Η ιερά μονή Σαββαθιανών είναι από τις αξιόλογες ιστορικές μονές της Κρήτης με μεγάλη ιστορική διαδρομή από την τελευταία περίοδο της Ενετοκρατίας, και η μοναδική στην περιοχή Αλμυρού και Ροδιάς του Ηρακλείου που διασώθηκε από τον μεγάλο Κρητικό Πόλεμο (1645-1669).

Βρίσκεται σε μια από τις γραφικές περιοχές του νομού Ηρακλείου, σε μέρος που συνδυάζεται πανοραμικά ή βουνίσια φύση με την κατάφυτη από ποικίλα δέντρα λαγκαδιά του όρους «Βασιλικός» σε υψόμετρο 440 μέτρων, 5 χιλιόμετρα δυτικά του χωριού Ρογδιά της επαρχίας Μαλεβυζίου και 21 χιλιόμετρα από την πόλη του Ηρακλείου. 

Στην μονή, πέρα από το καθολικό που είναι αφιερωμένο στη Γέννηση της Θεοτόκου και στους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες υπάρχουν δύο ναοί (ένας σπηλαιώδης και ένας νεόδμητος) αφιερωμένοι στον προστάτη των μοναχών Άγιο Αντώνιο, που γιορτάζει κάθε χρόνο στις 17 Ιανουαρίου. 

Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η προσέλευση προσκυνητών από όλη την Κρήτη καθώς και από άλλα μέρη της Ελλάδας, κυρίως τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές. Ανήμερα της εορτής του Αγίου Αντωνίου, όπως και φέτος, παρίσταται ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κ.κ. Ειρηναίος. 

Η ονομασία της Μονής

Όσοι ασχολήθηκαν ως τώρα με την ιστορία της μονής αναζητούν την παλιά μονή των Σαββατιανών. Στα αρχεία της Βενετίας υπάρχουν πολλά έγγραφα, τα οποία αναφέρονται στην μονή Σαββαθιανών. Συγκεκριμένα ένα έγγραφο του 1549 μ.Χ. κάνει λόγο για την «μονή Αγίου Αντωνίου, του κύρ Σαββατίου», άλλοτε ως «μονή των Σαββαθιανών», ώστε αφ’ ενός ο Άγιος Σάββας της μονής του Αλμυρού και αφ’ ετέρου ο κύρ Σαββάτιος, ο πρώτος κτήτοράς της ή ο αρχικός ιδιοκτήτης της, ήταν τα αίτια της ονομασίας της ιεράς μονής. 

Βέβαια το όνομα Σαββάτιος είναι γνωστό από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια και η ορθόδοξος εκκλησία μας εορτάζει τον μάρτυρα Σαββάτιο στις 19 Σεπτεμβρίου, μαζί με τους συναθλητές του Τρόφιμο και Δορυμέντα. 

Επίσης το ίδιο όνομα απαντάται ακόμη και στα βυζαντινά χρόνια (Σαββάτιος, πατέρας του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ , Σαββάτιος υιός Αυτοκράτορα Βυζαντίου του Λέοντος Ε΄ (813-820), Σαββάτιος, Βυζαντινός νομομαθής του 9ου αι. κ.ά.).

Το κτηριακό συγκρότημα 

Το καθολικό της μονής είναι δίκλιτος κεραμοσκεπής ναός χωρίς τρούλο, αφιερωμένος στο Γενέσιο της Θεοτόκου και στους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Στο υπέρθυρο της θύρας του ναού υπάρχει διακοσμημένο με φύλλα άκανθας, το οποίο φέρει χρονολογία ΑΧΛΕ (1635 μ.Χ.).
Ο κυρίως ναός χωρίζεται από το ιερό με παλαιό ξύλινο ανάγλυφο τέμπλο. 

Το κλίτος των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων έχει οικοδομηθεί κατά το έτος 1950 από τη νέα αδελφότητα των μοναζουσών, όταν η μονή μετατράπηκε από ανδρική σε γυναικεία κοινοβιακή. Στα δυτικά της μονής υπάρχει το κατανυκτικό εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου το οποίο ήταν και ο πρώτος ναός του μοναστηριού. Μεγάλο τμήμα του ναού είναι λαξευμένο στο βράχο του υπάρχοντος σπηλαίου. 

