Χωρίς καμία πείρα στο χώρο του βιβλίου, ο γιος του Κηφισσιώτη «μούλου» (έτσι έλεγαν τους εμπόρους μουλαριών) ξεκίνησε να τα βάλει με το γερά θεμελιωμένο κατεστημένο των βιβλιοπωλών των αρχών του 20ου και, αντί να χαθεί στην αφάνεια, κατάφερε να ιδρύσει μια αυτοκρατορία.

Η μυθιστορηματική ζωή του τολμηρού επιχειρηματία Γιώργου Βασιλείου που έγινε ένας από τους πιο πετυχημένους εκδότες της εποχής του, ιδρύοντας την επιχείρηση που διαρκεί μέχρι σήμερα, ξετυλίγεται μέσα από το βιβλίο «Εκδοτικός Οίκος – Βιβλιοπωλείο Γεωργίου Βασιλείου».

Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με αφορμή τα 100 χρόνια από την ίδρυση του ιστορικού βιβλιοπωλείου και παρουσιάστηκε προ ολίγων ημερών (11/11) στη Στοά του Βιβλίου με ομιλητές των συγγραφέα του βιβλίου Κώστα Χατζιώτη και τον εγγονό του Γεωργίου Βασιλείου, Νίκο Νηφόρο.

Η δράση του Βασιλείου είχε ως σημείο εκκίνησης την Αθήνα της εποχής με τα 12 σαμαροποιεία, 11 πεταλωτήρια και 19 σανοπωλεία , ένα από τα οποία, μάλιστα, λειτουργούσε την πλατεία Κολωνακίου. Την πρωτεύουσα ενός μικρού βαλκανικού κράτους που βρισκόταν στα όρια Ανατολής και Δύσης.

Κι αν υπήρχε κάτι που τη διαφοροποιούσε από τις άλλες βαλκανικές πόλεις ήταν η έντονη πνευματική κίνηση. Σ’ αυτήν αποφάσισε να επενδύσει ο θαρραλέος Κηφισσιώτης τολμώντας να εγκαταστήσει στη μέση της Σταδίου και των καθιερωμένων βιβλιοπωλείων – γιγάντων της αθηναϊκής βιβλιαγοράς τη δική του επιχείρηση.

Στο δρόμο των βιβλιοπωλείων, που φιλοξενούσε εννέα μεγάλα και μικρότερα βιβλιοπωλεία, στον αριθμό 42, έστησε ο Γεώργιος Βασιλείου το δικό του βιβλιοπωλείο.

Τα πρώτα του βήματα ήταν μελετημένα και προσεκτικά. Επειδή η Νομική εμφάνιζε εντυπωσιακή διάδοση ανάμεσα στα μέλη της Αθηναϊκής κοινωνίας με κορυφαίους καθηγητές να διδάσκουν στο Πανεπιστήμιο συγκεντρώνοντας πλήθος φοιτητών και όχι μόνο, αποφάσισε να ξεκινήσει με νομικές εκδόσεις αξιοποιώντας το πατρικό αποθεματικό.

Στην πορεία η εκδοτική του πολιτική εξαπλώθηκε και σε άλλους τομείς, με αποτέλεσμα σύντομα το βιβλιοπωλείο του να μην αργήσει να γίνει ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά στέκια της εποχής. Μέσα σε πέντε χρόνια από την ίδρυσή του, το βιβλιοπωλείο έχει καθιερωθεί.

«… Αλλά με τη δύση του ηλίου, θα πηγαίνω στου Βασιλείου…», λέει ο Κώστας Καρυωτάκης.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κώστα Βάρναλη, και ο ποιητής Λάμπρος Πορφύρας «άμα βράδιαζε, τραβούσε για το βιβλιοπωλείο του Βασιλείου στην οδό Σταδίου…». Ο πανέξυπνος επιχειρηματίας που οσμιζόταν τις απαιτήσεις των καιρών του και είχε την τύχη να βρεθεί σε μια εποχή με έντονη πνευματική κίνηση είχε πετύχει να κάνει την επιχείρησή του όχι μόνο κερδοφόρα αλλά ένα από τα φιλολογικά εντευκτήρια της εποχής μαζί με το καφενείο του «Μαύρου Γάτου» και του φιλολογικού περιοδικού «Ο Νουμάς».


Μια από τις ιδιαίτερα έξυπνες επιχειρηματικά κινήσεις του Βασιλείου ήταν να επενδύσει σε θεματικές σειρές που δημιουργούσαν στο κοινό την αίσθηση της θεματικής ενότητας μεταξύ των βιβλίων της σειράς.

