Στα ταμεία του κράτους καταλήγει το 60% του μισθού ενός Έλληνα, φορολογούμενου πολίτη, σύμφωνα με αποκαλυπτική έρευνα της «Καθημερινής».

Έτσι, ακόμα και ένας υπάλληλος με μεικτές μηνιαίες αποδοχές της τάξης των 1.500 ευρώ, που... θεωρητικά πάντα, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί προνομιούχος, φτάνει τελικά να περιορίζεται στα 620 ευρώ, ως πραγματικό ποσό που μπαίνει στην τσέπη του.

Οι λόγοι; Από πού να αρχίσει κανείς... Φόρος εισοδήματος, ασφαλιστικές εισφορές, εισφορά αλληλεγγύης, φόρος κατοχής ακινήτων, τέλη κυκλοφορίας, ειδικοί φόροι κατανάλωσης σε είδη πρώτης ανάγκης και ΦΠΑ, είναι μερικοί μόνο «παράγοντες», που συντελούν στην «αφαίμαξη» του μισθού.

Έτσι λοιπόν, ξεκινώντας από τα 1.500 ευρώ, ο εργοδότης παρακρατά αυτομάτως 248 ευρώ για την ασφαλιστική εισφορά του εργαζομένου και την αποδίδει στο ΙΚΑ. Επιπλέον, κρατά 126 ευρώ για το φόρο εισοδήματος, αλλά και 13 ευρώ για το «προσωρινό μέτρο» της εισφοράς αλληλεγγύης. Αυτομάτως, οι καθαρές αποδοχές του υπαλλήλου πέφτουν στα 1.116 ευρώ.

Στο παράδειγμα που φέρνει η «Καθημερινή», ένας κάτοικος Χαλανδρίου, που ζει σε ένα διαμέρισμα 120 τ.µ. πενταετίας, καλείται να πληρώσει για κάθε τετραγωνικό περίπου 6,5 ευρώ φόρο κατοχής, το γνωστό «χαράτσι» της ∆ΕΗ, ή 780 ευρώ συνολικά. Το κόστος, σε μηνιαία βάση, προσθέτει μια έξτρα επιβάρυνση, που φτάνει τα 65 ευρώ. Ο μισθός ήδη βρίσκεται στα 1.051 ευρώ.

Αν ο ίδιος μισθωτός έχει ένα αυτοκίνητο 1.600 κυβικών, θα πρέπει να πληρώνει 265 ευρώ ετησίως σε τέλη κυκλοφορίας (ή 22 ευρώ το μήνα). Αν χρειάζεται να οδηγεί κιόλας περίπου 15.000 χιλιόμετρα το χρόνο θα αυξάνει και την κατανάλωση της βενζίνης, η οποία θα φτάνει τα 1.200 λίτρα.

Ο φόρος ανά λίτρο φτάνει περίπου στο ένα ευρώ (στη βενζίνη επιβάλλεται και φόρος κατανάλωσης και ΦΠΑ), που σημαίνει ότι στο καύσιμο επιβάλλεται φόρος 100 ευρώ το μήνα.

Στο ίδιο παράδειγμα, για το διαμέρισμα των 120 τετραγωνικών στην Αττική χρειάζονται περίπου 1.200 λίτρα πετρέλαιο. Με τιμή λιανικής στο 1,28 ευρώ, ο φόρος διαμορφώνεται στα 57 λεπτά. ∆ηλαδή, πληρώνει περίπου 1.500 ευρώ στον έμπορο καυσίμων και από αυτά τα 684 (ή 57 ευρώ το μήνα) κατευθύνονται στα κρατικά ταμεία.

Ο μισθωτός του παραδείγματος καλείται να πληρώσει και το λογαριασμό της ΔΕΗ. Για παράδειγμα, για κατανάλωση 1.200 κιλοβατωρών ανά τετράμηνο, η ∆ΕΗ χρεώνει περίπου 115 ευρώ. Ωστόσο, ο λογαριασμός εκτοξεύεται στα 300, αν συνυπολογιστούν δημοτικά τέλη και φόροι, τέλος ακίνητης περιουσίας, ΦΠΑ, ειδικός φόρος κατανάλωσης και διάφορες χρεώσεις για το σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και τη μείωση των εκπομπών αέριων ρύπων. Όλα αυτά αναλογούν σε περίπου 185 ευρώ το τετράμηνο ή 46 ευρώ μηνιαίως.

Ανάμεσα στους λογαριασμούς που έρχονται κάθε μήνα στο σπίτι, φτάνει και αυτός της κινητής τηλεφωνίας. Αν υποτεθεί ότι κάνει λογαριασμό 41 ευρώ το μήνα, τα 11,33 είναι φόρος (φόρος κινητής τηλεφωνίας και ΦΠΑ επί του φόρου). Αν καπνίζει κιόλας ένα πακέτο την ημέρα, χρειάζεται άλλα 114 ευρώ. Από αυτά τα 92 είναι φόροι.

Αν αφαιρεθούν οι δαπάνες που προαναφέρθηκαν, στο φορολογούμενο έχουν απομείνει περίπου 500 ευρώ για να καλύψει τα έξοδα του σούπερ μάρκετ, ένδυση, υπόδηση, φροντιστήρια κ.λπ.

Αυτές οι δαπάνες υπάγονται σε ΦΠΑ 23% ή 13% για τα τρόφιμα, που σημαίνει ότι η εφορία απορροφά περίπου 100 ευρώ μηνιαίως.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των εξόδων, που είναι καθημερινά και τα περισσότερα αναγκαία, είναι ο μισθός των 1.500 ευρώ να χάνονται 880 ευρώ και ο μισθωτός να μένει με 620 ευρώ στην τσέπη...

protothema.gr