Χώρες όπως η Ιαπωνία, ο Καναδάς και η Αυστραλία παρέχουν στα νεαρά ζευγάρια χρηματικά κίνητρα για να αποκτήσουν παιδιά. Αντιθέτως, σε μια περιοχή της Ινδίας δίνουν μπόνους για να τα αποτρέψουν. Το πρόγραμμα αυτό εφαρμόζεται στο κρατίδιο Μαχαράστρα της κεντροδυτικής Ινδίας και έχει δύο στόχους: να καθυστερήσει τη δημογραφική ανάπτυξη και να βελτιώσει την υγεία των γυναικών.

Η Ρατζία Σαγιάντ ήταν 20 ετών όταν παντρεύτηκε τον Σακίλ, το 2007. Το ζευγάρι ζει μαζί με τους γονείς τού άνδρα στο χωριό Σεντουργιάνε. Εκείνη δεν εργάζεται, εκείνος είναι μουσικός και τα έσοδά τους κυμαίνονται από 200 ως 2.500 ρουπίες (3 ως 38 ευρώ) τον μήνα. Το ζευγάρι εντάχθηκε στο πρόγραμμα λίγο μετά το γάμο του. «Δεν θέλαμε να αποκτήσουμε παιδί αμέσως. Η οικονομική μας κατάσταση δεν ήταν καλή. Αλλά και εγώ δεν ήμουν σε καλή φυσική κατάσταση και δεν ήθελα αυτό να έχει επιπτώσεις στο παιδί», λέει η Ρατζία, η οποία θα λάβει 5.000 ρουπίες εάν δεν αποκτήσει παιδί για δύο χρόνια και επιπλέον 2.500 ρουπίες εάν δε μείνει έγκυος για ακόμη έναν χρόνο.

Το πρόγραμμα εφαρμόζεται σε εθελοντική βάση. Τα ζευγάρια πρέπει, βέβαια, να αποδείξουν ότι παντρεύτηκαν χωρίς να εξαναγκαστούν και επίσης πρέπει να παρακολουθούν ανά τρίμηνο κάποια μαθήματα, π.χ. οικογενειακού προγραμματισμού. Τα προφυλακτικά και τα αντισυλληπτικά χάπια διανέμονται δωρεάν, ενώ επιτρέπονται και οι αμβλώσεις.

Δεύτερη πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο μετά την Κίνα, η Ινδία απέκτησε επιπλέον 181 εκατομμύρια κατοίκους τα τελευταία δέκα χρόνια και ο πληθυσμός της – σύμφωνα με την τελευταία απογραφή – υπολογίζεται σε 1,21 δισεκατομμύρια το 2011. Η οικογένεια παραμένει ο μοχλός της ινδικής κοινωνίας, κυρίως στις αγροτικές περιοχές, όπου τα παιδιά θεωρούνται μελλοντική πηγή εσόδων σε μια χώρα που στερείται κοινωνικής βοήθειας.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο Σαντζάι Γκάντι, γιος της πρωθυπουργού της εποχής Ιντιρα Γκάντι, είχε θέσει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα αναγκαστικής στείρωσης των ανδρών που είχαν ήδη δύο παιδιά. Το πρόγραμμα αυτό είχε προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις. Εκτοτε κανένα άλλο σχέδιο αυτού του τύπου δεν έχει εφαρμοσθεί.

Δεύτερος στόχος του προγράμματος η υγεία των γυναικών

Στο κρατίδιο αυτό, τέσσερις στις δέκα γυναίκες που παντρεύονται είναι κάτω των 18 ετών, ηλικία η οποία είναι ωστόσο νόμιμη για γάμο στην Ινδία, με βάση τις ιατρικές αρχές της πόλης Πουν.

Σύμφωνα με τον γιατρό Πρακάς Ντόουκ, τα προγράμματα που ενθαρρύνουν τις νεαρές γυναίκες να καθυστερήσουν την απόκτηση του πρώτου τους παιδιού είναι σημαντικά για την υγεία τους. Οπως ισχυρίζεται ο Ντόουκ, τα ποσοστά θνησιμότητας των γυναικών – κατά τη διάρκεια του τοκετού – ή των νεογέννητων είναι σαφώς υψηλότερα όταν οι μητέρες είναι ηλικίας κάτω των 18 ετών.

Στην Ινδία, οι θάνατοι που συνδέονται με την κύηση ή τον τοκετό ήταν 254 σε σύνολο 100.000 γεννήσεων το 2008 (έναντι 10 στη Γαλλία, για παράδειγμα), σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2010 από την ιατρική επιθεώρηση The Lancet.

«Η νοοτροπία είναι δύσκολο να αλλάξει», υπογραμμίζει η Ρατναμάλα Τζαγκανάτ Σελάρ, μαμή στην περιοχή. «Η οικογένεια του άνδρα δεν σκέφτεται καθόλου ότι η νύφη είναι πολύ μικρή και ότι το σώμα της δεν έχει σχηματιστεί πλήρως. Και είναι κατά των προγραμμάτων αυτών διότι θέλει ένα παιδί».

Παρ' όλα αυτά, περίπου 4.300 ζευγάρια έχουν αποφασίσει να πάνε κόντρα στην παράδοση και να ενταχθούν στο πρόγραμμα «Μπόνους για τον μήνα του μέλιτος», το οποίο εφαρμόζεται από το 2007. Μέχρι στιγμής σχεδόν 1.200 ζευγάρια το ολοκλήρωσαν, ενώ 150 το εγκατέλειψαν σχεδόν από την αρχή.

Ακόμη τρεις περιοχές του κρατιδίου Μαχαράστρα αλλά και γειτονικά κρατίδια εξετάζουν το ενδεχόμενο να εφαρμόσουν παρόμοια προγράμματα.