Ο Κρητικός επιστήμονας-ερευνητής που διαπρέπει στη Μεγάλη Βρετανία ως μοριακός βιολόγος, στο καλύτερο ινστιτούτο του κόσμου και συνεργάζεται με ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του χώρου παγκοσμίως, τον καθηγητή Jonathan Jones, είναι ο Παναγιώτης Σαρρής από την νύφη του Λυβικού, την Ιεράπετρα.

Βρίσκεται εκεί γιατί η ερευνητική του πρόταση επιλέχθηκε έβδομη, σε σύνολο τεσσάρων χιλιάδων περίπου ερευνητικών προτάσεων από όλο τον κόσμο!

Στο φαινόμενο της διαρροής επιστημονικού και ερευνητικού δυναμικού από την Ελλάδα, η οποία σήμερα δεν μπορεί να αξιοποιήσει το πολύτιμο επιστημονικό δυναμικό της λόγω της μείωσης της εθνικής χρηματοδότησης της έρευνας ως επακόλουθο της οικονομικής κρίσης, ζήτησα από τον νέο ερευνητή Παναγιώτη Σαρρή να ερμηνεύσει το φαινόμενο και να μας ενημερώσει πάνω στο αντικείμενο της έρευνας του.

Ποιο είναι το αντικείμενο της έρευνας σου;

Είμαι Μοριακός Βιολόγος με ειδίκευση στην Μικροβιολογία και Βιοτεχνολογία φυτών. Η έρευνα μου εστιάζεται στην μελέτη των μηχανισμών αλληλεπίδρασης των παθογόνων μικροβίων με τους ξενιστές τους (φυτά και θηλαστικά). Προσπαθούμε να κατανοήσουμε σε μοριακό επίπεδο τους μηχανισμούς που χρησιμοποιούν τα παθογόνα μικρόβια ώστε να καταστείλουν τις άμυνες του ξενιστή, με αποτέλεσμα την μόλυνση και την πρόκληση νόσου. Ο εντοπισμός των μηχανισμών παθογένειας θα οδηγήσει είτε σε άμεσες παρεμβάσεις σε αυτούς, είτε στον εντοπισμό γονιδίων για την ενίσχυση της άμυνας (στα φυτά), γνωστά ως γονίδια ανθεκτικότητας.
Η έρευνα μου επίσης, εστιάζεται στην «συγκριτική γονιδιωματική ανάλυση» μικροοργανισμών, με έμφαση στην «παθo-γονιδιωματική ανάλυση». Δηλαδή την συγκριτική μελέτη των μηχανισμών παθογένειας μεταξύ στελεχών διαφόρων μικροβίων.

Ξεκίνησες ως επιστημονικός συνεργάτης στην Ιατρική σχολή του Παν/μίου Κρήτης διδάσκοντας ταυτόχρονα στο ΤΕΙ Κρήτης. Τι ήταν αυτό που σε οδήγησε να φύγεις στο εξωτερικό;

Ήταν επακόλουθο της οικονομικής κρίσης. Αποτέλεσμα της κρίσης στην Ελλάδα είναι η σοβαρή μείωση της εθνικής χρηματοδότησής των ερευνητικών ινστιτούτων και πανεπιστημίων. Ταυτόχρονα η απαράδεχτη υπαγωγή στον νόμο «1 προς 5», των προσλήψεων ερευνητών στα ινστιτούτα και μελών ΔΕΠ στα πανεπιστήμια, αποτελεί σοβαρό πλήγμα στην ποιοτική έρευνα, αναγκάζοντας τους νέους επιστήμονες/ερευνητές να αναζητήσουν λύσεις στο εξωτερικό. Τα παραπάνω, καθώς και η απύθμενη γραφειοκρατία έχουν πλήξει σημαντικά την έρευνα στην Ελλάδα. Αρκεί να αναφέρουμε ότι στην χώρα μας δεν έχουν προκηρυχτεί προγράμματα για χρηματοδότηση της έρευνας, εδώ και πολλά χρόνια.

