Η Κρήτη ανήκει στις περιφέρειες της χώρας που θα μπορούσαν με σοβαρή πολιτική καθοδήγηση να εξασφαλίσουν, και με το παραπάνω, τη διατροφική τους αυτάρκεια. Ένα τέτοιο βήμα θα είχε μεγάλες οικονομικές επιπτώσεις για ολόκληρη τη χώρα, σε μια ιστορική καμπή που η επιβίωσή της θεωρείται απόλυτα εξαρτημένη από τον διεθνή δανεισμό. 

Ακριβέστερα διατυπωμένο, ζει σε καθεστώς οικονομικής και πολιτικής υποτέλειας, εξαιτίας του υπερβολικού δανεισμού. Έτσι η διατροφική αυτάρκεια διαμερισμάτων της χώρας, θα ήταν η λυδία λίθος για την δρομολόγηση οικονομικών, κοινωνικών, ακόμη και πατριωτικών εξελίξεων. 

Δεν συνιστά η συμβολή αυτή ένα περιοριστικό καθήκον του λαού μας: Δεδομένου ότι η βελτίωση λ.χ. ανάλογων επιδόσεων και σε άλλους τομείς, μπορεί να δρομολογήσει μια μεταρρυθμιστική πορεία και να μας βγάλει από αδιέξοδα. Όπως θα ήταν η συνεισφορά του τουρισμού και στα επόμενα χρόνια. Ακόμη πιο πολύ θα βοηθούσε η προοπτική αξιοποίησης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην ελληνική ΑΟΖ. 

Γι’ αυτό είναι αδιανόητη η σταθερή παραμέληση τέτοιων προοπτικών, που επιδείχνεται από την ελληνική πολιτική ηγεσία. 

Για την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων, θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς πως «ακόμη δεν τον είδαμε και τον βγάλαμε Γιάννη». Να απαντήσουμε όμως σ’ αυτό, πως φαίνεται να ήταν κοινωνοί του «μυστικού» πάρα πολλοί: Όπως η Γερμανική Κεντρική Τράπεζα, Γαλλικά Ερευνητικά Ινστιτούτα, σίγουρα τα Αμερικανικά Διαστημικά Κέντρα Παρατηρήσεων, και ποιος ξέρει πόσοι άλλοι ακόμη. 

Να σημειωθεί, δεύτερο, πως αν υπάρχουν σοβαρά κοιτάσματα, όπως είναι βέβαιο τώρα, χρειάζεται για την αξιοποίησή τους μακροχρόνια προπαρασκευή.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Νορβηγίας που πρέπει να μιμηθούμε, αντί των πετρελαιοπαραγωγικών χωρών υπό αποικιακό ή ημιαποικιακό καθεστώς: Από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 που εντοπίσθηκαν οι υδρογονάνθρακες στη Βόρεια Θάλασσα, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 που άρχισε η συστηματική τους εκμετάλλευση, η Νορβηγία έζησε μια φρενίτιδα προετοιμασιών σε χιλιάδες τομείς. Όπως χαρτογράφησης, αξιολόγησης, νομικής, διοικητικής και τεχνικής προπαρασκευής, χωροταξικής οργάνωσης, οικονομικού προγραμματισμού, προστασίας της αλιείας κ.α.

Τόσο η βραδύτητα πραγματοποίησης των ερευνών, όσο και η έλλειψη βηματισμού στο κρίσιμο ζήτημα οριοθέτησης της ΑΟΖ με όμορα κράτη, αναδείχνουν μ.ά. το έλλειμμα της ελληνικής προετοιμασίας. Δημιουργούν την πεποίθηση ότι δεν ανήκει στις ελληνικές προτεραιότητες η αξιοποίηση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, κατά το Νορβηγικό πρότυπο. 

Αντίθετα, γίνονται βήματα φαινομενικής εγκατάλειψης των κοιτασμάτων στην τύχη τους. Όπως ακριβώς ήταν η πρόταξη της εγκατάλειψης καλλιεργειών και της πρόωρης συνταξιοδότησης παραγωγών από τους πολιτικούς της τελευταίας εικοσιπενταετίας. Που φαίνεται πως εξακολουθούν να φωτίζουν τα βήματα και των σημερινών. Πολιτικών ανάλγητων μπρος στη δραματική προοπτική να διπλώσει το κακό του παραγωγικού μας αφοπλισμού, που τόσα δεινά έφερε ως τώρα στη χώρα. Ο ελληνικός λαός δεν θα επιτρέψει την επανάληψη του ίδιου εγκλήματος. 

Οι αμέλειες που οδηγούν στο συμπέρασμα της ιδιότυπης «αγρανάπαυσης» των κοιτασμάτων προς όφελος, ποιος ξέρει τίνων εταιριών και άλλων σκοπιμοτήτων, εξελίσσονται δυστυχώς καθημερινά μπρος στα μάτια μας. Ιδού μια πρόχειρη απαρίθμησή τους (επί πλέον της καθυστέρησης των ερευνών και της αδιαφορίας χάραξης ΑΟΖ με χώρες που, τότε, θα προσχωρούσαν εύκολα): 

Αρχές του καλοκαιριού που πέρασε δικαιολογήθηκαν κυβερνητικοί κύκλοι, πως δεν συμπεριέλαβαν τα κοιτάσματα του Λιβυκού στις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που είχαν αναθέσει διότι, δήθεν, δεν είχαν προχωρήσει εκεί οι υποθαλάσσιες έρευνες. Μα η Κρήτη ήταν η μόνη ελληνική περιφέρεια που περίμενε γρήγορα στα όρια της να ξεκινήσει η πορεία εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων από το Ισραήλ και την Κύπρο. 

