Μέχρι πριν από έναν χρόνο η Μάρα ήταν μια απλή νοικοκυρά και διαζευγμένη μητέρα που προσπαθούσε με δυσκολίες να μεγαλώσει τη μικρή κόρη της.

Σήμερα, ως διά μαγείας, είναι ιδιοκτήτρια μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες εμπορίας χρυσού στη χώρα. Αγοράζει κοσμήματα από τα ενεχυροδανειστήρια της Αθήνας, κάνοντας τζίρους δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, κλείνει συμφωνίες με πολυεθνικές ανακύκλωσης πολύτιμων μετάλλων και... καρφώνει στους Αδιάφθορους της ΕΛ.ΑΣ. στελέχη του ΣΔΟΕ που την πλεύρισαν για να διευθετήσουν τα μπερδεμένα φορολογικά της με το αζημίωτο.

Αυτή είναι με λίγα λόγια η μεταμόρφωση μιας γυναίκας που στα 36 της χρόνια συστήνεται στην αθηναϊκή πιάτσα ως η Ελληνίδα «βασίλισσα του χρυσού».

Κάποιοι λένε πως η εξέλιξη της Μάρας Αναστοπούλου παραείναι εντυπωσιακή για να είναι αληθινή.

«Μέχρι πέρυσι δεν μπορούσε να πληρώνει ούτε τα έξοδά της. Τώρα παίζει με τα εκατομμύρια...», λένε με νόημα πρόσωπα που τη γνωρίζουν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι κάποιοι άλλοι, πολύ ισχυρότεροι, βρίσκονται πίσω από αυτή.

Το αν είναι έτσι ή όχι τα πράγματα θα το δείξει η δικαστική έρευνα που είναι σε πλήρη εξέλιξη και αφορά την ίδια, ένα κορυφαίο στέλεχος του ΣΔΟΕ, αλλά και δύο άγνωστους δικηγόρους.

Οποια και αν είναι η πραγματικότητα, το σίγουρο είναι ότι σε περίοδο βαριάς οικονομικής κρίσης η επιχείρηση της Μάρας Αναστοπούλου έκανε μέσα σε οκτώ μήνες τζίρο 21 εκατ. ευρώ, το Ελληνικό Δημόσιο εμφανίζεται να της χρωστά ΦΠΑ 3,8 εκατ. και το ΣΔΟΕ σε μια έφοδο που έγινε στα γραφεία της στο Σύνταγμα βρήκε και κατάσχεσε 16 κιλά παράνομο ατόφιο χρυσάφι, καθώς δεν είχε στην κατοχή της τα απαραίτητα παραστατικά.

Ο γάμος με τον Ελληνοκαναδό και το επεισοδιακό διαζύγιο

Ποια τελικά είναι η Μάρα Αναστοπούλου που υπό άλλες συνθήκες θα κατακτούσε επάξια το βραβείο του επιχειρηματία της χρονιάς;

Γεννημένη και μεγαλωμένη στην ακριτική Σάμο, στην οποία οι γονείς της διατηρούν ξενοδοχειακή μονάδα, η 36χρονη γυναίκα βρέθηκε τελειώνοντας το σχολείο στο εξωτερικό προκειμένου να ξεκινήσει τις σπουδές της.

Οπως η ίδια υποστηρίζει στα προφίλ που διατηρεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχει σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Μάλιστα, για ένα διάστημα προσπαθούσε να εργαστεί ως δικηγόρος σε διάφορα δικηγορικά γραφεία, τελικά όμως ποτέ δεν έκανε αυτό το βήμα.

Πριν από περίπου έξι χρόνια γνώρισε έναν Ελληνοκαναδό, γόνο της γνωστής οικογένειας Σίνγκερ με τις ομώνυμες ραπτομηχανές και μετέπειτα τις ηλεκτρικές συσκευές.

Οι δύο νέοι ερωτεύονται και μέσα σε μόλις δύο μήνες ο «θηριώδης» ομογενής και η μικροσκοπική Σαμιώτισσα παντρεύονται και φέρνουν στον κόσμο ένα κοριτσάκι. Μετακομίζουν στην Αθήνα, στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής, όμως ο γάμος τους δεν κρατάει πολύ και λίγο αργότερα μοιραία έρχεται το διαζύγιο.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η Μάρα Αναστοπούλου ασχολείται αποκλειστικά με την ανατροφή της κόρης της. Στην Εφορία κάνει μηδενικές δηλώσεις, καθώς φέρεται να μην έχει εισόδημα.