Αντιθέτως, οι περισσότερες αναπτυγμένες αλλά και αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου επενδύουν στην έρευνα με σκοπό την ανάπτυξη, μέσω προκηρύξεων χρηματοδότησης σε τακτά χρονικά διαστήματα (δύο ή/και τρείς φορές το χρόνο). Αυτό δίνει την ευκαιρία στους ερευνητές να προωθήσουν/εξελίξουν την ερεύνα τους, συμβάλλοντας σημαντικά στην (πολυπόθητη για την χώρα μας) ανάπτυξη.
Βλέποντας όλα τα παραπάνω αποφάσισα να «μετρήσω» τις δυνατότητες μου στο εξωτερικό συμμετέχοντας, με μια ερευνητική πρόταση μου, στο κάλεσμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για χρηματοδότηση νέων επιστημόνων. Το κάλεσμα αυτό πραγματοποιείται μία φορά κάθε χρόνο και τιμητικά φέρει το όνομα της μεγάλης ερευνήτριας φυσικού Marie Curie (FP7-Intra-European Fellowships-Marie Curie). Εκεί υποβάλλονται περίπου 3.500 με 4.000 προτάσεις έρευνας κάθε χρόνο από όλα τα επιστημονικά πεδία, και από αυτές χρηματοδοτούνται 9-10% κατ’ έτος. Είχα την τύχη η δική μου να χρηματοδοτηθεί, και μάλιστα με καλή κατάταξη. Ήταν έβδομη στην Ευρώπη.

Σε ποιο ινστιτούτο βρίσκεσαι σήμερα;

Σήμερα βρίσκομαι στο Sainsbury Laboratory (TSL) του John Innes Centre (JIC), στο Νόριτς της Βρετανίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι πέρυσι το TSL αξιολογήθηκε ως το καλύτερο ινστιτούτο στον κόσμου στον τομέα του Plant-Microbe interactions (αλληλεπιδράσεις Φυτών-Παθογόνων), με δεύτερο το Ιαπωνικό RIKEN. Τo JIC αποτελείτε από τρείς τομείς: 1. Φυτική Έρευνα, 2. Μοριακή Μικροβιολογία και 3. Έρευνα Τροφίμων. Σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο East Anglia University, αποτελούν ένα πλήρως οργανωμένο και ανταγωνιστικό πάρκο έρευνας (research park) το οποίο αποτελεί πόλο αριστείας και έλξης μεγάλων χρηματοδοτικών κονδυλίων.

Τι μελέτες γίνονται σήμερα στο JIC;

Στο JIC και συγκεκριμένα στο TSL πραγματοποιούνται μελέτες οι οποίες αφορούν στην μελέτη των αλληλεπιδράσεων μεταξύ παθογόνων και οικονομικώς σημαντικών φυτικών ειδών όπως το ρύζι, η πατάτα, το καλαμπόκι, το σιτάρι, κ.α. Έχω την τύχη να συνεργάζομαι με ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του χώρου παγκοσμίως, τον καθηγητή Jonathan Jones. Έχουμε δημιουργήσει μία δυναμική ερευνητική ομάδα, αποτελούμενη από επιστήμονες από διάφορα μέρη του κόσμου, όπως Αυστραλία, Κίνα, Ινδία, Γαλλία κ.α.
Διερευνούμε τους μοριακούς μηχανισμούς ενεργοποίησης της ανθεκτικότητας των φυτών σε παθογόνα, συγκρίνοντας τους με τους αντίστοιχους των θηλαστικών. Οι μηχανισμοί αυτοί εμφανίζουν πραγματικά εκπληκτικές ομοιότητες, σε μοριακό επίπεδο, μαρτυρώντας πιθανώς την κοινή τους προέλευση. Ενώ η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της ανθεκτικότητας στα φυτά, εκτός από τις απαντήσεις σε θεμελιώδη ερωτήματα της Βιολογίας, δίνει την δυνατότητα βελτίωσης τους με σκοπό την δημιουργία ανθεκτικών υβριδίων/ποικιλιών καλλιεργούμενων ειδών.

