Το Γερμανικό Κοινοβούλιο συνήλθε την Τετάρτη για πρώτη φορά μετά τη συγκρότηση της νέας κυβέρνησης. Ένας έμπειρος Γερμανός δημοσιογράφος έξω από το κτίριο του επιβλητικού Ράιχσταγκ, υπενθύμιζε διαρκώς, πως νικήτρια των εκλογών είναι η Μέρκελ, υπονοώντας πως η καγκελάριος δεν πρόκειται να δεχτεί ανατροπή της πολιτικής της.

Έξω από το κτίριο του Κοινοβουλίου και μέσα στις κλειστές πόρτες των γραφείων του κυβερνώντος CDU, βουλευτές του κόμματος εξηγούσαν σε Έλληνες ομολόγους τους, καλεσμένους του Ιδρύματος Hans Seidel, πως η γερμανική πολιτική το επόμενο διάστημα θα κινείται ανάμεσα σε δυο κόκκινες γραμμές: Τη συνέχιση του μονόδρομου των μεταρρυθμίσεων και του κατηγορηματικού όχι στο κούρεμα των ομολόγων του επίσημου τομέα.

Η γερμανική ηγεσία, ενδεχομένως, θα συζητούσε μια επιβράδυνση του ρυθμού στην εφαρμογή του προγράμματος, εφόσον όμως κινείται μέσα στο ασφυκτικό αυτό πλαίσιο. Όταν η ελληνική πλευρά επεσήμανε πως υπάρχει ο κίνδυνος η εφαρμογή του προγράμματος να υπονομευθεί εάν εξαντληθούν πολιτικά οι δυνάμεις που το υποστηρίζουν, οι Γερμανοί απαντούν πως ο δρόμος των μεταρρυθμίσεων έχει κόστος. Και σχολιάζουν σκωπτικά, πως ο πρώτος που πήρε αυτό το μάθημα ήταν ο Γκέρχαρντ Σρέντερ την προηγούμενη δεκαετία.

Αυτός χρεώθηκε πολιτικά το κόστος των αλλαγών, που σήμερα πιστώνεται η Μέρκελ.

Οι Γερμανοί εξακολουθούν να επισημαίνουν πως η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει πιο σοβαρά το ζήτημα της φοροδιαφυγής, που θα έχει και μια συμβολική αντανάκλαση στην κοινωνία. Η έμφαση πρέπει να δοθεί, τονίζουν, στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όπως στην ολοκλήρωση του κτηματολογίου, η έλλειψη του οποίου αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην προσέλκυση επενδύσεων.

Σύμφωνα με το σκεπτικό τους, εάν η Ελλάδα ακολουθούσε πιο πιστά το πρόγραμμα και εφάρμοζε με μεγαλύτερη συνέπεια τις μεταρρυθμίσεις, η χώρα θα είχε μπει νωρίτερα στο δρόμο της ανάπτυξης. Αποφεύγουν, ωστόσο, να μπουν στη συζήτηση για τα τεχνικά λάθη στο σχεδιασμό του προγράμματος, θυμίζοντας μόνο τα θετικά παραδείγματα της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας που βγήκαν από το Μνημόνιο.

Το Βερολίνο πιστεύει πως η Ελλάδα πρέπει να σκύψει επάνω στους τομείς, που διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και να βρει τρόπους αύξησης της παραγωγικότητας. Μεταξύ άλλων προτείνουν τη διεύρυνση της τουριστικής σεζόν, τη στροφή σε εναλλακτικές μορφές τουρισμού, την αύξηση της υπεραξίας των αγροτικών προϊόντων και τη συστηματοποίηση των συνεταιριστικών σχημάτων.

Όταν η ελληνική πλευρά μιλάει για 65% ανεργία στους νέους, η απάντηση που εισπράττει είναι πως η χώρα θα πρέπει να επενδύσει σοβαρά στις επαγγελματικές σχολές, που θα προσφέρουν τεχνική εκπαίδευση απαραίτητη για μια παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας.

Ο υφυπουργός Ανάπτυξης Γιοακίμ Φούχτελ, εμφανίστηκε αισιόδοξος πως υπάρχει ενδιαφέρον από εκπροσώπους γερμανικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων να επενδύσουν στην Ελλάδα στους τομείς της ενέργειας και της διαχείρισης απορριμάτων. Μένει να το δούμε…

Μπαίνοντας στο 2014 είναι προφανές πως η Ελλάδα δεν είναι πια το επίκεντρο της κρίσης στην Ευρώπη. Το Βερολίνο φαίνεται να σκέφτεται το πώς θα επιβάλλει τις μεταρρυθμίσεις στη Γαλλία που πρέπει σταδιακά, σύμφωνα με τους γερμανικούς σχεδιασμούς, να ακολουθήσει τη συνταγή της ανταγωνιστικότητας, υψηλής παραγωγικότητας και ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων.

Η θεσμική θωράκιση του χρηματοοικονομικού τομέα θα είναι το πρότζεκτ της επόμενης τετραετίας, την ίδια στιγμή που πιο συντηρητικές φωνές, κυρίως στη Βαυαρία ζητούν πρόβλεψη αποβολής μιας χώρας από το ευρώ, όταν μια χώρα αδυνατεί να εκπληρώσει τα κριτήρια και τις υποχρεώσεις που θα συνεπάγεται η συμμετοχή στην Ευρωζώνη.

Υπάρχει μια διάσημη φράση που αποδίδεται στο Χένρι Κίσσιντζερ: “Η Γερμανία είναι πολύ μεγάλη για την Ευρώπη, αλλά πολύ μικρή για τον κόσμο”. Στην πραγματικότητα ο Κίσσιντζερ αναφερόταν στη Γερμανία του Μπίσμαρκ, στο κατώφλι ενός αιώνα με δυο παγκόσμιους πολέμους.

Στην αυγή του 21ου αιώνα, και 100 χρόνια μετά την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, η Γερμανία καλείται να ηγηθεί της “σκοτεινής ηπείρου”, με μια συνταγή που φαίνεται να ταιριάζει στην ίδια. Που την εφαρμόζει σε μια κοινωνία που, σύμφωνα με τις στατιστικές έρευνες, φοβάται περισσότερο τον πληθωρισμό από τον καρκίνο.

Ας μην περιμένουμε λοιπόν, ούτε και φέτος, δώρα από τη Μέρκελ…


Απόστολος Μαγγηριάδης
aixmi.gr