Το δημοσιονομικό καθεστώς στο οποίο θα κινηθεί η Ελλάδα μετά το τέλος του δεύτερου «μνημονίου» και της τρέχουσας δανειακής σύμβασης επιχειρεί να περιγράψει έκθεση που συνέταξε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους και η οποία δόθηκε σήμερα, Δευτέρα στη δημοσιότητα.

Στο μέλλον κάθε ελληνική κυβέρνηση, ανεξάρτητα αν υπογραφεί νέο μνημόνιο, θα πρέπει να υπακούει στους νέους κανόνες δημοσιονομικής πολιτικής της ΕΕ, που είναι σαφώς αυστηρότεροι από ό,τι ίσχυε το 2010, αναφέρεται. Το Γραφείο επανέρχεται στο θέμα του χρέους, τονίζοντας ότι το ζήτημα δεν έχει λυθεί και προειδοποιώντας για τους σοβαρούς κινδύνους που ελλοχεύουν.

Ειδικότερα, η έκθεση με τίτλο: «Η νέα οικονομική διακυβέρνηση στη ζώνη του ευρώ και η Ελλάδα. Οι μηχανισμοί εποπτείας και αλληλεγγύης υπό όρους μετά το Μνημόνιο» που συντάχθηκε από τους καθηγητές κ.κ. Πάνο Καζάκο και Παναγιώτη Λιαργκόβα αναφέρεται στο πλαίσιο κανόνων οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής στο οποίο θα πρέπει να κινείται στο μέλλον κάθε ελληνική κυβέρνηση, ανεξάρτητα αν υπογραφεί νέο μνημόνιο.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην έκθεση «το παρόν σημείωμα στηρίζεται στην παραδοχή ότι η Ελλάδα παραμένει στη Ζώνη του Ευρώ ή ότι υπάρχει ευρεία πολιτική συναίνεση για να αποφευχθεί η επιστροφή στη δραχμή. Στους κινδύνους της εξόδου από τη Ζώνη του Ευρώ αναφέρθηκε συχνά ο πρωθυπουργός και, τελευταία, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε πρόσφατη ομιλία του στις ΗΠΑ».

«Η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη», τονίζει εν συνεχεία η έκθεση, οριοθετεί σήμερα τις δυνατότητες της χώρας με διαφορετικό τρόπο από το παρελθόν λόγω των θεσμικών και άλλων εξελίξεων, ενώ η επιλογή αυτή έχει, αναμφίβολα, υψηλό κόστος.

Σημειώνεται δεικτικά πως η Ελλάδα η οποία ζητά τη χρηματοδοτική συνδρομή άλλων κρατών - μελών δεν έχει να επιδείξει ένα ιστορικό συμμόρφωσης σε πολλά από εκείνα που υπέγραψε.

Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους:

-Οι εξελίξεις στην ΕΕ και την Ευρωζώνη ορίζουν σε μεγάλο βαθμό το νέο θεσμικό πλαίσιο, σαφώς πιο περιοριστικό από αυτό που υπήρχε πριν το 2010, εντός του οποίου θα κινούνται πλέον οι εθνικές κυβερνήσεις. Αυτό το πλαίσιο οφείλει να λάβει υπόψη της και η ελληνική πολιτική.

-Στο μέλλον κάθε ελληνική κυβέρνηση, ανεξάρτητα αν υπογραφεί νέο μνημόνιο, θα πρέπει να κινείται εντός των νέων κανόνων οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής.

-Η Ελλάδα πρέπει να υπογράψει μαζί με άλλα κράτη-μέλη πάσης φύσης «συμβατικές διευθετήσεις» οι οποίες θα θέτουν τους όρους υπό τους οποίους θα χορηγείται βοήθεια μέσω των διαφόρων μηχανισμών.

«Από το 2014 βρισκόμαστε σε μια διαφορετική ΕΕ και Ευρωζώνη, δηλαδή σε μια νέα κατάσταση συλλογικής εποπτείας για τη δημοσιονομική πολιτική της και στενότερης συνεργασίας για τη γενικότερη οικονομική της πολιτική», επισημαίνεται στην έκθεση.

Όπως τονίζεται, «το νέο σύστημα αμοιβαίας εποπτείας διαφέρει σημαντικά από το προηγούμενο (προ κρίσης). Όσον αφορά τη δημοσιονομική πτυχή γίνεται πιο δεσμευτικό και συνδυάζεται με αυστηρότερες κυρώσεις και ευκολότερες διαδικασίες επιβολής τους».

-Η Ελλάδα είναι «regime taker», ναι μεν συμμετέχει στις διαδικασίες που καταλήγουν σε νέους κανόνες συνεργασίας ή αλλάζουν τους προηγούμενους, αλλά μόνη της δεν είναι σε θέση να ασκήσει σημαντική επιρροή.