Ο ναός αυτός όπως φαίνεται, χτίστηκε κάτω από συνθήκες έσχατης ανάγκης. Το κοίλωμα του βράχου, προσφερόταν για μια γρήγορη και εύκολη οικοδόμηση ναού που θα κάλυπτε άμεσα τις λατρευτικές ανάγκες των μοναχών. 

Λόγω της ιδιομορφίας και της γεωμετρίας του εδάφους με μεγάλη κλίση, ο χώρος γύρω από τον ναό θεωρήθηκε ότι δεν ήταν κατάλληλος για την ανάπτυξη της μονής κατά τα πρότυπα των ορθοδόξων μοναστηριών που θέλει το καθολικό στο κέντρο.Οι τεράστιοι απειλητικοί βράχοι που κρέμονται πάνω από το ναό ανάγκασαν τους μοναχούς να οικοδομήσουν τα κελιά και τους βοηθητικούς χώρους του μοναστηριού σε χαμηλότερα και ομαλότερα σημεία. 

Έτσι, στη συνέχεια στο μέρος αυτό ιδρύθηκε η μονή, ακολουθώντας το τυπικό σχέδιο των ορθοδόξων μονών, με το καθολικό να βρίσκεται στο κέντρο της μονής και τα υπόλοιπα κτίσματα γύρω από αυτό. 

Το 1955 δίπλα στο ναΐσκο του Αγίου Αντωνίου κτίστηκε ο ναός του Αγίου Σάββα από τη νέα αδελφότητα των μοναζουσών. Νοτιοανατολικά του ναού βρίσκεται το κοιμητήριο της μονής, όπου υπάρχουν οι τάφοι του Ηρακλή και Νικολάου Κοκκινίδη. 

Κοντά στον ίδιο χώρο, πριν τον ναό του Αγίου Αντωνίου, κατασκευάστηκε το 2002 ένα πετρόκτιστο θολωτό οστεοφυλάκιο. 

Τον χώρο του μοναστηριού διασχίζει ένας μικρός χείμαρρος. Η πρόσβαση και επικοινωνία μεταξύ του καθολικού με τα δύο εξωκλήσια γίνεται με ένα κιβολιθόστρωτο μονοπάτι και με μια πετρόκτιστη γέφυρα πάνω από το χείμαρρο, η επιγραφή της οποίας μαρτυρεί ότι κτίστηκε το 1535 μ.Χ. Ακριβώς πάνω από το πέτρινο γεφυράκι σώζεται τμήμα του νερόμυλου. 

Σύμφωνα με τον ανέκδοτο κώδικα, δυτικά του καθολικού βρίσκεται η αποθήκη η οποία είναι θολωτό επίμηκες κτίσμα που ανήκει στην περίοδο της Ενετοκρατίας με μήκος 66 πόδια και πλάτος 15. Πάνω από αυτή βρίσκονται τέσσερα δωμάτια στα οποία κατοικούσαν οι πατέρες. (Σήμερα είναι ενιαίος χώρος για φιλοξενία των προσκυνητών). 

Νοτιοδυτικά του ναού υπάρχει το αρχονταρίκι της μονής το οποίο κτίστηκε το 1904 κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του Αρχιμανδρίτη Τιμοθέου Στρατάκη και ανακαινίστηκε πριν το 2000. Ανατολικά του καθολικού της μονής υπήρχαν χαλάσματα των παλαιών κελιών των μοναχών, τα οποία το 1992 επισκευάστηκαν. 

Λίγο πριν την κεντρική είσοδο της μονής βρίσκεται το παλιό υδραγωγείο της με χρονολογία κτίσης το 1799 και με χρονολογία ανακαίνισης το 1843. 

Ο νεόδμητος ναός του Αγίου Αντωνίου

Την περίοδο 2003-2008 έξω από τον χώρο του παλιού μοναστηριού και δίπλα στο παλιό υδραγωγείο της μονής οικοδομήθηκε ο νέος θαυμάσιος πετρόκτιστος μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Αντωνίου μεγάλης χωρητικότητας, βασισμένος στην παλαιά Κρητική αρχιτεκτονική χριστιανικών ναών. 

