Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του PISA μπορεί να γίνει αφετηρία προβληματισμού για την εκπαιδευτική κοινότητα και την πολιτεία.

To διεθνές πρόγραμμα για την αξιολόγηση των μαθητών PISA (Programme for International Student Assesment) του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) είναι μία έρευνα που διεξάγεται στο χώρο της εκπαίδευσης ανά τριετία και έχει καθιερωθεί από το 2000 έως σήμερα.

Ο σκοπός του προγράμματος είναι η συγκριτική καταγραφή και παρακολούθηση των επιδόσεων των μαθητών των διαφόρων χωρών , προκειμένου να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα του υπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος και για τον ανάλογο σχεδιασμό του μέλλοντος των χωρών αυτών.

Η έρευνα γίνεται σε κάθε χώρα με την ευθύνη ειδικής εθνικής επιτροπής συγκροτούμενης από ακαδημαϊκούς και εστιάζει σε θέματα κατανόησης κειμένου, μαθηματικών και φυσικών επιστημών.

Κατά τις ημέρες αυτές ήρθαν στη δημοσιότητα τα αποτελέσματα της σχετικής έρευνας του 2012, τα οποία θορύβησαν ιδιαίτερα τους Βρετανούς, που θεώρησαν απαράδεκτη την κατάταξη της χώρας τους σε θέση κατώτερη της πρώτης 20άδας, με αποτέλεσμα να προκληθούν συζητήσεις, σχετική αρθρογραφία και προβληματισμοί σε μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα. Ανάλογες συζητήσεις έγιναν στα γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά και πορτογαλικά ΜΜΕ.

Προβλήθηκαν ανησυχίες για τις επιδόσεις των Ευρωπαίων 15χρονων μαθητών, που φάνηκε να είναι καλύτεροι από τους αντίστοιχους των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής όχι όμως και αυτούς της Ανατολικής Ασίας. Το τελευταίο δεν είναι μάλλον τυχαίο σε μια εποχή που οι αντίστοιχες χώρες αποτελούν πλέον τις πρώτες και διαρκώς ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις στον κόσμο.

Πολύ μικρότερη σημασία μάλλον αποδόθηκε από τα ελληνικά media, που εύλογα σήμερα σε προτεραιότητα τοποθετούν την οικονομική θεματολογία τους και τις ποικίλες εκδηλώσεις της πραγματικά ανθρωπιστικής κρίσης, που βιώνουμε. Άλλωστε τα θέματα παιδείας δεν ήταν «πρωτοσέλιδα» ούτε στις ανέφελες εποχές της ελληνικής οικονομικής ευμάρειας, πολύ περισσότερο σήμερα.

Στη χώρα μας το 2012 εξετάσθηκαν συνολικά 5.100 μαθητές από 188 σχολεία. Οι Έλληνες 15χρονοι μαθητές συνολικά τοποθετήθηκαν στη 42η θέση μεταξύ 65 χωρών , αν και το 2009 κατείχαν την 25η θέση. Οι επιδόσεις τους φαίνονται καλύτερες στην κατανόηση κειμένου και χειρότερες στα μαθηματικά, σε κάθε περίπτωση όμως μειωμένες σε σχέση με τις επιδόσεις τους το 2009 και σε πτωτική πορεία σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια σε γενικές γραμμές.

Συγκεκριμένα η χώρα μας έχει το υψηλότερο ποσοστό μαθητών (πάνω από 35% επί του συνόλου) στην Ε.Ε., οι οποίοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατανόησης των μαθηματικών, μετά τη Βουλγαρία, την Κύπρο και τη Ρουμανία.

Σε ό,τι αφορά τον μέσο όρο των μαθηματικών επιδόσεων, οι Έλληνες μαθητές βρίσκονται πολύ κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και καταλαμβάνουν στην Ευρώπη την τρίτη θέση από το τέλος, μετά τη Βουλγαρία και την Κύπρο.

Εξάλλου οι 15χρονοι μαθητές στην Ελλάδα βρίσκονται κάτω από το μέσο όρο στην ανάγνωση και κατανόηση κειμένων.

