Ο Πίτερ Ο' Τουλ, ο ηθοποιός που άφησε εποχή στον ρόλο του Λόρενς της Αραβίας στο ομώνυμο κινηματογραφικό αριστούργημα του Ντέιβιντ Λιν, πέθανε σε ηλικία 81 ετών. 

Ο περίφημος ηθοποιός, που είχε αντιμετωπίσει με επιτυχία τον καρκίνο του στομάχου κατά τη δεκαετία του 1970, απεβίωσε το Σάββατο στο νοσοκομείο Γουέλινγκτον του Λονδίνου, είπε ο εκπρόσωπός του Στιβ Κένις.

Μόλις πέρυσι ο Πίτερ Ο' Τουλ, μέλος μιας γενιάς βρετανών ηθοποιών που άφησε τη σφραγίδα της στο θέατρο και στον κινηματογράφο μεταπολεμικά, είχε ανακοινώσει ότι αποχωρεί από την υποκριτική. «Λέω με βαθύτατη ευγνωμοσύνη "αντίο" στο επάγγελμα» είχε πει τότε.



Ο Πήτερ Ο' Τουλ (πλήρες όνομα: Πήτερ Σέιμους Λόρκαν Ο' Τουλ, Peter Seamus Lorcan O'Toole, ήταν Ιρλανδός  ηθοποιός, ο οποίος έγινε διάσημος το 1962 ερμηνεύοντας τον ρόλο του αντισυνταγματάρχη Τόμας Έντουαρντ Λόρενς (T. E. Lawrence) στην ταινία Λώρενς της Αραβίας.

Στην καριέρα του έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων τέσσερις Χρυσές Σφαίρες, ένα Βραβείο της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, ένα Βραβείο Έμμυ και ένα Τιμητικό Βραβείο Όσκαρ το 2003 για το συνολικό του έργο. Αντίθετα, παρότι έχει προταθεί οκτώ φορές για Όσκαρ, δεν κατάφερε ποτέ να το κερδίσει, κατέχοντας ένα μοναδικό ρεκόρ.

Ο Πήτερ Ο' Τουλ άρχισε να εργάζεται στο θέατρο, κερδίζοντας την αναγνώριση ως σαιξπηρικός ηθοποιός στο θέατρο Bristol Old Vic και στη Βρετανική Θεατρική Εταιρεία (English Stage Company), πριν κάνει το ντεμπούτο του το 1954 στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο το 1959, σε ένα πολύ μικρό ρόλο. Ο πρώτος του πρωταγωνιστικός ρόλος ήταν όταν επιλέχθηκε να ερμηνεύσει τον Τόμας Έντουαρντ Λόρενς στην ταινία του Ντέιβιντ Λην, Λόρενς της Αραβίας το 1962, αφού ο Μάρλον Μπράντο δεν ήταν διαθέσιμος και ο Άλμπερτ Φίνεϊ απέρριψε τον ρόλο.

 Η ερμηνεία του αξιολογήθηκε ως η κορυφαία μεταξύ των 100 μεγαλύτερων ερμηνειών όλων των εποχών από το περιοδικό Premiere. Αυτός ο ρόλος τον έκανε γνωστό στους θεατές των Η.Π.Α. και του απέφερε την πρώτη από τις οκτώ υποψηφιότητές του για το Όσκαρ Α' Ανδρικού ρόλου.

Ο Ο' Τουλ είναι ένας από τους ελάχιστους υποψήφιους για Όσκαρ ηθοποιούς που προτάθηκε δύο φορές για τον ίδιο ρόλο σε δύο διαφορετικές ταινίες ερμηνεύοντας τον Ερρίκο Β' της Αγγλίας στις ταινίες Μπέκετ (Becket, 1964) και Το λιοντάρι του χειμώνα (The Lion in Winter, 1968). Έπαιξε τον ομώνυμο ρόλο στον Άμλετ σε σκηνοθεσία του Λόρενς Ολίβιε στην παρθενική παραγωγή του Βασιλικού Εθνικού Θεάτρου (Royal National Theatre) το 1963.