Τα εγκαίνια του νέου επιβλητικού ναού με τα δύο παρεκκλήσια τελέστηκαν την 11η Ιουλίου 2009 με σεμνή τελετή και με τη συμμετοχή ιερέων, μοναχών μοναζουσών πολλών ιερών μονών της Εκκλησίας της Κρήτης και την παρουσία του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ.κ. Ειρηναίου, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πέτρας και Χερονήσσου κ.κ. Νεκτάριου και του Θεοφιλέστατου Επισκόπου Κνωσσού κ.κ. Ευγενίου.

Εξήντα τέσσερα χρόνια μετά την επαναλειτουργία της μονής ως γυναικεία, έχει πραγματοποιηθεί μια ριζική ανακαίνιση και μεταμόρφωση όλου του χώρου. Το όλο έργο της ανακαίνισης έγινε με τρόπο λεπτό και διακριτικό, απλά και ταπεινά, ώστε η όψη της μονής να διατηρηθεί κοντά στην παράδοση, η οποία συνδυάζει στο θέμα της εμφάνισης τη λιτότητα με την επιβλητικότητα. 

Η μετατροπή της μονής σε γυναικείο κοινόβιο

Μέχρι και την γερμανική κατοχή η μονή ήταν ανδρική. Την περίοδο αυτή η μονή είχε σχεδόν ερημωθεί με δύο απομείναντες υπερήλικες, τον ηγούμενο Καλλίνικο Σταματάκη και τον μοναχό Ιωαννίκιο Παπαδάκη. Αυτή η σημαντική μείωση του αριθμού των μοναχών, καθώς και κάποιες άλλες συγκυρίες συνετέλεσαν στην μετατροπή της μονής από ανδρική σε γυναικεία κοινοβιακή. 

Τον Οκτώβριο του 1946, μια γυναικεία αδελφότητα από οκτώ αδελφές προερχόμενες από την μονή Δίβρη της Πελοποννήσου, ήρθε να εγκατασταθεί σ’ αυτή. Ο αοίδιμος Μητροπολίτης Κρήτης Βασίλειος είχε πνευματικό σύνδεσμο με την καθηγουμένη της αδελφότητας Μελάνη Βρυωνάκη, η οποία επιθυμούσε να μεταφέρει την αδελφότητα από την Πελοπόννησο στην Κρήτη, λόγω των σκληρών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν στο ορεινό μοναστήρι τους. 

Η γερόντισσα Μελάνη επέλεξε τη μονή Σαββατιανών ανάμεσα σε άλλες μονές του Ηρακλείου διότι ήταν απομακρυσμένη, τελείως ερημική και με πλούσιο φυσικό κάλλος και ησυχία. 

Οι ξένες και άγνωστες τότε μοναχές στην κοινωνία του Ηρακλείου κατόρθωσαν να αναστηλώσουν την εγκαταλειμμένη, ερειπωμένη, λεηλατημένη και σε οικτρή κατάσταση μονή με πενιχρά οικονομικά μέσα και με σωματική κόπωση, με πολλά εμπόδια δεδομένου ότι η μονή συνδεόταν με τη Ροδιά με ένα μικρό μονοπάτι από το οποίο οι καλόγριες μετέφεραν με ζώα τα υλικά της αναστήλωσης. 

Σε σύντομο χρονικό διάστημα άρχισε η προσέλευση νέων αδελφών και ακολούθησε η αναγνώριση της μονής ως γυναικείας κοινοβιακής, η οποία έτσι αποτέλεσε ένα από τα πρώτα γυναικεία κοινόβια, κατά τα νεότερα χρόνια στην Κρήτη. 

Τα νέα μέλη της αδελφότητας ασχολούνται εκτός από τα καθημερινά μοναστικά διακονήματα με την αγιογράφηση φορητών εικόνων, την κατασκευή ψηφιδωτών, την ύφανση ιερατικών στολών κ.ά, το κοπανέλλι, την καλλιέργεια της γης με μεθόδους βιολογικής γεωργίας και με άλλα εργόχειρα. 

Λεωνίδας Κουδουμογιαννάκης