Αυτό κατατάσσει τη χώρα μας στην 30η θέση ανάμεσα στις 34 χώρες του ΟΟΣΑ και στην 40η συγκριτικά με όλες τις συμμετέχουσες χώρες, ενώ φέρνει τους Έλληνες μαθητές στο ίδιο επίπεδο με συνομήλικους μαθητές στο Ισραήλ, στην Κροατία, στη Σουηδία, στην Ισλανδία, στην Τουρκία, στη Λιθουανία, στη Σλοβενία και στη Ρωσία.

Παρόμοια ήταν η εικόνα, που αποτύπωσε η έρευνα, στις φυσικές επιστήμες, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται στην 31η θέση μεταξύ των 34 χωρών του ΟΟΣΑ και στην 42η μεταξύ των 65 χωρών που συμμετείχαν συνολικά στην έρευνα, στα ίδια επίπεδα με τη Σλοβακία, το Ισραήλ και την Τουρκία, ενώ οι Κύπριοι, οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι μαθητές υπολείπονται των Ελλήνων στην Ε.Ε.

Επίσης η έρευνα έδειξε ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών όπου το χάσμα στις επιδόσεις των δύο φύλων διευρύνεται, καθώς το ποσοστό των αγοριών με χαμηλές επιδόσεις αυξάνεται πολύ ταχύτερα. Δεν είναι επίσης αμελητέο ότι παρατηρείται «μεγάλο χάσμα ανάμεσα στις επιδόσεις των ντόπιων μαθητών στα ελληνικά σχολεία και στα παιδιά μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς».

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο ρόλο της προσχολικής εκπαίδευσης, αφού επιβεβαιώνεται ότι το ποσοστό των παιδιών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κατανόηση των Μαθηματικών είναι υπερδιπλάσιο στη χώρα μας μεταξύ όσων δεν πήγαν νηπιαγωγείο και παιδικό σταθμό.

Πιθανότατα αυτό θα πρέπει να συσχετισθεί με το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο των μαθητών και όχι αναγκαστικά μόνο με τη σπουδαιότητα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων της προσχολικής αγωγής.

Είναι επιβεβαιωμένο το γεγονός ότι η κοινωνικοοικονομική προέλευση των μαθητών επηρεάζει τις σχολικές επιδόσεις και την προοπτική των μετέπειτα σπουδών τους.

Άρα με την υπάρχουσα εκπαιδευτική πραγματικότητα οι κοινωνικές ανισότητες όχι μόνο δεν περιορίζονται αλλά προφανώς αναπαράγονται και διαιωνίζονται σε βάρος των ασθενέστερων.

Ωστόσο τα παραπάνω κατά κοινή ομολογία επιβεβαιώνουν επίσης τη μάλλον «απογοητευτική» εικόνα της ελληνικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που τοποθετεί την Ελλάδα στην τέταρτη χειρότερη θέση των ευρωπαϊκών χωρών και μάλιστα είναι μία από τις μόλις πέντε χώρες της Ε.Ε. όπου ο αριθμός των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις αυξήθηκε την τελευταία τριετία.

Μάλιστα σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ απέχει πολύ από τον πανευρωπαϊκό στόχο να μειωθεί το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις κάτω από το 15% του συνόλου, ειδικά στα Μαθηματικά, ενώ και στις Φυσικές Επιστήμες διαπιστώνεται «ελάχιστη έως μηδαμινή πρόοδος μεταξύ 2009 και 2012».

Ωστόσο τα γενικότερα αποτελέσματα για την Ευρώπη δεν είναι ενθαρρυντικά, αφού οι επιδόσεις των μαθητών της ηπείρου μας είναι σημαντικά υποδεέστερες από τις αντίστοιχες των Ασιατών και ειδικά των Κινέζων, των Κορεατών και των Ιαπώνων.

Σκοπός όλων των σχετικών ερευνών είναι η βελτίωση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς «μετά το επίπεδο αυτό είναι συνήθως πολύ αργά για να αντισταθμιστεί η ευκαιρία που χάθηκε στο σχολείο», όπως αναφέρει η έκθεση.