Με ποιους τρόπους μπορούν να μεταφερθούν οι νέες ανθεκτικότητες σε καλλιεργούμενα είδη και ποιο το όφελος από αυτό;

Αυτό είναι το αντικείμενο κυρίως των επιστημόνων που ασχολούνται με την βελτίωση φυτικών ειδών και την παραγωγή νέων υβριδίων/ποικιλιών. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι που μπορεί κάποιος επιστήμονας να χρησιμοποιήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Συνήθως, οι έρευνες για νέες ανθεκτικότητες εστιάζονται σε άγρια είδη φυτών, συγγενικά των καλλιεργούμενων, με σκοπό την χρίση κλασικών τεχνικών διασταύρωσης για την μεταφορά των ανθεκτικοτήτων. Αν όμως αυτό δεν είναι εφικτό τότε επιστρατεύονται μέσα/εργαλεία της Μοριακή Βιοτεχνολογίας όπως είναι η Γενετική Μηχανική.
Μπορείτε να φανταστείτε το οικονομικό όφελος, αρκεί να σκεφτείτε ότι σε παγκόσμιο επίπεδο το 25-40% των απωλειών στην παραγωγή οφείλονται σε παθογόνους μικροοργανισμούς και έντομα. Επίσης η μείωση στην χρήση χημικών για την καταπολέμηση των παθογόνων μειώνει αρκετά το κόστος παραγωγής και έχει θετική επίδραση στο περιβάλλον. Βέβαια η μείωση των χημικών, εκτός από τις οικονομικές προεκτάσεις, έχει σημαντική επίδραση στην υγεία των παραγωγών και των καταναλωτών.

Ποιές είναι οι εμπειρίες που έχεις αποκομίσει από τα Βρετανικά ινστιτούτα;

Η πρώτη και σημαντικότερη εμπειρία αφορά στον τρόπο λειτουργίας των Βρετανικών ερευνητικών κέντρων. Υπάρχει άψογη οργάνωση, η οποία εξασφαλίζει στον επιστήμονα ένα άψογο περιβάλλον εργασίας. Δυστυχώς στην Ελλάδα ένας ερευνητής έχει να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες και καλείται να δώσει λύσεις σε προβλήματα και καταστάσεις οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με την ερευνά του.

Θα μπορούσες να μας δώσεις μερικά παραδείγματα;

Για παράδειγμα, στην Ελλάδα ένας ερευνητής πρέπει να είναι και λίγο αποθηκάριος (φροντίζοντας ο ίδιος τα αποθέματα αναλωσίμων του εργαστηρίου του), λίγο λογιστής (αντιμετωπίζοντας τον κυκεώνα της ελληνικής γραφειοκρατίας π.χ. προκήρυξη διαγωνισμών προμήθειας, έκδοση και καταγραφή τιμολογίων, κτλ), λίγο γραμματέας (η υποβολή μιας πρότασης για χρηματοδότηση απαιτεί τεράστιο όγκο εγγράφων που πολλές φορές φτάνει τις μερικές εκατοντάδες σελίδες. Την ίδια στιγμή που στις ΗΠΑ ή στην Βρετανία, αντίστοιχες προτάσεις δεν ξεπερνούν τις 20-30 σελίδες) και πολλά άλλα. Θέλω βεβαίως να τονίσω ότι οι Έλληνες επιστήμονες δεν υστερούν ποιοτικώς σε τίποτα, συγκρινόμενοι με οποιαδήποτε ευρωπαίο ή αμερικανό συνάδελφο τους. Αυτό που ουσιαστικά κάνει την διαφορά στον τρόπο με τον οποίο γίνεται η έρευνα στις άλλες χώρες είναι το υποστηρικτικό δυναμικό και οι υποδομές.

Δηλαδή από όλα αυτά καταλαβαίνουμε ότι η έρευνα χρειάζεται χρήματα;

Η έρευνα χρειάζεται χρήματα και πρέπει να καταλάβουμε ότι η χώρα η οποία δεν επενδύει στην έρευνα είναι καταδικασμένη να είναι ουραγός στις τεχνολογικές εξελίξεις, ενώ ταυτόχρονα καθίσταται μη ανταγωνιστική. Όταν δεν επενδύεις στην έρευνα είσαι αναγκασμένος να εισάγεις τα προϊόντα της από άλλες χώρες και αυτό έχει πολύ μεγάλο κόστος. Για παράδειγμα, στον πρωτογενή τομέα παραγωγής, σκεφτείτε τα τεράστια χρηματικά ποσά που δαπανώνται κάθε χρόνο για την εισαγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού, αγροτοχημικών, ζωοτροφών κ.τ.λ.
Το όφελος λοιπόν από την δημιουργία «ερευνητικών πάρκων» και πόλων έρευνας και καινοτομίας -με σκοπό την τεχνολογική ανάπτυξη- σε διάφορους τομείς, θα ήταν πολύ μεγάλο για το ελληνικό κράτος. Δεν ξέρω και δεν μπορώ να υποθέσω ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους το κράτος δεν υποστηρίζει την ουσιαστική ανάπτυξη της έρευνας. Για μένα είναι προφανές ότι θα έπρεπε να έχει συμβεί εδώ και δεκαετίες και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν έχει συμβεί ακόμα.

