Να χαλαρώσουν τις απατήσεις και να επιμηκύνουν χρονικά την εφαρμογή των κανόνων της Βασιλείας ΙΙΙ πέτυχαν οι τραπεζίτες μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις, αναδεικνύοντας ως κεντρικό διακύβευμα την εμπλοκή της αναπτυξιακής διαδικασίας και την διαφαινόμενη ανάγκη μεγαλύτερης εμπλοκής της ΕΚΤ. Στόχος ήταν να αποφευχθεί η αύξηση των κεφαλαιακών αναγκών, ιδιαίτερα των επενδυτικών τραπεζών, οι οποίες θα ήταν αναγκασμένες να προσφύγουν στις αγορές αναζητώντας αρκετά δισεκατομμύρια.

Η επιβολή του δείκτη μόχλευσης που προτείνει η Βασιλεία ΙΙΙ στο 3% για τις μεγάλες διεθνείς τράπεζες τις αναγκάζει να αυξήσουν τα ρευστά διαθέσιμα ακόμα και αν κατέχουν ασφαλή κεφάλαια.

Παράλληλα αλλάζει η αξιολόγηση των assets που διαθέτουν οι τράπεζες και τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας και μόχλευσης. Οι αλλαγές αυτές στοχεύουν στη θέσπιση ενιαίων διεθνών κριτηρίων για την αξιολόγηση των τραπεζών στο πλαίσιο της προσπάθειας για την τραπεζική ένωση και παράλληλα για την καλύτερη εποπτεία της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αγοράς.

Οι τραπεζίτες πέτυχαν να καθυστερήσουν τη διαδικασία συμμόρφωσης ενόψει της πλήρους εφαρμογής των μέτρων της Βασιλείας ΙΙΙ την 1 Ιανουαρίου του 2018. Οι μεγαλύτερες τράπεζες ζήτησαν πίστωση χρόνου και ελαστικοποίηση των κριτηρίων αντιτείνοντας ότι η σύσφιξη των όρων ρευστότητας και η απομόχλευση που επιβάλλεται, υπό τις παρούσες συνθήκες, θα αποτελέσουν τροχοπέδη στην ανάπτυξη.

Σύμφωνα με τους τραπεζίτες η μαζική προσφυγή τραπεζών στις αγορές για την άντληση φρέσκου χρήματος σε συνθήκες οικονομικής αστάθειας και ενώ η κρίση χρέους επιμένει θα οδηγούσε σε τραπεζική κρίση, έλλειψη κεφαλαίων και θα ανάγκαζε την ΕΚΤ να εμπλακεί πιο ενεργά, δαπανώντας επιπλέον κεφάλαια, για τη στήριξη του συστήματος.

Ετσι υπό το φόβο της αποσταθεροποίησης του τραπεζικού συστήματος και της ανάσχεσης της αναπτυξιακής διαδικασίες η επιτροπή της Βασιλείας ΙΙΙ, επικεφαλής της οποίας είναι ο Μάριο Ντράγκι, δέχθηκε να χαλαρώσει το θεσμικό πλαίσιο και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις σε αυτή τη φάση, δίνοντας χρόνο στις τράπεζες να αυτορυθμιστούν.

Ο δείκτης μόχλευσης απεικονίζει το αποτέλεσμα της διαίρεσης των εποπτικών κεφαλαίων Tier 1, προς την έκθεση της εκάστοτε τράπεζες στο ρίσκο. Ετσι δημιουργείται ένα ανάχωμα στο ρίσκο που μπορούν να αναλάβουν οι τράπεζες καθώς και στην υπερεκτίμηση ιδίων κεφαλαίων.

Πρόκειται για τη θέσπιση ενός ποιοτικού και ποσοτικού δείκτη ο οποίος στοχεύει στη βελτίωση της ευστάθειας του συστήματος ώστε να αποφευχθούν μελλοντικά νέες διασώσεις τραπεζών, οι οποίες θα ενέχουν πλέον σημαντικό κίνδυνο και για τους καταθέτες.

sofokleousin.gr