"Χρυσές" δουλειές φαίνεται να κάνουν το τελευταίο διάστημα τα ενεχυροδανειστήρια στην Ελλάδα. Η οικονομική κρίση και η δυσχέρεια των Ελλήνων ν’ ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, οδηγούν όλο και περισσότερους στην πόρτα ενός ενεχυροδανειστηρίου.

Ρολόγια, χρυσαφικά, πολύτιμοι λίθοι, τηλεοράσεις, laptop, έπιπλα, πίνακες, αντίκες, ενεχυριάζονται για λίγα χρήματα.

Τα χρέη στις πιστωτικές κάρτες, τα δάνεια, το πάθος του τζόγου, τα προβλήματα υγείας, ακόμη και η κάλυψη των καθημερινών αναγκών όπως η σίτιση, καμιά φορά αναγκάζουν τους πολίτες να βγάλουν στο «σφυρί» αγαπημένα τους αντικείμενα, γιατί δεν θέλουν ή δεν μπορούν να καταφύγουν σε τραπεζικό δανεισμό.

«Αυτή η διαδικασία είναι εξαιρετικά επώδυνη», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ιδιοκτήτης ενεχυροδανειστηρίου στην περιοχή της Ομόνοιας, κ. Μάκης. «Έχω δει ανθρώπους με δάκρυα στα μάτια να αποχωρίζονται προσωπικά τους αντικείμενα, με μεγάλη συναισθηματική αξία. Για κάποιους είναι σαν να ξεπουλούν ένα κομμάτι της ζωής τους», τονίζει.

Όπως επισημαίνει, τα τελευταία χρόνια εμφανίζει αύξηση και ο αριθμός των ενεχυροδανειστηρίων. «Η ανάγκη των ανθρώπων για χρήματα, προφανώς προκάλεσε αυτή την αύξηση», σημειώνει ο κ. Μάκης.

Εξηγεί δε, ότι πλέον οι περισσότεροι ιδιοκτήτες ενεχυροδανειστηρίων προτιμούν τον χρυσό και το ασήμι και δεν ενεχυριάζουν πια τα αντικείμενα, αλλά τα αγοράζουν μετρητοίς. Υπάρχουν βέβαια και πολλοί που συνεχίζουν να ενεχυριάζουν κοσμήματα, σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και ηλεκτρονικές συσκευές.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση φοιτητή, ο οποίος ενεχυρίασε το laptop του για να πληρώσει το ενοίκιο, αλλά ο ιδιοκτήτης του ενεχυροδανειστηρίου στο Μαρούσι, του επέτρεπε να επισκέπτεται το κατάστημα και να εργάζεται στον υπολογιστή.

«Παλαιότερα, ο κόσμος που επισκέπτονταν ενεχυροδανειστήρια ανήκε σε ασθενέστερες οικονομικά τάξεις και συνήθως επέστρεφε μετά από λίγο καιρό προκειμένου να πάρει πίσω ό,τι ενεχυρίασε. Πλέον δεν συμβαίνει αυτό. Έρχονται άνθρωποι που φαίνονται να έχουν καλή οικονομική κατάσταση, δίνουν αντικείμενα σεβαστής αξίας και δεν τα παίρνουν ποτέ πίσω», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ιδιοκτήτης ενεχυροδανειστηρίου που θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του.

Η διαδικασία που ακολουθείται στα πιστοποιημένα, από το κράτος, ενεχυροδανειστήρια που αγοράζουν κοσμήματα και τιμαλφή είναι συγκεκριμένη. Ο ιδιοκτήτης εκτιμά το αντικείμενο, δίνει την τιμή στον πελάτη κι αν συμφωνήσουν τότε καταγράφονται τα στοιχεία του πελάτη, με την υποχρεωτική επίδειξη αστυνομικής ταυτότητας - για να αποφεύγονται τυχόν επιτήδειοι και κλεμμένα αντικείμενα - και εκδίδεται απόδειξη από τον αγοραστή.

Οι ιδιοκτήτες όμως των νόμιμων καταστημάτων, καταγγέλλουν πως υπάρχουν και κάποια χρυσοχοεία και ενεχυροδανειστήρια που αγοράζουν «μαύρα» και ως εκ τούτου προτιμώνται από τους ενδιαφερόμενους, αφού οι τιμές που δίνουν είναι καλύτερες.

Όλα αυτά δεν αφορούν μόνο την Αθήνα, το φαινόμενο έχει εξαπλωθεί και στα υπόλοιπα αστικά κέντρα, αλλά και στην επαρχία. Ανακοίνωση του Εμπορικού Συλλόγου Αγρινίου, επισημαίνει ότι υπάρχουν «πολλοί πολίτες που οδηγούνται σε εκποίηση προσωπικών τους αντικειμένων, λόγω της οικονομικής κρίσης». Σύμφωνα με την ανακοίνωση «οίκος χρυσού» αναφέρει στο διαφημιστικό του φυλλάδιο ότι «αγοράζουμε τα χρυσά σας δόντια ακόμη και με σφραγίσματα!».

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ), Δημήτρης Ασημακόπουλος, τονίζει ότι η Συνομοσπονδία έχει προσπαθήσει να κάνει έρευνα για την πώληση περιουσιακών στοιχείων επιχειρηματιών ή πολιτών σε ενεχυροδανειστήρια και σε επιχειρήσεις αγοράς χρυσού, αλλά τα ευρήματα δεν ήταν αξιόλογα. «Δεν μιλάει κανείς. Ακόμη κι αν έχει προσφύγει σ’ αυτή τη λύση, είτε επιχείρηση είναι είτε νοικοκυριό, δεν το λέει», επισημαίνει και προσθέτει ότι και η ΓΣΕΒΕΕ έχει παρατηρήσει πως έχουν αυξηθεί οι καταχωρήσεις τέτοιων επιχειρήσεων, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι έχει αυξηθεί και η πελατεία αυτών των επιχειρήσεων.

«Εγώ προσωπικά δεν έχω ακούσει κανέναν να έχει φτάσει σ’ αυτή τη λύση, αλλά το γεγονός ότι δεν μιλάει κανείς δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβαίνει», λέει ο κ. Ασημακόπουλος.

 

PROTO THEMA