«Καθαρίζουν» πανηγυρικά ακόμα και σήμερα οι επίορκοι υπάλληλοι του δημοσίου δια της «παραγραφής» και λόγω «ασαφούς και αόριστου κατηγορητηρίου». Βαδίζοντας στα χνάρια των πολιτικών και των περιβόητων διατάξεων του νόμου περί ευθύνης υπουργών, υπάλληλοι που παραπέμπονται για σοβαρά πειθαρχικά αδικήματα εκμεταλλεύονται «παραθυράκια» που τους ανοίγονται και βγαίνουν λάδι επιστρέφοντας κανονικά στα καθήκοντά τους. Πρόκειται για μια εικόνα που δημιουργεί ερωτήματα καταρχήν από την αδυναμία (!) υψηλόβαθμων υπηρεσιακών παραγόντων της κεντρικής διοίκησης, να συντάξουν στοιχειωδώς ένα παραπεμπτήριο όπως επίσης και από την καθυστέρηση προώθησης των υποθέσεων αυτών με αποτέλεσμα την άφεση αμαρτιών των επιόρκων.

Χαρακτηριστικές είναι έξι πρόσφατες ομόφωνες αποφάσεις του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου του υπουργείου Τουρισμού παύσης της πειθαρχικής δίωξης τεσσάρων υπαλλήλων του ΕΟΤ. Τα αδικήματα που τους βάρυναν ουκ ολίγα. Παράβαση καθήκοντος, αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας, αμέλεια, ατελής ή μη έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος, μη τήρηση ωραρίου, άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις. Αιτία της παύσης της πειθαρχικής δίωξης υπήρξε είτε η παραγραφή λόγω παρόδου της διετίας πριν την έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας είτε η αοριστία του παραπεμπτήριου εγγράφου, αφού «δεν προσδιορίζονται χρονικά οι πράξεις ή παραλείψεις των παραπεμπόμενων υπαλλήλων»!

Σε επικοινωνία μας με το Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης , κ. Λέανδρο Ρακιντζή, μας δήλωσε ότι με την κοινοποίηση στο Γραφείο του των εν λόγω πειθαρχικών αποφάσεων άσκησε ένσταση και έδωσε εντολή διενέργειας ΕΔΕ προκειμένου να διερευνηθούν και αποδοθούν ευθύνες στους υπαίτιους της καθυστέρησης αλλά και των ασαφειών που υπάρχουν στο κατηγορητήριο. «Είναι επιτακτική ανάγκη οι σχετικές ενέργειες να είναι άμεσες ώστε να μην παραγράφονται τα πειθαρχικά αδικήματα και να αποδίδεται πειθαρχική δικαιοσύνη», συμπλήρωσε ο κ. Ρακιντζής.

Σύμφωνα με το σχετικό έγγραφο του διοικητικού συμβουλίου του ΕΟΤ, η Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Δυτικής Ελλάδας είχε μετατραπεί σε γραφείο έκδοσης αδειών λειτουργίας πολυτελών ξενοδοχειακών μονάδων όχι μόνο χωρίς την υποβολή των απαραίτητων δικαιολογητικών αλλά ακόμα και 15 μήνες πριν κατασκευαστούν τα δωμάτια τους! Μάλιστα, οι αδειοδοτήσεις δίνονταν χωρίς καν να υπάρχει ανάλογο αίτημα του ιδιοκτήτη, ο οποίος εν συνεχεία επιχορηγούνταν πλουσιοπάροχα για το εν λειτουργία κατά τα λοιπά ξενοδοχείο του! Ειδικότερα, η υπηρεσία χορήγησε τον Ιούλιο του 2010 το ειδικό σήμα λειτουργίας(ΕΣΛ) σε παραθαλάσσια ξενοδοχειακή μονάδα της περιοχής του Πύργου Ηλείας. Όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο όμως, «δεν υπάρχει σχετικό αίτημα του ιδιοκτήτη για να γίνει επιθεώρηση προκειμένου να του χορηγηθεί το ΕΣΛ. Παρόλα αυτά του δόθηκε ΕΣΛ και χωρίς τα σχετικά δικαιολογητικά πυρασφάλειας, ελέγχου επιθεώρησης κλπ».

Επιπλέον, «στο ΕΣΛ που χορηγήθηκε και είναι προγενέστερος από τον αριθμό έγκρισης της λειτουργικής τακτοποίησης εμφανίζονται κλίνες που έχουν λειτουργικά τακτοποιηθεί 15 μήνες μετά»(!) ενώ το ξενοδοχείο μοριοδοτήθηκε στο σύνολό του παρά το ότι «δεν μπορεί να γίνει μοριοδότηση στις κλίνες που έχουν τακτοποιηθεί λειτουργικά διότι δεν έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το ΦΕΚ τεχνικών προδιαγραφών του ΕΟΤ». Στο συγκεκριμένο φάκελο δε, «δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί η εγκυρότητα της αρχιτεκτονικής μελέτης αφού δεν υπάρχει η αρχική έγκριση» ενώ οι τροποποιήσεις της μελέτης «δεν συνοδεύονται με τις αντίστοιχες αιτήσεις τροποποίησης μελέτης του ιδιοκτήτη». Για τις πράξεις αυτές διώχθηκαν πειθαρχικά οι αρμόδιοι υπάλληλοι επειδή χορήγησαν το ειδικό σήμα λειτουργίας χωρίς να τηρήσουν την νόμιμη διαδικασία, θεώρησαν και έλεγξαν τα σχέδια του φακέλου με σημαντικές ελλείψεις και παραλείψεις ενώ επιθεώρησαν και μοριοδότησαν την συγκεκριμένη μονάδα χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο «εύρυθμης» λειτουργίας, διώχθηκαν και οι προϊστάμενοι της εν λόγω υπηρεσίας αφού, εκτός των άλλων, «παρότι γνώριζαν ότι υφίσταται κώλυμα από την υπάλληλο να εκτελέσει το υπηρεσιακό της καθήκον σε μελέτες που έφεραν την υπογραφή του συζύγου της, αυτοί χρέωναν τις συγκεκριμένες μελέτες στην εν λόγω υπάλληλο δικαιολογώντας την πράξη τους με το ότι δεν πρόσεξε το όνομα του μηχανικού ο ένας διευθυντής και με το ότι ήταν σε διάσταση με τον σύζυγό της και πίστευε πως δεν υπήρχε θέμα, η άλλη διευθύντρια»! Παρόλα αυτά, όλοι οι εμπλεκόμενοι στην σοβαρή αυτή υπόθεση «αποκαταστάθηκαν» μέσω της παραγραφής των αδικημάτων αφού μεσολάβησαν 2 ολόκληρα χρόνια μέχρι η υπόθεση να βγει από τα υπηρεσιακά συρτάρια και να αρχίσει η πειθαρχική διαδικασία. Εμπλοκή υπήρξε και στην περιγραφή των αδικημάτων στο παραπεμπτήριο έγγραφο με αποτέλεσμα την παύση της δίωξης μια και όπως αναφέρεται στις σχετικές αποφάσεις, «δεν περιγράφονται σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το αποδιδόμενο στον υπάλληλο πειθαρχικό παράπτωμα, αφού δεν εξειδικεύονται αλλά κυρίως δεν προσδιορίζονται χρονικά οι πράξεις ή παραλείψεις στις οποίες προέβη ο διωκόμενος υπάλληλος σε συνάρτηση ή μη με τα υπηρεσιακά του καθήκοντα».