«Εμείς, με τον θείο σου, νιόπαντροι, πήγαμε στην Γερμανία, για 3 χρόνια...Και μείναμε 30, 40, ακόμα εκεί είμαστε. Εκεί μεγαλώσαμε τα παιδιά μας, εκεί δημιουργήσαμε ανθρώπινους δεσμούς, εκεί δώσαμε ότι είχαμε να δώσουμε. Εκεί και όχι στην πατρίδα μας, την Ελλάδα. 

Και όταν με ρωτούν Καθηγήτριες από το Πανεπιστήμιο στην Γερμανία, που κάνουν κοινωνιολογικές έρευνες, να τους πω πως αισθάνομαι ως παλιά μετανάστρια, τους λέω ότι δε μ αρέσει καθόλου αυτό που έζησα... Κι ότι αν μπορούσα να γύριζα το χρόνο πίσω θα προτιμούσα να είχα ζήσει στην Ελλάδα. Όχι δεν είχα κανένα πρόβλημα ούτε με τους Γερμανούς, ούτε με τους άλλους μετανάστες, Τούρκους και άλλους. Όχι...

Αλλά ό,τι δημιουργούσα ήθελα να το έδινα στην πατρίδα μου, όχι σε μια ξένη χώρα. Θα ήμουν περισσότερο ικανοποιημένη, γιατί ο λίγος πλούτος που θα παρήγαγα στην Ελλάδα θα έμενε στην πατρίδα μου, ενώ ο πολύς που δημιούργησα τώρα, πήγε στην Γερμανία. Νοιώθω να πήγε η ζωή μου χαμένη...» 

Αυτά, φίλες και φίλοι, είναι λόγια μιας ελληνίδας μετανάστριας που έζησε ολόκληρη τη ζωή της στην Γερμανία˙ λόγια ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 2013 κάπου στην κατεχόμενη Κρήτη. Κι όμως στο «ίδιο έργο», είτε ως «θεατές», είτε ως πρωταγωνιστές, γινόμαστε για μια ακόμα φορά μάρτυρες. Ίσως σε 40 χρόνια, ένας / μία κάτοχος σήμερα διδακτορικού (κι αυτό είναι το χείριστο, καθώς σήμερα η Ελλάδα «αδειάζει» από τους καλύτερους επιστήμονές της, που έγιναν με χρήματα του ελληνικού δημοσίου για να δουλέψουν για το γερμανικό ΑΕΠ) να μονολογεί τα ίδια...

Στην εποχή της ταχύτητας, της αλλοτρίωσης και του μηδενισμού, μάθαμε ή συνηθίσαμε ότι χαλάει να το πετάμε. Είτε σχέση είναι αυτή, είτε μηχανή, είτε άνθρωποι, είτε ιδέες, είτε όνειρα, είτε κράτος, είτε θεσμοί. Ξεχάσαμε ότι μέρος του όλου, είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε κι εμείς. Ξεχάσαμε όμως και την αξία του παιδεύειν. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία ελεύθερων πολιτών, οι οποίοι θα μπορέσουν σε βάθος χρόνου να καταστήσουν την πολιτική ζωή του τόπου δημοκρατική. 

Και ενώ το «καράβι» της ελληνικής κοινωνίας δεν αρμένιζε και πολύ ίσια για δεκαετίες, μας ήρθε εκεί που δεν το περιμέναμε η Τρόικα με τα Μνημόνια της, για να μας θυμίσει ότι υπάρχουν και χειρότερα. Κι αυτά είναι να σου στερήσουν τη δυνατότητα να παλέψεις για μια καλύτερη ελληνική κοινωνία, να σου απαγορεύσουν να ασκείς τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματά σου, να σου ασκείται από το κράτος απροκάλυπτα τρομοκρατία, τραβώντας πολίτες στα δικαστήρια και τις φυλακές μέσω της θεσμοθέτησης κατά το δοκούν χαρατσιών, της απειλής κατάσχεσης σπιτιών, της αστυνομικής βίας και της αναβαθμισμένης ξανά παρακρατικής και διωκτικής δράσης. 

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον όσες πατριωτικές αντοχές και να έχει ο κατασκευασμένος με άριστο προγραμματισμό μαλθακός νεοέλλην πολίτης, δεν είναι δύσκολο να πάρει την απόφαση να φύγει μακριά από τούτο το οικονομικό προτεκτοράτο / φασιστικό μόρφωμα. Και κάπως έτσι ξεκινά μετά από 50 χρόνια ένας νέος κύκλος αφαίμαξης του εργατικού και επιστημονικού δυναμικού της πατρίδας, στερώντας ακόμα περισσότερο την ελπίδα αντίστασης και ανασυγκρότησης της χώρας σε έστω φιλελεύθερες / πατριωτικές / κοινωνικά δίκαιες αντιλήψεις ενός συγκεντρωτικού κράτους, καθώς η δημοκρατία μας πέφτει μακριά, αφού στα μυαλά όλων των κομμάτων, δεξιών αλλά και αριστερών, κυριαρχεί η αντίληψη ότι είναι επίφοβο να παραδώσουμε την πλήρη εξουσία στον «απαίδευτο» λαό.

Και τα αεροπλάνα γεμίζουν σπασμένα όνειρα, που σε 40 χρόνια, πολύ φοβάμαι, θα γυρίσουν ακόμα πιο σπασμένα και χαμένα, αποπροσανατολισμένα στις μοναξιές του κόσμου.

Γιατί έξω από την πατρίδα, την κάθε πατρίδα, ζει η μοναξιά του μετανάστη.

Ηλίας Κοπανάκης
Χημικός Μηχανικός Ε.Μ.Π., MSc