Και εδώ είναι το μεγάλο ζήτημα: υπάρχει η πολιτική βούληση σήμερα στη χώρα μας για την αξιοποίηση των πορισμάτων των ερευνών αυτών;

Καθώς οι εκπρόσωποι του ΟΟΣΑ τονίζουν την ανάγκη παροχής ανταγωνιστικότερης ευρωπαϊκής παιδείας , ως προϋπόθεσης για τη μελλοντική οικονομική ανάπτυξη των ευρωπαϊκών οικονομιών και κοινωνιών, πώς αντιλαμβάνονται οι εκπρόσωποι της Ελληνικής πολιτικής ηγεσίας το μέλλον χωρίς στέρεη επένδυση στην παιδεία;

Η Ελληνίδα αρμόδια επίτροπος διατείνεται ότι : «τα αποτελέσματα μάς υπενθυμίζουν, ότι η επένδυση σε ποιοτική εκπαίδευση έχει θεμελιώδη σημασία για το μέλλον της Ευρώπης».

Στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες προβλήθηκε η ανάγκη αναθεώρησης των εκπαιδευτικών στόχων και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Η ελληνική εκπαιδευτική κοινότητα πολύ μακριά από όλα αυτά «διαπληκτίζεται περί το μηδέν».

Και δεν είναι μόνο η ανταγωνιστικότητα που θα έπρεπε να έχει αφυπνίσει τους αρμοδίους ∙ είναι η από πολλά δείγματα επιβεβαιούμενη αντικειμενική αναποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Οι χώρες της Άπω Ανατολής, που σήμερα προηγούνται, αφήνοντας πίσω και αυτή την άλλοτε πολύ προβληθείσα για το εκπαιδευτικό της σύστημα Φιλανδία, σήμερα φαίνεται να προχωρούν μπροστά στην οικονομία, στην ανάπτυξη μακρόπνοων επενδύσεων στο Δυτικό Κόσμο, ακόμη και στην τεχνογνωσία.

Είναι άραγε τυχαία σύμπτωση η επιβεβαίωση και των εκπαιδευτικών τους επιτευγμάτων; Στην πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή βρήκα την ευκαιρία να αναφερθώ στην εκεί εκτεταμένη φροντιστηριακή εκπαίδευση, φαινόμενο γνωστό επίσης και στο δυτικό ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό μοντέλο, που απλώς επιβεβαιώνει τη μαχητική διεκδίκηση πρόσθετων εκπαιδευτικών αγαθών από όλες τις κοινωνικές ομάδες σε όλες τις χώρες και ασφαλώς όχι μόνο στη δική μας.

Οικογένειες και μαθητές, εκπαιδευτικοί της δημόσιας και της ιδιωτικής εκπαίδευσης, της τυπικής και της άτυπης στα σχολεία και στα φροντιστήρια ομαδικά και ατομικά μελετούν και σχεδιάζουν το μέλλον των νέων.

Κράτη και διακρατικοί φορείς αξιολογούν τα στοιχεία των ερευνών και επιχειρούν ανάλογες διορθωτικές παρεμβάσεις. Η ηγεσία των υπηρεσιών παιδείας της ελληνικής πολιτείας έλαβε υπόψη άραγε τα μηνύματα αυτά στις πολιτικές της παρεμβάσεις και στο σχεδιασμό της δράσης της;

Θα ήταν κοινοτοπία να επισημάνει κανείς τη σπουδαιότητα της αναμόρφωσης της ελληνικής παιδείας, ως προϋπόθεσης της όποιας σχεδιαζόμενης μελλοντικής ανάπτυξης. Κοινοτοπία θα ήταν να τονίσουμε και ότι η παιδεία μπορεί να είναι το μόνο ασφαλές στη σημερινή κρίση, που δεν είναι άλλωστε μόνο οικονομική.

Όμως στη χώρα μας ακόμη δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι το μέλλον μιας κοινωνίας προσδιορίζεται από την παιδεία της και ότι τα «σπουδαιότερα κεφάλαια μιας χώρας είναι τα κεφάλια των μαθητών των σχολείων της».

Στέλλα Αλιγιζάκη
Φιλόλογος – Ιστορικός.