Οι καταθέσεις και η ασφάλεια τους τον τελευταίο καιρό περνούν και πάλι... δοκιμασία.

Οι αιτίες είναι δυο:

Η οικονομική αβεβαιότητα για το αν οι κυβερνήσεις αποφασίσουν να κλείσουν τα ελλείμματα τους με μια βοήθεια από ένα ξαφνικό «χαράτσι» στις καταθέσεις.

Το ενδεχόμενο η τραπεζική ενοποίηση -που προωθείται με σχετικά ταχύτερους απ΄ ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν ρυθμούς- να αφήσει κάποιο παράθυρο (στο πλαίσιο του bail in) για απαλλοτρίωση μέρους των καταθέσεων.

Για την Ελλάδα, το πρώτο σκέλος είναι κάτι που κανείς δεν τολμά να βάλει στο τραπέζι. Κάτι τέτοιο στην τρέχουσα συγκυρία θα οδηγούσε σε πρωτοφανείς πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις και... κανείς δεν θέλει ούτε καν να το σκεφτεί. Προς το παρόν, τουλάχιστον.

Για το δεύτερο σκέλος, αυτό που αφορά την τραπεζική ενοποίηση και, κατά συνέπεια, την αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος, οι πικρές μνήμες και οι ακόμη ανοιχτές πληγές από τα όσα έγιναν στην Κύπρο δεν αφήνουν κανέναν να κοιμάται ήσυχα. Βέβαια, όσα βρίσκονται σε εξέλιξη το τελευταίο τρίμηνο του χρόνου σχετικά με την τραπεζική ενοποίηση φαίνεται να βάζουν τα πράγματα σε κάποια σειρά, αφήνοντας, όμως, πολλά ερωτηματικά ακόμη ανοιχτά.

Το bail in και η τραπεζική ενοποίηση
Τα γεγονότα και οι μέχρι στιγμής αποφάσεις συνδέονται με τους δύο πρώτους πυλώνες της τραπεζικής ενοποίησης: τη δημιουργία του Οργανισμού Εποπτείας του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, που θα είναι εγκατεστημένος στην ΕΚΤ, και του Οργανισμού Αναδιάρθρωσης, του περιβόητου SSM, o οποίος θα έχει την ευθύνη της αναδιάρθρωσης των τραπεζών που δεν είναι βιώσιμες.

Τον προηγούμενο μήνα ο Οργανισμός Εποπτείας πήρε από το Συμβούλιο Υπουργών το τελικό πράσινο φως για να συγκροτηθεί από την ΕΚΤ. Και σε λίγο καιρό θα αρχίσουν... οι προσλήψεις. Ο SSM είναι, όμως, το πρόβλημα, γιατί οι αποφάσεις του θα κοστίζουν ακριβά σε κάποιους. Μέχρι στιγμής, οι αποφάσεις του συμβουλίου που διέπουν τη συγκρότησή του προβλέπουν ότι, όταν ο Μηχανισμός Εποπτείας καταλήγει ότι μια τράπεζα δεν έχει επαρκή κεφάλαια, τότε αυτή πρέπει να τα βρει ή, διαφορετικά, πάει σε εκκαθάριση ή αναδιάρθρωση.

Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, κάποιος θα πρέπει να πληρώσει τον λογαριασμό. Αυτός ο κάποιος είναι καταρχήν οι μέτοχοι, που θα πρέπει να βάλουν χρήματα για να αυξηθούν επαρκώς τα ίδια κεφάλαια της τράπεζας. Στη συνέχεια, αν αυτά δεν φτάνουν, θα πρέπει οι δανειστές της τράπεζας, δηλαδή οι ομολογιούχοι της, να δουν τα δάνειά τους να μετατρέπονται σε μετοχές της τράπεζας.