Οπως λένε αυτοί που τη γνωρίζουν, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα επιβίωσης. Το διαζύγιό της ήταν επεισοδιακό και μέχρι και σήμερα βρίσκεται σε δικαστικές διαμάχες με τον πρώην σύζυγό της για την επιμέλεια του παιδιού τους.

Ολα αυτά τα χρόνια, με έναν ογκωδέστατο φάκελο στα χέρια, περνούσε το ένα δικηγορικό γραφείο μετά το άλλο προκειμένου να βρει τη λύση στο πρόβλημά της.

Σε ένα από αυτά γνώρισε και τον έναν από τους δύο δικηγόρους που κατήγγειλε και πλέον κατηγορείται ως ο άνθρωπος που μεσολάβησε για να λαδωθεί τμηματάρχης του ΣΔΟΕ.

 «Δυσκολευόταν πολύ οικονομικά και σε πολλές περιπτώσεις δεν είχε ούτε τα απαραίτητα χρήματα για να πληρώσει τους δικηγόρους», εξομολογείται πρόσωπο που τη γνωρίζει και προσθέτει: «Ομως έδειχνε ιδιαίτερα μορφωμένη, με γνώσεις και καλό λόγο, και έτσι έπειθε συχνά τους νομικούς να τη βοηθήσουν στον αγώνα της».

Αυτά μέχρι πριν από έναν χρόνο, γιατί το 2013 η Μάρα Αναστοπούλου μεταμορφώθηκε...

Η επιχείρηση «ΑΓΩ» και ο χορός των εκατομμυρίων

Ελάχιστοι γνωρίζουν με ποιον τρόπο και με τη βοήθεια ποιων η Μάρα Αναστοπούλου μπήκε στον χώρο της εμπορίας χρυσού.

Η ίδια, στην πρώτη καταγγελία που έκανε στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ., στις 8 Νοεμβρίου, πέντε ημέρες πριν από την επίσκεψη του κλιμακίου του ΣΔΟΕ στα γραφεία της οδού Ξενοφώντος στο κέντρο της Αθήνας, στην κατάθεση που έδωσε περιγράφει τον εαυτό της ως εξής:

«Είμαι επιχειρηματίας και διατηρώ επιχείρηση με την εμπορική επωνυμία “ΑΓΩ”, η οποία έχει έδρα την Αθήνα στην οδό Ξενοφώντος στο Σύνταγμα. Κύρια δραστηριότητα της εταιρείας είναι η ανακύκλωση πολύτιμων μετάλλων τα οποία αγοράζουμε από επιχειρήσεις της ελληνικής επικράτειας και τα ανακυκλώνουμε είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, ενώ πωλούμε κατά το πλείστον εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων αυτών οι αγορές της εταιρείας μας ανέρχονται φέτος σε διάστημα περίπου οκτώ μηνών σε 21 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα περίπου 3,8 εκατ. είναι Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) που πρέπει να μας επιστραφεί από το Ελληνικό Δημόσιο».

Ουσιαστικά η εταιρεία που έστησε η ίδια αγοράζει χρυσό και ασήμι από πάρα πολλά ενεχυροδανειστήρια της Ελλάδας σε τιμές ιδιαίτερα χαμηλές και στη συνέχεια αφού τα λιώσει, τα εξάγει στη Γερμανία, σε μια χώρα δηλαδή εντός Ε.Ε. όπου δεν υπάρχουν δασμοί και φόροι και έτσι έπρεπε το Δημόσιο να της επιστρέψει τον ΦΠΑ.

Ουσιαστικά τα χρήματα αυτά ήταν το κέρδος και τα κεφάλαια της επιχείρησης. Για τον λόγο αυτό η 36χρονη επιχειρηματίας έψαχνε τρόπο να τα εισπράξει.

Η πρώτη καταγγελία στους Αδιάφθορους της ΕΛ.ΑΣ. είχε να κάνει με μια εταιρεία που η ίδια υποστήριξε ότι την προσέγγισε με την υπόσχεση ότι θα κατάφερνε να της πάρει πίσω τον ΦΠΑ αν έδινε ως αμοιβή το 13% από τα χρήματα που θα εισέπραττε.