Ποια είναι η δική σου άποψη για τον τρόπο που το κράτος χειρίζεται το θέμα της έρευνας;

Δυστυχώς φαίνεται ότι υπάρχει παντελής έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού και πολιτικής βούλησης στο συγκεκριμένο θέμα. Αρκεί να αναφέρουμε τις τεράστιες περικοπές στους προϋπολογισμούς των ιδρυμάτων (50% ή και περισσότερο), καθώς και το πάγωμα των προσλήψεων νέων ερευνητών και καθηγητών για περισσότερα από τρία χρόνια. Την στιγμή μάλιστα που πολλοί συνταξιοδοτούνται ή φεύγουν στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τεράστια κενά. Αυτές οι συμπεριφορές απαξιώνουν όλο και περισσότερο την έρευνα στην Ελλάδα, και μαζί με την έρευνα απαξιώνεται και η ανώτατη εκπαίδευση μια και σε πολλές περιπτώσεις αυτές είναι αλληλένδετες.

Από πού θεωρείς ότι ξεκινάει αυτό το κακό;

Πέρα από την υπoχρηματοδότηση, ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι ο κατακερματισμός των ιδρυμάτων και των πανεπιστημιακών τμημάτων και ΤΕΙ, για ψηφοθηρικούς καθαρά λόγους (ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλο μας). Δεν έχει καμία λογική η ύπαρξη υποχρηματοδοτούμενων και επιστημονικά αποκομμένων πανεπιστημιακών και ερευνητικών τμημάτων και ιδρυμάτων. Αυτό έχει τραγικές επιπτώσεις στην ποιότητα της έρευνας και φυσικά της παρεχόμενης εκπαίδευσης από τα ιδρύματα αυτά. Την ίδια στιγμή, στον υπόλοιπο κόσμο, δημιουργούνται πάρκα έρευνας στα οποία συγκεντρώνονται σχολές, ινστιτούτα και πανεπιστήμια με σκοπό την άμεση και εύκολη ανταλλαγή γνώσης και τεχνολογίας, προάγοντας άμεσα την επιστήμη και την τεχνολογική ανάπτυξη.
Βέβαια, από την άλλη, τα χρήματα που το κράτος επενδύει (ή θα έπρεπε να επενδύει για να ακριβολογούμε) στην έρευνα είναι χρήματα του έλληνα φορολογούμενου. Ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει που επενδύονται τα χρήματα του. Δυστυχώς όμως στην Ελλάδα, λόγω του βιολογικού αναλφαβητισμού, η κοινωνία δεν αντιλαμβάνεται τα οφέλη από την χρηματοδότηση της έρευνας. Ένα μέρος της ευθύνης βέβαια το φέρουμε εμείς οι επιστήμονες γιατί δεν έχουμε καταφέρει να δώσουμε στην κοινωνία να καταλάβει το πόσο σημαντική είναι η δουλεία μας, γιατί πρέπει το κράτος να επενδύσει χρηματοδοτώντας την ερεύνα μας και ποια είναι τα πραγματικά οφέλη που θα έχει από αυτό. Θα μπορούσαμε πιστεύω να το πετύχουμε αυτό εκλαϊκεύοντας την επιστήμη μας κάνοντας την προσιτή/κατανοητή και φέρνοντας την κοντά στον έλληνα πολίτη.

Μιλώντας για τα πάρκα έρευνας στην περίπτωση της Κρήτης τι θα μπορούσε να είχε συμβεί;

Στην Κρήτη σήμερα υπάρχουν αρκετά ερευνητικά και πανεπ/κα ιδρύματα. Θα σας αναφέρω χαρακτηριστικά το Παν/μιο Κρήτης και το ΤΕΙ Κρήτης, το ΕΘΙΑΓΕ, το ΙΤΕ, το Ινστιτούτο Θαλάσσιων Ερευνών (ΙΘΑΒΙΚ), κ.α. Αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα «πάρκο έρευνας» με άμεση ανταλλαγή γνώσης και τεχνολογίας, αλλά και διακίνησης ερευνητών. Όμως η θεσμική αδυναμία επικοινωνίας και ανταλλαγής τεχνογνωσίας μεταξύ των ιδρυμάτων αυτών αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη της έρευνας και της καινοτομίας στην Κρήτη.