-Η νέα διαδικασία της αντίστροφης πλειοψηφίας καθιστά δυνητικά ακόμα πιο δύσκολο για τα μικρά κράτη μέλη να συγκεντρώσουν την απαιτούμενη στήριξη στο πλαίσιο του Συμβουλίου προκειμένου να αντιταχθούν σε σύσταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δηλαδή οι κυρώσεις θα επιβάλλονται αυτόματα και η μη-επιβολή τους θα είναι δυνατή μόνο αν το αποφασίσει η πλειοψηφία των Υπουργών Οικονομικών (μέχρι σήμερα χρειαζόταν πλειοψηφία για την επιβολή των κυρώσεων).

-Η χώρα πρέπει να εντάσσει τις δικές της επιδιώξεις σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συναινέσεων και η όποια προσπάθεια πρέπει να συνδέεται με τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας που έχει επιτευχθεί έως τώρα και τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων με τις αναγκαίες διορθώσεις.

Σύμφωνα με την έκθεση, «κάθε κράτος μέλος θεσμοθετεί και τηρεί τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού ('χρυσός κανόνας')» ενώ, όπως επίσης σημειώνεται στο σχετικό κείμενο, «η Ελλάδα θα πρέπει να δημοσιοποιήσει το νέο Μεσοπρόθεσμο 2014-2016 μέχρι τα τέλη Απριλίου 2014. Θα πρέπει να περιλαμβάνει τα μέτρα που θα διασφαλίσουν τη δημοσιονομική ισορροπία για την περίοδο μετά το τρέχον Μνημόνιο. Θα γίνουν τότε φανερές οι δεσμεύσεις της χώρας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο».

«Δεν έχει λυθεί το ζήτημα του χρέους»

Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή επανέρχεται στο θέμα του υψηλού ελληνικού χρέους.

Οι συντάκτες της έκθεσης, επικαλούμενοι τον αμερικανό οικονομολόγο Robert Barro, αναφέρουν ότι «το υψηλό δημόσιο χρέος αργά ή γρήγορα, θα οδηγήσει σε υψηλότερη φορολογία η οποία θα μειώσει το δυναμικό της οικονομικής ανάπτυξης. Η οδυνηρή εμπειρία των τελευταίων ετών έχει επιβεβαιώσει την άποψη του Barro, αφού σχεδόν σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν αυξηθεί οι φόροι, ενώ ταυτόχρονα έχουν μειώσει την πρόβλεψη για οικονομική ανάπτυξη».

» Επίσης νέοι στόχοι-προτεραιότητες είχαν υψηλό κόστος λόγω της πτώσης του ΑΕΠ που προκάλεσαν και της δραματικής αύξησης της ανεργίας.»

» Τέλος, οι πολιτικές προτεραιότητες μπορεί να αποδειχθούν αντιπαραγωγικές με την έννοια ότι η πτώση του ΑΕΠ δυσκολεύει τις μεταρρυθμίσεις και την επίτευξη μιας όχι προσωρινής, αλλά διατηρήσιμης ισορροπίας των προϋπολογισμών με εξάλειψη πρωτογενών ελλειμμάτων (φαινόμενο της "χιονοστιβάδας")».

Υπό το πρίσμα, όμως, αυτό, όπως επισημαίνουν οι συντάκτες της έκθεσης, «δεν λύθηκε το ζήτημα του χρέους της Ελλάδας, της Πορτογαλίας κ.α. Κράτη-μέλη όπως η Ελλάδα (με το δημόσιο χρέος να παραμένει στα δυσθεώρητα ύψη του 170%) δεν έχουν την παραμικρή δυνατότητα να μειώσουν τα χρέη (σε απόλυτα μεγέθη και ως ποσοστό του ΑΕΠ) στο επίπεδο που απαιτούν οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες αποκλειστικά μόνο με εθνικές προσπάθειες.»

» Αν το επιχειρήσουν θα πρέπει να εφαρμόσουν και στο μέλλον "τυφλή" λιτότητα που όμως θα επιδεινώσει την κρίση χωρίς να λύσει το πρόβλημα της υπερχρέωσης. Επομένως, λογικό είναι να αναζητούνται εναλλακτικές λύσεις» από την ΕΕ.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους εκτιμά ακόμη ότι η μείωση του τεράστιου χρέους με οποιονδήποτε τρόπο (π.χ. αμοιβαιοποίηση μέρους του κλπ) και του βάρους της εξυπηρέτησης του υπολοίπου (μείωση επιτοκίων κ.α.) θα διευκόλυνε τη μελλοντική πορεία των διαφόρων αναπτυξιακών πρωτοβουλιών που δρομολογούνται στην ΕΕ.

in.gr