Η ίδια αναφέρει στην πρώτη κατάθεσή της: «Ρώτησα αν τα χρήματα αυτά προορίζονται για τον υπουργό και μου απάντησε ότι δεν είναι γι’ αυτόν αλλά για έναν υπάλληλο ο οποίος θα προωθούσε τον φάκελο στον υπουργό. Εγώ αρνήθηκα να συμμετάσχω σε αυτή τη διαδικασία, πρώτον για λόγους αρχής και δεύτερον διότι το ποσοστό αυτό ήταν το περιθώριο κέρδους της εταιρείας. Με άλλα λόγια θα έπρεπε να δουλεύω μόνο και μόνο για να πληρώσω τους αρμόδιους υπάλληλους».

Πήγε στα δύο ραντεβού καλωδιωμένη

Πέντε ημέρες μετά την κατάθεση αυτή, κλιμάκιο του ΣΔΟΕ που διενεργούσε ελέγχους σε ενεχυροδανειστήρια που αγόραζαν χρυσό και ασήμι από απελπισμένους πολίτες προκειμένου να εξακριβώσουν αν χρησιμοποιούσαν πλαστά και εικονικά τιμολόγια για να εισπράξουν τον ΦΠΑ, έφτασε στην επιχείρηση της Μάρας Αναστοπούλου, καθώς αυτή είναι η χονδρέμπορος όπου κατέληγαν πολλά από τα χρυσαφικά των ενεχυροδανειστηρίων.

Στις 12 Νοεμβρίου το ΣΔΟΕ έπειτα από έφοδο στο μαγαζί της οδού Ξενοφώντος κατάσχεσε 16 κιλά χρυσού, καθώς δεν είχε τα προβλεπόμενα παραστατικά.

Η 36χρονη προσπάθησε να καταλάβει τι είχε συμβεί, καθώς πίστευε ότι είχε μπει στο στόχαστρο των ελεγκτών και κινδύνευε με βαριά πρόστιμα.

Ετσι, ζήτησε από τον δικηγόρο της να έρθει σε επαφή με το ΣΔΟΕ προκειμένου να κάνει ρύθμιση και να πάρει πίσω τον χρυσό. Και κάπου εκεί ξεκινάει το θρίλερ με πρωταγωνίστρια την επιχειρηματία που καλωδιώθηκε από τους αστυνομικούς προκειμένου να καταγράψει τις συνομιλίες της ιδίας αλλά και των δικηγόρων της με το επίορκο στέλεχος του ΣΔΟΕ και τον μεσάζοντα.

Η Μάρα Αναστοπούλου στη δεύτερη κατάθεση που έδωσε στις 15 Νοεμβρίου στους Αδιάφθορους υποστήριξε ότι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ ζήτησαν 500.000 ευρώ για να κλείσουν την υπόθεση με πρόστιμο μόλις 800 ευρώ, να της επιστρέψουν το χρυσάφι και να μην κάνουν άλλη έφοδο.

Η ίδια είπε ότι έριξε την τιμή στα 350.000 ευρώ και με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα συνελήφθησαν οι δύο δικηγόροι, ο τμηματάρχης του ΣΔΟΕ και ο μεσάζοντας.

Στις καταγγελίες της 36χρονης η άλλη πλευρά απαντά κάνοντας λόγο για πλεκτάνη και σκευωρία. Λένε ότι έστησε την υπόθεση για να πετύχει φορολογική ασυλία, ενώ ο πρώην δικηγόρος της στην απολογία του υποστήριξε πως η εταιρεία της είναι αμαρτωλή, κάνει ξέπλυμα μαύρου χρήματος με τη χρήση του τραπεζικού συστήματος, ενώ παράλληλα κάνει λαθρεμπόριο εξάγοντας χρυσό σε Ελβετία και Γερμανία.

Στην Αστυνομία, όπως λένε καλά πληροφορημένες πηγές, η έρευνα βρίσκεται ακόμη στην αρχή. Αν ψαχτεί σε βάθος, σίγουρα θα προκύψουν στοιχεία που -όπως επισημαίνουν οι αρμόδιοι- θα κάνουν πολλούς να χάσουν τον ύπνο τους.

Η Μάρα Αναστοπούλου συνεχίζει κανονικά τη δουλειά της, αποφεύγοντας όμως τα φώτα της δημοσιότητας. Θέλει να μείνει διακριτικά στο περιθώριο και να συνεχίσει τη δουλειά της αλλά και το φιλανθρωπικό έργο που, όπως η ίδια υποστηρίζει, κάνει η εταιρεία της.

newmoney.gr