Με ποιο τρόπο μπορεί το κράτος να αξιοποιήσει τις αξιόλογες εγκαταστάσεις του ΕΘΙΑΓΕ για την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα παραγωγής;

Αυτή την στιγμή το ΕΘΙΑΓΕ φυτοζωεί. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί προσλήψεις νέου ερευνητικού προσωπικού εδώ και πολλά χρόνια, ούτε καν στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης παλαιότερων ερευνητών. Οι εγκαταστάσεις από μόνες τους δεν αποδίδουν όταν δεν υπάρχει προσωπικό. Αυτό μου δίνει την εντύπωση ότι το ΕΘΙΑΓΕ οδηγείται σε ένα αργό θάνατο. Και βέβαια σε μία χώρα που ο πρωτογενής τομέας παραγωγής φαντάζει ως ένας από τους δυναμικότερους πυλώνες ανάπτυξης, η υποβάθμιση του ΕΘΙΑΓΕ είναι τραγική απερισκεψία. Φτάνει να ρίξουμε μια ματιά σε άλλες χώρες όπως η Γαλλία, οι ΗΠΑ κ.α. και θα δούμε ότι τα αντίστοιχα ιδρύματα (INRA, USDA) χαίρουν εκτίμησης και φροντίδας από το κράτος και αποτελούν τον κύριο πυλώνα επιστημονικής υποστήριξης του πρωτογενούς τομέα παραγωγής στις χώρες αυτές.

Υπήρξε σκέψη για τράπεζα γενετικού υλικού στην Κρήτη;

Ναι πράγματι, πριν μερικά χρόνια με συναδέλφους από το ΤΕΙ Κρήτης και το ΕΘΙΑΓΕ αποφασίσαμε να ζητήσουμε από το υπουργείο γεωργικής ανάπτυξης χρηματοδότηση ώστε να φτιαχτεί μια μικρή τράπεζα γενετικού υλικού με σκοπό την συλλογή, αξιολόγηση και φύλαξη παραδοσιακών ποικιλιών κηπευτικών της Κρήτης. Το γενετικό υλικό των ποικιλιών αυτών και ιδιαίτερα από περιοχές με κλιματικές ιδιαιτερότητες αποτελεί πραγματικό θησαυρό και παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές, μια και το γονιδίωμα του είναι άριστα προσαρμοσμένο στις συνθήκες του τόπου καλλιέργειας. Πολλές από τις παραδοσιακές ποικιλίες του τόπου μας έχουν ήδη χαθεί ενώ οι υπόλοιπες κινδυνεύουν να χαθούν για πάντα ή να αλλοιωθούν λόγω του μη ορθού τρόπου διατήρησης τους από μη ειδικούς. Σκοπός μας ήταν να βρούμε τις εναπομείνασες παραδοσιακές ποικιλίες, να τις αξιολογήσουμε σε γενετικό επίπεδο ή/και σε επίπεδο ανθεκτικότητας και βιοχημικών χαρακτηριστικών, όπου αυτό ήταν εφικτό, και να δημιουργήσουμε μια τράπεζας «γενετικού υλικού παραδοσιακών ποικιλιών Κρήτης». Παρόλα αυτά το υπουργείο δεν συμμερίστηκε τις επιστημονικές μας ανησυχίες.

