»: τα μεταλλαγμένα Υβρίδια. «Άρριζοι είναι εκείνοι οι μοναχικοί, που χωρίς να τους δένει τίποτα, χωρίς να ανήκουν πουθενά, ελεύθεροι, αντιμάχονται τα σκοτεινά στεγανά και τα αυθαίρετα όρια». Άρριζοι VS Yβρίδια. Και η σύγκρουση μαίνεται. Εσαεί...

Μέσα από τη λογοτεχνία και την τέχνη βλέπετε φως;

Η πένα της «πνευματικής» ηγεσίας και διανόησης στόμωσε. Ενώ αυτή είναι η μεγάλη στιγμή της, δηλώνει ανήμπορη. Εδώ να δεις φτώχεια. Η λογοτεχνία που με αφορά είναι κατεξοχήν εγωπαθές σύμπτωμα, όχι άγονων, αλλά «διεστραμμένων» μυαλών. Με διεγείρουν τα έργα εκείνων, των αναιδών, που απειλούν τον αξιακό μου κώδικα. Σπάνιο φλερτ. Με απωθεί ό,τι ακίνδυνο, άνευρο και ουδέτερο. Άνευ ουσίας η ακίνδυνη πλαδαρότητα του Λόγου. Η υψηλή λογοτεχνία συγκροτεί απειλή. Σε φέρνει αντιμέτωπο με τις αδιασάλευτες πεποιθήσεις σου. Τίθεσαι υπό αμφισβήτηση, εν τω συνόλω. Έχοντας λοιπόν πλήρη συνείδηση των λεγομένων μου, θα το πω, κι ας ακουστώ αγενής ή σαρκαστικός: εκτός λαμπρών εξαιρέσεων, ούτε σάχλες πλέον δεν μπορούν να παραχθούν σε τούτο τον τόπο. Αναβροχιά. Σβηστοί σηματοδότες, οι τέχνες, επιδεινώνουν τη σύγχυση. Πήξαμε στο ξανθό. Καθολική επικυριαρχία της ασημαντότητας. Δεν υπάρχει ζήτηση «προϊόντων» σκέψης. Μου είναι αδιάφορο. Εγώ γράφω για την πάρτη μου, πρωτίστως. Κι ας μην αλλάξει ποτέ του ο κόσμος, κακό δικό του. Εγωπαθές; 

Εγωιστικό, ίσως;

Προφανώς. Μου αρέσει και να αυτοσαρκάζομαι. Ίσως έτσι να εξηγείται γιατί η γραφή μου είναι επιθετική: γιατί είναι εγωιστική. Μα οι εγωιστές δεν είναι οι πιο παθιασμένοι εραστές; Έχουν λόγο να είναι καλοί, πιστέψτε με. Ο εγκεφαλικός οργασμός, τη μοναδική στιγμή της νοητικής σπερματέγχυσης, είναι συγκλονιστικός. Ηδονική εκκένωση, θανατερή.

Δείχνετε μοναχικός και ανένταχτος. Τελικά, κ. Κουλιεράκη, ποια είναι η δική σας πατρίδα;

Η κρυμμένη νησίδα μου. Παραφράζοντας τίτλο του Alejandro Amenábar, θα έλεγα: η Κρήτη μέσα μου. Με θρέφει ακόμα, κι ας «μίσεψα». Είναι η πηγή μου. Γενεαλογικά σέρνω από τη ράτσα των Λύκων. Φύσει μοναχικός και ανένταχτος περατάρης λογούμαι, κι ας παραπλανάει η θορυβώδης εικόνα μου. Πορεύομαι όμως, δίχως εναλλακτικές και καβάτζες. Νιώθω τον βηματισμό μου βαρύ σαν της Μαδάρας την ξερή πέτρα, μα αψύ και ανάλαφρο σαν το Λιβυκό αεράκι.

Μάρω Λεονάρδου