Ο διαχωρισμός των κατοίκων με βάση το χρώμα του δέρματός τους στη Νότιο Αφρική πήρε επίσημη, θεσμοθετημένη μορφή ρίχνοντας σταδιακά τον μη λευκό πληθυσμό σε μια κατάσταση πολιτών δεύτερης κατηγορίας, με υποδομές και υπηρεσίες κατώτερης ποιότητας σε σχέση με αυτές του λευκού πληθυσμού.

Το Απαρτχάιντ (η λέξη αποδίδεται σαν «κατάσταση του διαχωρισμού») θεμελιώθηκε με σειρά νόμων που διαμόρφωσαν την επίσημη κρατική ιδεολογία και πρακτική της ηγετικής τάξης, σε μια εποχή που η υπόλοιπη Αφρική προσπαθούσε να αποτινάξει αιώνες βάρβαρης, ρατσιστικής αποικιοκρατίας, να ορθοποδήσει οικονομικά και να οργανώσει κοινούς θεσμούς. Εξαιτίας του, μια από τις πιο πλούσιες χώρες της ηπείρου, με επαφές με τη Δύση, κλείστηκε με δική της ευθύνη σε μια διεθνώς ντροπιαστική απομόνωση.

Οι μαύροι και οι «έγχρωμοι» εμποδίζονταν να αποκτήσουν γη, δεν είχαν πρόσβαση σε ποιοτική ανώτερη και ανώτατη Παιδεία, και άρα δεν μπορούσαν να αναπτύξουν αυτόφωτο, καταρτισμένο εργατικό δυναμικό. Οι διέξοδοι ήταν λίγες και η κοινωνική κινητικότητα πολύ μικρή. Αυτό σήμαινε μια ζωή φτώχειας, κοινωνικής απομόνωσης και υπανάπτυξης. Η ζωή για τους περισσότερους μαύρους γινόταν σχεδόν αποκλειστικά ένας αγώνας για επιβίωση με περίπου τα στοιχειώδη.


Το Εθνικό Κόμμα διαχωρίζει τον πληθυσμό

Λίγο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήλθαν στην εξουσία κόμματα εθνικιστών που πρόβαλλαν ένα ρατσιστικό πρόγραμμα διαχωρισμού του πληθυσμού. Το Εθνικό Κόμμα, που προέκυψε μετά το 1948 από την ένωση δύο μικρότερων κομμάτων λευκών, προώθησε τον ένα μετά τον άλλο νόμους που χώριζαν (μεταφορικά και κυριολεκτικά με αναγκαστικές εκτοπίσεις) τον πληθυσμό σε πολιτικό, διοικητικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Άλλοι νόμοι καθιστούσαν παράνομη κάθε αντίσταση στο καθεστώς, απαγόρευαν τους μεικτούς γάμους, θέσπιζαν παράλληλες δομές για το μη λευκό κομμάτι του πληθυσμού.

Αυτό σήμαινε ότι κάτι λιγότερο από το 20% των κατοίκων, αυτό των λευκών, ηγεμόνευε πάνω στο 75-80% των μαύρων και μιγάδων, οι οποίοι έφτασαν εντέλει, μετά από εξόφθαλμες δικαστικές και πολιτικές μεθοδεύσεις, να μην είναι καν πολίτες της Νοτίου Αφρικής (ήταν πολίτες ημιανεξάρτητων κρατιδίων χωρίς καμία διεθνή αναγνώριση).

Ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970 το νομικό πλαίσιο είχε ολοκληρωθεί και ο διαχωρισμός ήταν σχεδόν πλήρης: οι λευκοί είχαν πλήρη δικαιώματα, είχαν την πολιτική και οικονομική εξουσία, απολάμβαναν καλύτερης ποιότητας υπηρεσίες και, φυσικά, είχαν πολύ καλύτερες προοπτικές. Αλλά, ταυτόχρονα, ζούσαν σε ένα βαθιά συντηρητικό κράτος, που καταδίωκε την χαρτοπαιξία ή την πορνογραφία και φοβόταν την τηλεόραση.

Όσοι δεν ήταν λευκοί (την ακριβή ομάδα την πιστοποιούσε η υποχρεωτική ταυτότητα για κάθε κάτοικο) έμεναν κυρίως σε προκαθορισμένες περιοχές, δεν μπορούσαν να μετακινηθούν ελεύθερα μέσα ή έξω από το κράτος χωρίς άδειες ή διατυπώσεις, είχαν περιορισμένες επιλογές οικονομικής δραστηριότητας, είχαν τα δικά τους συστήματα υγείας, παιδείας και ασφάλειας, πολύ κατώτερα από αυτά των λευκών.