Υπάρχουν δυνατότητες στην αξιοποίηση της βιοποικιλότητας στην Κρήτη;

Η βιοποικιλότητα της Κρήτης είναι πραγματικά εκπληκτική. Για παράδειγμα στην Κρήτη φύονται μερικά πολύ σημαντικά φαρμακευτικά βότανα. Επίσης το μικροπεριβάλλον της Κρήτης συμβάλει στην άριστη ποιότητα των αιθέριων ελαίων των ειδών αυτών. Πρόκειται λοιπόν για ένα χώρο με τεράστια δυναμική, που όμως μένει ανεκμετάλλευτος.
Ως μοριακός βιολόγος θα με ενδιέφερε η γονιδιωματική, ή πρωτεωμική και η μεταβολωμική ανάλυση των φυτικών αυτών ειδών. Πιστεύω ότι η αλληλούχιση του γονιδιώματος των φαρμακευτικών βοτάνων της χώρας μας (τουλάχιστον κάποιων από αυτά) θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση μιας εθνικής προσπάθειας μελέτης και αξιοποίησης τους. Ενώ η μελέτη/ανάλυση των ιδιοτήτων των συστατικών τους μπορεί δυνητικά να έχει τεράστιο όφελος για την κοινωνία σε τομείς όπως η ιατρική, η διατροφή, η βιοτεχνολογία κ.α.

Στην Κρήτη υπάρχει μεγάλος αριθμός μνημειακών ελαιοδέντρων χιλιάδων χρόνων. Μπορούμε να έχουμε πληροφόρηση μέσα από την επιστήμη σου;

Τα ελαιόδεντρα αυτά, ηλικίας εκατοντάδων αν όχι χιλιάδων χρόνων, είναι πηγή σημαντικών πληροφοριών για την βιολογική εξέλιξη της ελιάς. Η ομάδα του καθηγητή Βιοτεχνολογίας φυτών κ. Φίλιππου Βερβερίδη, στο ΤΕΙ Κρήτης, είχε προτείνει παλιότερα μια μελέτη για τον μοριακό προσδιορισμό της βιολογικής εξέλιξης της ελιάς βασιζόμενη στην αξιοποίηση των μνημειακών ελαιόδεντρων. Δυστυχώς δεν έχω πληροφόρηση για την πορεία της μελέτης και δεν θα μπορέσω να σας δώσω περισσότερες πληροφορίες.

Υπάρχει σήμερα κάτι ανακοινώσιμο πάνω στην έρευνα σας;

Σε συνεργασία με το ΤΕΙ Κρήτης (καθηγητή Δημήτρη Γκούμα), το USDA στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ και το πανεπιστήμιο Virginia Tech στις ΗΠΑ, δημοσιεύσαμε το 2013 το γονιδίωμα ενός μικροοργανισμού. Ήταν ένα project που σχεδίασα και οργάνωσα, και αφορούσε στην αλληλούχιση του γονιδιώματος στελεχών ενός μικροοργανισμού ο οποίος έχει μια εκπληκτική ιδιότητα για εμάς τους βιολόγους. Έχει την δυνατότητα να μολύνει φυτικούς οργανισμούς που ανήκουν σε γενετικά απομακρυσμένες οικογένειες. Μολύνει μονοκότυλα φυτά όπως είναι το σιτάρι η βρώμη κ.α., ενώ ταυτόχρονα μολύνει δικότυλα όπως η τομάτα, το λάχανο η ρόκα κ.α. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι έχει την δυνατότητα να μολύνει τούς φυτικούς οργανισμούς μοντέλα, δηλαδή τους οργανισμούς που χρησιμοποιούμε στα εργαστήρια για την μελέτη όλων των βιολογικών διεργασιών (Arabidopsis thaliana και Brachypodium distachyon). Έτσι η αλληλούχιση του γονιδιώματος του μικροοργανισμού αυτού είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των ερευνητών, συμβάλλοντας σημαντικά στην κατανόηση της παθογένεια, και της ανθεκτικότητας σε μια ευρεία γκάμα ξενιστών.

Επίσης, η έρευνα μας στο TSL αποκάλυψε σημαντικές ομοιότητες σε μηχανισμούς που αφορούν στον τρόπο επαγωγής και λειτουργίας της ανοσίας, στα φυτά και τα ζώα. Ουσιαστικά το ανοσοποιητικό σύστημα των φυτών έχει αρκετά χαρακτηριστικά τα οποία προσομοιάζουν με αυτό που λέμε βασική ανοσία στους ζωικούς οργανισμούς και αυτό είναι πολύ σημαντικό για την βιολογία. Δεν έχει άμεση εφαρμογή αυτή την στιγμή αλλά πιστεύω ότι στο μέλλον θα έχει.

Συνέντευξη στον Λεωνίδα Κουδουμογιαννάκη