Ο Σύνδεσμος Ελαιοκομικών Προϊόντων Πιστοποιημένης Ποιότητας (Ελ3Π) με υπόμνημά του προς τα συναρμόδια Υπουργεία Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, Οικονομικών και Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, επισημαίνει τον κίνδυνο αθρόων εισαγωγών μη κανονικών («αποσμημένων») ελαιολάδων, τα οποία απειλούν να δώσουν την χαριστική βολή σε μια χρονιά, που έτσι κι αλλιώς αναμένεται να είναι η χειρότερη των τελευταίων δεκαετιών λόγω χαμηλών τιμών, μειωμένης παραγωγής, προβληματικής ποιότητας και μειωμένης κατανάλωσης λόγω της οικονομικής κρίσης.

Τα Ελ3Π ζητούν τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων ελέγχου ώστε να αποτραπούν αυτές οι εισαγωγές, να προστατευθεί το εισόδημα των ελαιοπαραγωγών, να διαφυλαχθεί η ποιότητα του έξτρα παρθένου ελαιολάδου και να αποτραπεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός σε βάρος όσων τυποποιούν, εμπορεύονται, εξάγουν ελληνικά έξτρα παρθένα ελαιόλαδα υψηλής ποιότητας.

Διαβάστε το υπόμνημα που εστάλη στα Υπουργεία:

Θέμα: Εισαγόμενα μη κανονικά ελαιόλαδα. Αθέμιτος ανταγωνισμός

Αξιότιμοι κύριοι Υπουργοί,

Όσοι βρίσκονται κοντά στον τομέα της παραγωγής του ελαιολάδου αλλά και της αγοράς, γνωρίζουν ότι η εφετινή χρονιά 2013/14 θα είναι καταστροφική, όχι μόνο για τους ελαιοπαραγωγούς αλλά και για τους υπόλοιπους συντελεστές της αγροδιατροφικής αλυσίδας, έως τους τελικούς τυποποιητές και εξαγωγείς.

Ο συνδυασμός της εξαιρετικά χαμηλής ελληνικής παραγωγής με την ισπανική που επανέρχεται στα υψηλά επίπεδα των προβλεπόμενων 1,3 εκ. τόνων, δημιουργεί μια σημαντική διαφορά μεταξύ του ακριβότερου ελληνικού με το ισπανικό. Εάν αυτό το εισαγόμενο ισπανικό (στην πραγματικότητα πρόκειται για ενδο-κοινοτική συναλλαγή) ελαιόλαδο κυκλοφορούσε στην αγορά και έφθανε στον καταναλωτή με τα πραγματικά του στοιχεία προέλευσης και ποιοτικής κατηγορίας, τότε κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει αυτού του είδους τις συναλλαγές. Στην πραγματικότητα όμως η διαφορά τιμής περί το 0,30 ευρώ/κιλό ή και περισσότερο, δημιουργεί ευκαιρίες για αθέμιτο και εύκολο πλουτισμό από παράνομες πρακτικές. Το πρόβλημα υπάρχει από τη στιγμή που εισάγονται «ελαιόλαδα», τα οποία έχουν υποστεί την επεξεργασία της απόσμησης ή και του «repasso» (δεύτερης φυγοκέντρισης), και τα οποία αναμιγνύονται με ελληνικά ώστε να κυκλοφορήσουν στην αγορά με την ένδειξη «εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο». Σε αυτή την περίπτωση οι επιπτώσεις αφορούν

α) Στους ελαιοπαραγωγούς, των οποίων η τιμή παραγωγού και το εισόδημα θα συμπιεστούν σε μια χρονιά ήδη καταστροφική λόγω της μειωμένης ποσότητας.
β) Στους τυποποιητές, και ιδίως εξαγωγείς, των υψηλής ποιότητας έξτρα παρθένων ελαιολάδων, οι οποίοι θα υφίστανται τον αθέμιτο ανταγωνισμό των εισαγόμενων που περιγράψαμε.

γ) Σε νοικοκυριά που θα αγοράσουν και καταναλώσουν «ελαιόλαδα» με ψευδείς ενδείξεις στην ετικέτα τους, σε υψηλότερες τιμές εκείνων που θα έπρεπε και πιθανόν με περιεχόμενο που είναι τελείως εκτός των προδιαγραφών του ελαιολάδου και μάλιστα του έξτρα παρθένου.

δ) Το παραπάνω σημείο αφορά και στις εξαγωγές επώνυμου τυποποιημένου, όπου υπάρχει κίνδυνος από πιθανούς ελέγχους σε άλλες χώρες να υποστεί ένα μεγάλο πλήγμα η καλή φήμη γενικά του ελληνικού ελαιολάδου.

Κατόπιν όλων των παραπάνω αυτά τα μέτρα που μπορούμε να εφαρμόσουμε ως χώρα στο πλαίσιο του Κοινοτικού Δικαίου και ζητάμε από εσάς κύριοι Υπουργοί να προχωρήσετε το συντομότερο δυνατόν είναι η καταγραφή των βυτίων κατά την είσοδό τους στα δυο βασικά λιμάνια Πάτρας και Ηγουμενίτσας. Από το έγγραφο Intrastat θα πρέπει να καταγράφεται η επιχείρηση προέλευσης και η επιχείρηση προορισμού ώστε να ειδοποιείται άμεσα η Υπηρεσία του ΕΦΕΤ ή/και του ΣΔΟΕ για επιτόπιο έλεγχο κατά τη στιγμή της εκφόρτωσης του βυτίου παίρνοντας δείγμα που θα επιτρέψει τη χημική ανάλυση του περιεχομένου. Σκοπός πρέπει να είναι η ιχνηλασιμότητα έως το τελικό προϊόν για κατανάλωση.

Σημειώνουμε κύριοι Υπουργοί ότι ο Σύνδεσμός μας

α) Αποτελείται από επιχειρήσεις με αντικείμενο τα ελληνικά ελαιοκομικά προϊόντα πιστοποιημένης ποιότητας όπως τα βιολογικά και τα ΠΟΠ/ΠΓΕ.

β) Έχει ως βασικές του καταστατικές αρχές και σκοπούς την προστασία της ποιότητας, τη διαφάνεια και την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων, την προστασία από τα φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού.

γ) Ως αναγνωρισμένη Οργάνωση Ελαιοκομικού Φορέα βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 867/08, έχει το δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, σημείο β) του κανονισμού (ΕΚ) 29/2012 σχετικά με τα πρότυπα εμπορίας ελαιολάδου, να ζητήσει από τις αρχές του κράτους-μέλους να προβαίνουν σε δειγματοληψίες και εξακριβώσεις των αμφισβητούμενων ενδείξεων της σήμανσης των ελαιολάδων.

Τέλος, με την ευκαιρία αυτού του υπομνήματος επισημαίνουμε πόσο αναγκαία είναι μια σειρά συσκέψεων προκειμένου να αποφασιστούν κάποια μέτρα τα οποία θα μπορούσαν αν όχι να εξαφανίσουν, αλλά τουλάχιστον να μετριάσουν τις αιτίες που οδηγούν σε καταστροφικές ελαιοκομικές χρονιές όπως η εφετινή.

Με τιμή,
Γιώργος Κόκκινος
Πρόεδρος

agrotypos.gr