Με όλες τις αναπόφευκτες επιπτώσεις, εξαιτίας του θαλάσσιου μετώπου που μας συνδέει. Γιατί τους αφήνει τόσο «αδιάφορους» προγραμματικά η εξέλιξη της Κυπρο-Ισραηλινής αυτής συνεργασίας, που μπορεί να αποτελέσει πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο ρύπανσης για τις ακτές μας, και όχι μόνο, απ’ όσο ο διάπλους της Διώρυγας του Σουέζ; 

Εκκωφαντικότερα ακόμα ηχεί η «αμέλεια», να περιληφθεί στα σχέδιά μας η προοπτική εξόρυξης και επεξεργασίας στο παραθαλάσσιο μέτωπο της Κρήτης των υδρογονανθράκων του Λιβυκού: Η αναθεώρηση του Χωροταξικού σχεδίου της νήσου, γίνεται σήμερα μετά την πάροδο δεκαετίας. 

Ποιος μπορεί, συνεπώς, να δεσμεύσει ότι δεν πρόκειται να προκύψει σχετικό ζήτημα πριν το 2023, που θα επανέλθει το Χωροταξικό; Γιατί αυτή η αδράνεια στο ενδεχόμενο να διαμορφωθούν γρηγορότερα προοπτικές εκμετάλλευσης των συγκεκριμένων κοιτασμάτων, με τους ρυθμούς με τους οποίους προχωρούν στα δικά τους «οικόπεδα» το Ισραήλ και η Κύπρος; 

Σάμπως δεν έφταναν τα παραπάνω, διαπιστώνουμε να προσχωρεί η ελληνική κυβέρνηση με μια απίστευτη βιασύνη στον προγραμματισμό του Ισραήλ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Επίσπευσης έργων και εγκαταστάσεων, που στο χώρο μας μόνο μετά το προαπαιτούμενο της χωροθέτησης επεξεργασίας και εκμετάλλευσης των ελληνικών υδρογονανθράκων μπορούν να δρομολογηθούν. 

Ο αγωγός μεταφοράς αερίου, και «το κερασάκι» που ακούει στο όνομα του καλωδίου μεταφοράς ρεύματος προς την Ευρώπη, φαίνεται να χρηματοδοτούνται αδρά. Σαν μια υποτιθέμενη κατασκευή στη Λιβύη ενός τεράστιου δικτύου ύδρευσης και άρδευσης, να ξεκινά πριν ανοίξει το πηγάδι που θα δώσει το νερό. (Εδώ έχουμε το προκλητικό αντίθετο παράδειγμα, του φράγματος της Φανερωμένης!) 

Τίνος άραγε περισσεύουν στην εποχή μας τόσο πολλά χρήματα για να ζεύει το κάρο μπροστά απ’ το άλογο; Προκαλεί αντιδράσεις η άλλοτε σοβαρή και ορθολογική Κομισιόν της Ευρωπαϊκές Ένωσης, να χρηματοδοτεί ακριβές επενδύσεις, πριν ολοκληρωθεί η οικονομοτεχνική επεξεργασία του ζητήματος. 

Ή μήπως έχει προχωρήσει και αφήνονται στο σκοτάδι τα κράτη-μέλη και οι λαοί τους; Θα βρεθούμε, άραγε, στην επανάληψη του φαινομένου, να παριστάνουν εκ των υστέρων τα ανώτατα ευρωπαϊκά όργανα, ότι αγνοούσαν και σιωπούσαν μπροστά στις μεθοδεύσεις σπατάλης και κακοδιοίκησης, που οδήγησαν την Ελλάδα στη σημερινή οικτρή της θέση; 

Ενώ δε συντελούνται τα παραπάνω, ο ελληνικός λαός και ο άμεσα ενδιαφερόμενος Κρητικός, ιδιαίτερα, μένει βουβός παρατηρητής. Διότι κανένα αυτοδιοικητικό του όργανο δεν αντιδρά! Κανείς της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας Αυτοδιοίκησης δεν αρθρώνει έστω κάποιες ερωτήσεις. Δεν διερμηνεύει το λαϊκό αίσθημα για εγχώρια αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών μας πόρων, αντί της εκχώρησής τους σε άλλους, που θα τους εκμεταλλεύονται, τάχα για το καλό μας. 

Αλλά πώς να αντιδράσουν όλοι αυτοί, που είναι σάρκα από τη σάρκα της κεντρικής πολιτικής εξουσίας; Όλοι αυτοί που υπάρχουν μόνο για να εφαρμόζουν τα προγράμματα των ίδιων κομμάτων που μας οδήγησαν μέχρι εδώ; Όλοι αυτοί που αρκούνται να υπακούουν πειθήνια, και δεν θα υπήρχαν έξω από την κομματική κολυμπήθρα που τους βάφτισε πολιτικούς; 

Ο Κρητικός λαός πρέπει έγκαιρα να «διαβάσει» σωστά την παραπάνω πραγματικότητα και να βγάλει τα συμπεράσματα και τις αποφάσεις του. Δεν μπορεί παρά να είναι αποφάσεις για ανατροπές. 

Νικόλαος Λεβεντάκης
Μηχανικός