Εμφανίστηκε επίσης στο Θέατρο Gaiety του Δουβλίνου στο Juno and the Paycock του Σον Ο' Κέισι, ενώ η επιθυμία του να παίξει στο Θέατρο Abbey στης ίδιας πόλης, εκπληρώθηκε το 1970, όταν εμφανίστηκε στο έργο του Σάμιουελ Μπέκετ Περιμένοντας τον Γκοντό, μαζί με τον Ντόναλ ΜακΚαν. Το 1980 έτυχε ευρείας αποδοχής από τους κριτικούς για την ερμηνεία του ως σκηνοθέτης στην ταινία Στάντμαν, ο ριψοκίνδυνος δραπέτης (The Stunt Man). Η ερμηνεία του ως Μάκβεθ το 1980, θεωρείται συχνά ως μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στη θεατρική ιστορία, όμως ανάκτησε τη θεατρική υπόληψή του με τις ερμηνείες του ως Τζον Τάνερ στο Άνθρωπος και υπεράνθρωπος και ως Χένρι Χίγκινς στον Πυγμαλίωνα, και κέρδισε ένα Βραβείο Λόρενς Ολίβιε για την ερμηνεία του στο έργο Jeffrey Bernard is Unwell το 1989. Άλλος ρόλος για τον οποίο προτάθηκε για Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου ήταν στην ταινία του 1982 My Favorite Year, μια ελαφρή ρομαντική κωμωδία σχετικά με όσα συμβαίνουν στα παρασκήνια ενός κωμικού βαριετέ σόου της τηλεόρασης στη δεκαετία του 1950, κατά πολλά όμοιου με το σόου Your Show of Shows, στο οποίο ο Πήτερ Ο' Τουλ παίζει ένα γηραλέο καυχησιάρη κινηματογραφικό αστέρα, που θυμίζει, εσκεμμένα, έντονα τον Έρολ Φλιν.

Το 1972 έπαιξε τον Μιγκέλ ντε Θερβάντες και τον ήρωά του Δον Κιχώτη στο Δον Κιχώτης, ο άνθρωπος απ' την Μάντσα (Man of La Mancha), την κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου πετυχημένου μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ, μαζί με τη Σοφία Λόρεν. Επικρίθηκε ευρέως επειδή χρησιμοποίησε κυρίως μη τραγουδιστές ηθοποιούς και "κέρδισε" την αδιαφορία του κοινού της εποχής. Παρ' όλα αυτά η ταινία είχε μεγάλη επιτυχία όταν κυκλοφόρησε σε βιντεοκασέτα και DVD, αν και υπάρχουν ακόμη εκείνοι που την κατακρίνουν. Ο Ο' Τουλ τραγουδούσε ντουμπλαρισμένος από τον τενόρο Σάιμον Τζίλμπερτ, όμως οι υπόλοιποι ηθοποιοί τραγούδησαν με την πραγματική τους φωνή. Ο Ο' Τουλ και ο συμπρωταγωνιστής του Τζέιμς Κόκο, που υποδυόταν τον υπηρέτη του Θερβάντες και τον Σάντσο Πάντσα, κέρδισαν υποψηφιότητες για Χρυσές Σφαίρες για την ερμηνεία τους.
Ο Πήτερ Ο' Τουλ κέρδισε ένα βραβείο Έμμυ για τον ρόλο του στη μίνι σειρά Ιωάννα της Λωραίνης το 1999. Το 2004 ερμήνευσε τον Πρίαμο στη μεγάλη επιτυχία Τροία. Το 2005 εμφανίστηκε στην τηλεόραση ως ο Τζιάκομο Καζανόβα σε προχωρημένη ηλικία, στην ομώνυμη τηλεοπτική σειρά του BBC. Ο ρόλος του ήταν να διηγηθεί την ιστορία της ζωής του σε μια υπηρέτρια. Ο νεαρός Καζανόβα ερμηνεύτηκε από τον Ντέιβιντ Τέναντ, που χρειάστηκε να φορέσει μπλε φακούς επαφής για να μοιάζουν τα μάτια του με του Πήτερ Ο' Τουλ.

Το 2006 προτάθηκε για όγδοη φορά για το Όσκαρ Α' ανδρικού ρόλου για τον ρόλο τού Μορίς στην ταινία Venus, που σκηνοθέτησε ο Ρότζερ Μίτσελ. Πρόσφατα ο Πήτερ Ο' Τουλ συμπρωταγωνίστησε, ως ο κριτικός κουζίνας Αντόν Ήγκο, στην ταινία κινουμένων σχεδίων της Πίξαρ Ο Ρατατούης, στην οποία ένας αρουραίος ονειρεύεται να γίνει ο μεγαλύτερος σεφ του Παρισιού. Ο Πήτερ Ο' Τουλ εμφανίστηκε στη δεύτερη περίοδο της τηλεοπτικής σειράς Οι Τυδώρ, ως πάπας Παύλος Γ΄, ο οποίος αφορίζει τον βασιλιά Ερρίκο Η' από την Εκκλησία, γεγονός που οδηγεί σε αναμέτρηση μεταξύ των δύο ανδρών στα επτά από τα δέκα συνολικά επεισόδια.