Οι «Βιβλιοθήκες» του εκδότη κάλυψαν ένα ευρύτατο φάσμα γνώσεων, ενώ από τα ρεκόρ των επανεκδόσεων ήταν η «Καταδίκη» του Θεοτόκη που μέσα σε μια 3τία πούλησε τον απίστευτο, για τα δεδομένα της εποχής, αριθμό άνω των 10.000 αντιτύπων.

Μια ακμάζουσα επιχείρηση που ξαφνικά έμεινε ακέφαλη το 1932 όταν ο Βασιλείου πέθανε αναπάντεχα με αποτέλεσμα η σκυτάλη να περάσει στα χέρια της 39χρονης γυναίκας του, Μαργαρίτας, που χωρίς καμία πείρα στον επιχειρηματικό τομέα κλήθηκε να πάρει τα ηνία στα χέρια της και να γίνει η πρώτη γυναίκα βιβλιοπώλης στην Αθήνα.

Πράγματι, από το νοικοκυριό στο … τυπογραφείο, η Μαργαρίτα Βασιλείου αποδείχτηκε μια γυναίκα πολύ διαφορετική από το πρότυπο της εποχής της.

Από το 1932 μέχρι το 1958 που παρέδωσε τη σκυτάλη στο γιο της, Ιωάννη, δεν συνέχισε μόνο την εκδοτική πολιτική του συζύγου της, αλλά προχώρησε στην ανάληψη πρωτοβουλιών που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν καινοτόμες όπως η «Βιβλιοθήκη Μπιζού».

Στόχος της συγκεκριμένης σειράς ήταν η δημιουργία μιας νέας θεματικής ενότητας που θα είναι εύπεπτη και προσιτή στις λαϊκές μάζες σε μια εποχή πολιτικής αβεβαιότητας όπως η δεκαετία του ’30 που «προλόγισε» τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τη «Βιβλιοθήκη Μπιζού» φρέναρε το 1936 η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, ενώ η εκδοτική επιχείρηση συνέχισε απρόσκοπτα τη λειτουργία της μέχρι το 1958 που μπήκε σε νέα φάση με την ανάληψη της επιχείρησης από το γιο της Μαργαρίτας, Ιωάννη Βασιλείου.

Ο μοναχογιός του Γεωργίου και της Μαργαρίτας Βασιλείου (ήρθε τελευταίος μετά τις τρεις κόρες που απέκτησαν) δεν ανατύπωσε μόνο παλιότερες επιτυχίες (λεξικά και χρηστικά εγχειρίδια) των γονιών του αλλά επεκτάθηκε και σε άλλους τομείς όπως οι τουριστικές εκδόσεις.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ωστόσο, η οικοδομή στην οποία στεγαζόταν το Βιβλιοπωλείο για περισσότερα από πενήντα χρόνια καταδικάστηκε σε κατεδάφιση.

Ο «Βασιλείου» ξεσπιτώθηκε και μετεστεγάστηκε στο ισόγειο της Πανεπιστημιακής Λέσχης στην Ιπποκράτους 15 αλλά η υποχρεωτική του μετακόμιση άνοιξε το χορό του ξεσπιτώματος όλων των ιστορικών βιβλιοπωλείων της Αθήνας: στην συντριπτική τους πλειοψηφία υποχρεώθηκαν τα επόμενα χρόνια να εγκαταλείψουν τις ιστορικές έδρες τους.

Σήμερα, η παράδοση που ξεκίνησε αυτός ο πεισματάρης και οραματιστής Κηφισιώτης συνεχίζεται όχι στα ιστορικά σημεία που «έζησε» το βιβλιοπωλείο αλλά στο βιβλιοπωλείο και εκδοτικό οίκο της Καλλιθέας που δημιούργησε ο Γιώργος Βασιλείου ο νεώτερος, γιος του Ιωάννη, αλλά και μέσα από τις επιστημονικές εκδόσεις Παρισιάνου που διευθύνει η αδερφή του Μαργαρίτα Παπαηλιού – Παρισιάνου.

Και η συνέχεια αυτή τόσες δεκαετίες αργότερα, είναι η απόδειξη του ότι τα θεμέλια που μπήκαν στο ξεκίνημα του οίκου ήταν τόσο σταθερά όσο η πίστη και το όραμα του εμπνευστή του.

capital.gr