Αν και αυτά δεν φτάνουν, τότε θα έρθει η σειρά των καταθετών της τράπεζας των οποίων οι καταθέσεις υπερβαίνουν τα 100.000 ευρώ. Και αυτοί θα δουν τις πάνω από τα 100.000 ευρώ καταθέσεις τους να γίνονται... μετοχές της τράπεζας. Εκεί σταματά το πανηγύρι με τους καταθέτες, γιατί οι κάτω των 100.000 ευρώ καταθέσεις προστατεύονται με τους ισχύοντες νόμους από τις κυβερνήσεις...

Το εθνικό βέτο

Κάπου εδώ, όμως, μπαίνει στον χορό και η χώρα στην οποία βρίσκεται η έδρα της τράπεζας. Αν και τα χρήματα των καταθετών δεν φτάνουν ή αν οι πάνω από 100.000 ευρώ καταθέσεις ανήκουν, όπως συνήθως συμβαίνει, σε ασφαλιστικά ταμεία, δημόσιους οργανισμούς και επιχειρήσεις, η κυβέρνηση έρχεται να εκτιμήσει τη συνολική ζημιά στην οικονομία και να παρέμβει, εξετάζοντας το ενδεχόμενο της συμμετοχής του Δημοσίου στη διάσωση ή την εκκαθάριση.

Με άλλα λόγια, ενώ ο SSM ως φορέας είναι «υπερεθνικός», οι δράσεις του, όπως και οι συνέπειες των αποφάσεων του Οργανισμού Εποπτείας, έχουν συνέπειες σε «εθνικό» επίπεδο, και μάλιστα μπορούν να επηρεάσουν τον Προϋπολογισμό μιας χώρας.

Εδώ, λοιπόν, αρχίζουν τα προβλήματα στην ισορροπία μεταξύ του υπερεθνικού χαρακτήρα των δύο οργανισμών της τραπεζικής ενοποίησης και το εθνικού χαρακτήρα των συνεπειών από τις αποφάσεις τους.

Η υπόθεση μοιάζει με τον τετραγωνισμό του κύκλου και αναζητείται «λύση». Η αρχική σκέψη αφορούσε τη λειτουργία του SSM με την υποστήριξη ενός ταμείου το οποίο θα συγκροτούσαν οι τράπεζες. Όμως το μέγεθος των αναγκών του συστήματος δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο από ένα τέτοιο ταμείο. Εξάλλου, η Γερμανία και οι «σκληροπυρηνικοί» της Ευρωζώνης επιμένουν ότι το κόστος της εξυγίανσης δεν μπορεί παρά να παραμείνει εθνικό. Όπως και η εγγύηση των καταθέσεων (των κάτω των 100.000 ευρώ).

Η Κομισιόν έχει κάνει κάποιες προτάσεις, τις οποίες επεξεργάστηκε η τρέχουσα «προεδρία» της Λιθουανίας και τις κατέθεσε πρόσφατα στο Συμβούλιο Υπουργών, προτείνοντας τα κράτη-μέλη να έχουν ένα είδος «βέτο» στις αποφάσεις των δύο οργανισμών. Η πρόταση έχει και νομική... βάση, καθώς, αν οι αποφάσεις υπερεθνικών οργανισμών επηρεάζουν την υλοποίηση της «εθνικής» δημοσιονομικής πολιτικής, δεν μπορούν να προχωρήσουν.

Βέβαια, αυτό ακούγεται μάλλον σαν αστείο με τα όσα έχουν γίνει με τα μνημόνια τα τελευταία χρόνια και γι΄ αυτό η υπόθεση του «βέτο» αντιμετωπίζεται από πολλές πλευρές με ιδιαίτερη επιφύλαξη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η δέσμευση των υπ. Οικονομικών είναι να έχουν λύσει τον γόρδιο δεσμό πριν από το τέλος του έτους. Μέχρι τότε θα έχει ξεκαθαριστεί και το πώς θα επηρεάζονται στο μέλλον οι άνω των 100.000 ευρώ καταθέσεις.

*Αναδημοσίευση από το "ΚΕΦΑΛΑΙΟ" της 9ης Οκτωβρίου