Η αντίσταση του μαύρου πληθυσμού σε αυτόν τον ρατσιστικό διαχωρισμό οργανώθηκε γύρω από ομάδες όπως το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο (ANC), που αρχικά ακολούθησε μη βίαιες μεθόδους ανυπακοής, αργότερα όμως, μετά την απαγόρευσή του το 1960, στράφηκε και στην ένοπλη αντίσταση.

Η εντεινόμενη και πολύ συχνά αιματηρή καταστολή ριζοσπαστικοποίησε τμήματα του πληθυσμού που οργανώθηκαν σε ομάδες, οι οποίες τέθηκαν εκτός νόμου, πολλές γιατί θεωρήθηκαν κομμουνιστικές, αν και δεν είχαν όλες κάποια σχέση με την κομμουνιστική ιδεολογία. Εξάλλου η κομμουνιστοφοβία ήταν έντονη και διαρκής για το νοτιοαφρικανικό καθεστώς.

Ένα από τα πλέον σημαίνοντα και δραστήρια στελέχη εκείνης της εποχής ήταν ο δικηγόρος Νέλσον Μαντέλα, που καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκισης το 1962 για σαμποτάζ και σε ισόβια το 1964. Το ANC τον κατέστησε κεντρικό πρόσωπο στην εκστρατεία για την ανατροπή του Απαρτχάιντ και έκανε την περίπτωσή του διεθνώς γνωστή.


Το αργό τέλος του απαρτχάιντ

H σφαγή στο γκέτο του Σοβέτο το 1976 και η δολοφονία του αγωνιστή Στιβ Μπίκο το 1977 ακολουθήθηκαν από μια περίοδο έντασης πριν η κυβέρνηση στα μέσα της δεκαετίας του 1980 επιβάλλει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης σε όλη τη χώρα.

Ωστόσο, την ίδια περίοδο το καθεστώς του Απαρτχάιντ είχε φτάσει πλέον σε αδιέξοδο. Η διεθνής πολιτική (αλλά όχι και διπλωματική) απομόνωση, η συνειδητοποίηση στην κοινή γνώμη της Δύσης της αγριότητας του ρατσιστικού καθεστώτος, το εμπορικό εμπάργκο και η αμείωτη πίεση από το εσωτερικό, ακόμα και ο φατριαστικός πόλεμος ανάμεσα στις οργανώσεις των μαύρων έφερναν στο προσκήνιο το αίτημα η κατάσταση να μετριαστεί.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 άρχισαν οι πρώτες μυστικές συνομιλίες της κυβέρνησης με τον Μαντέλα (φυλακισμένος σε καλύτερες συνθήκες έχοντας απομακρυνθεί από το νησί Ρόμπεν), που μπορεί να μην κατέληξαν πουθενά, εμπέδωσαν όμως ένα κλίμα εμπιστοσύνης και τις δύο πλευρές. Ο τότε πρόεδρος Πιτ Μπότα και, πολύ περισσότερο, ο διάδοχός του, Φρέντερικ ντε Κλέρκ, προχώρησαν με προσεκτικά βήματα προς την πλήρη άρση, όχι χωρίς πίεση από την σκληροπυρηνική ρατσιστική μειονότητα.

Ο Ντε Κλερκ το 1990 ανακοίνωσε την άρση απαγόρευσης του ANC και λίγο μετά, στις 11 Φεβρουαρίου, αποφυλάκισε τον Μαντέλα μετά από 27 χρόνια.

Η συνέχεια δεν ήταν πάντα εύκολη και ανέφελη, αλλά η αρχή είχε γίνει. Οι νόμοι του Απαρτχάιντ καταργούνταν, οι δύο πλευρές, κυβέρνηση και ANC, προσπάθησαν να βρουν κοινό έδαφος, όχι πάντως χωρίς διαφωνίες, αιματηρές εντάσεις και αντιρρήσεις. Το Νόμπελ Ειρήνης με το οποίο Μαντέλα και Ντε Κλερκ τιμήθηκαν το 1993 ήταν μια από τις σαφέστερες διεθνείς επιβεβαιώσεις ότι η χώρα ήταν για τα καλά στο σωστό δρόμο της συμφιλίωσης.

Παρά την προεκλογική βία, στις 27 Απριλίου του 1994, μια ιστορική από κάθε άποψη ημέρα, οι νοτιοαφρικανοί προσήλθαν για πρώτη φορά όλοι μαζί για την εκλογή νέας κυβέρνησης, δίνοντας στον Μαντέλα συντριπτική νίκη με 62,6% και κλείνοντας ένα μεγάλο κύκλο 46 ετών ρατσιστικού διαχωρισμού.

in.gr/Newsroom ΔΟΛ-Μιχάλης Δουρμούσογλου