«Οταν ήρθε η ώρα να μπουν οι υπογραφές διαπίστωσα ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν τους φόρους, που έφταναν τα 480.000 δολάρια. Αυτό με έκανε να αρνηθώ. Εφυγα και γύρισα τρέχοντας στο εστιατόριό μου», λέει ο Λούις Γριτσίπης (στη φωτογραφία με την οικογένειά του)

Το «Εστιατόριο της 42ης οδού» είναι ένα κτίριο της δεκαετίας του 1920. Βαμμένο γαλάζιο και με παραδοσιακές νεοϋορκέζικες εξωτερικές σιδερένιες σκάλες, μοιάζει τελείως παράταιρο δίπλα στους δεκάδες ουρανοξύστες που κυριαρχούν στην περιοχή.

Ο λόγος που στέκεται ακόμα είναι η άρνηση του ιδιοκτήτη του, Λούις -Ηλία στα ελληνικά- Γριτσίπη, να το πουλήσει. Η πρώτη και πιο σοβαρή προσπάθεια έγινε το 2000, όταν ομάδα επιχειρηματιών απευθύνθηκε στον κ. Γριτσίπη ζητώντας του να πουλήσει το τετραώροφο κτίριο για να κατασκευαστεί ουρανοξύστης.

Ο 73χρονος εστιάτορας διηγείται στο «Εθνος» πώς έγιναν οι διαπραγματεύσεις για την αγορά του κτιρίου και τους λόγους για τους οποίους επέλεξε να κάνει πίσω.

Ο Ελληνας που σνόμπαρε 10 εκατ. $

«Με πλησίασε ένας φίλος μου και συμπατριώτης αρχιτέκτονας, ο Κώστας Κονδύλης, και με ενημέρωσε για την πρόθεση των επιχειρηματιών ζητώντας μου να το συζητήσω. Δέχτηκα και τελικά συμφωνήσαμε στο ποσό των 10 εκατομμυρίων δολαρίων. Οταν ήρθε η ώρα να μπουν οι υπογραφές διαπίστωσα ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν τους φόρους, που έφταναν τα 480.000 δολάρια. Αυτό με έκανε να αρνηθώ. Εφυγα και γύρισα τρέχοντας στο εστιατόριό μου», λέει και συμπληρώνει ότι ούτως ή άλλως η αρχική προσφορά δεν τον ικανοποιούσε απόλυτα.

«Αν είχαν προσφέρει και ένα ή δύο διαμερίσματα θα ήταν καλύτερα», σημειώνει.Στα χρόνια που ακολούθησαν, λέει ο κ. Γριτσίπης, οι προσφορές δεν σταμάτησαν να έρχονται αλλά ο ίδιος συνέχισε να αρνείται.

«Μου έδωσαν μέχρι και 15 εκατομμύρια δολάρια. Ομως έχω πάρει την απόφαση να μην το πουλήσω. Ακόμα και ένα δισεκατομμύριο να με πληρώσουν δεν θα το κάνω».

Ολη τη ζωή του
Το κτίριο της Δυτικής 42ης οδού είναι παράλληλα και το σπίτι του κ. Γριτσίπη, αφού ο ίδιος και η οικογένειά του ζουν σε ένα διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου, ενώ ενοικιάζουν τα διαμερίσματα στα υπόλοιπα πατώματα. Είναι, με λίγα λόγια, το μέρος στο οποίο έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Γι' αυτό και αρνείται να το αποχωριστεί.

«Δεν έχω πλέον κανένα λόγο να πουλήσω. Ζω σε μια καταπληκτική και πολυτελή γειτονιά της Νέας Υόρκης. Επιπλέον δεν έχω ανάγκη τα χρήματα και αν σταματήσω να δουλεύω δεν θα ξέρω τι να κάνω μετά. Ο άνθρωπος δεν είναι γεννημένος για να κάθεται. Είναι γεννημένος για να δουλεύει σαν το μυρμήγκι και σαν τη μέλισσα», λέει.

Το ταξίδι
Πήγε, έφυγε, ξαναγύρισε και πέτυχε

Ο Ηλίας Γριτσίπης κατάγεται από την Κανδήλα Αιτωλοακαρνανίας. Πέρασε τον Ατλαντικό με όνειρα για μία καλύτερη ζωή το 1958, αλλά την πρώτη φορά δεν τα κατάφερε να στεριώσει. Επέστρεψε στην Ελλάδα αποφασισμένος να φύγει ξανά όταν θα είναι έτοιμος. Το 1965 και αφού πήγε ξανά στη Νέα Υόρκη άνοιξε το «Εστιατόριο της 42ης οδού». «Ηταν αυτό που ήξερα να κάνω καλά.

Στο εστιατόριο έχουμε ένα μενού που αποτελείται από περίπου 150 πιάτα και, φυσικά, ελληνική κουζίνα», τονίζει. Στο παρελθόν ο κ. Γριτσίπης είχε επεκτείνει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και σε άλλα σημεία της μεγαλούπολης ανοίγοντας κι άλλα εστιατόρια, αλλά σύντομα κουράστηκε. «Είχα ανοίξει εννιά εστιατόρια. Σχεδόν σε κάθε πέντε τετράγωνα είχα κι από ένα», λέει χαριτολογώντας και συμπληρώνει: «Κάποια στιγμή τα πούλησα όλα εκτός από το πρώτο. Δεν ήθελα να τα κρατήσω άλλο. Ελυσα έτσι και το οικονομικό μου πρόβλημα».

Το «μεγάλο μήλο»
Από το 1965 μέχρι σήμερα ο Ελληνας ομογενής έχει ζήσει όλες τις αλλαγές που έχουν γίνει στη Νέα Υόρκη. Οταν ξεκίνησε να δουλεύει στη Δυτική 42η οδό υπήρχαν υπαίθρια πάρκινγκ και στάβλοι για τα άλογα της αστυνομίας. Σήμερα υπάρχουν ουρανοξύστες και το δικό του παλιό κτίριο. Αυτές είναι και οι αντιθέσεις που κάνουν τη Νέα Υόρκη τόσο ξεχωριστή.

«Ομολογώ ότι δεν μου αρέσουν οι ουρανοξύστες. Αλλά μου αρέσει πολύ που ζω τόσο κοντά στο ποτάμι», τονίζει. Ολα αυτά τα χρόνια έχει βρεθεί αντιμέτωπος με ληστές περίπου 30 φορές, ενώ έχει κυνηγήσει εμπόρους ναρκωτικών με το ρόπαλο του μπέιζμπολ. Πρόσφατα, το εστιατόριο πλημμύρισε εξαιτίας του τυφώνα Σάντι. Αλλά ο κ. Γριτσίπης δεν πτοείται. «Ο,τι κι αν γίνει, εδώ είναι το σπίτι μου», καταλήγει.

ethnos.gr/Στέλιος Βογιατζάκης