Μέτρα από την Πολιτεία, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των εισαγωγών ελαιολάδου το οποίο εν συνεχεία «ελληνοποιείται», ζητά ο Σύνδεσμος Ελαιοκομικών Προϊόντων Πιστοποιημένης Ποιότητας (Ελ3Π). 

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «η Πολιτεία οφείλει να λάβει άμεσα όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να προστατεύσει αυτό που όλοι αποκαλούμε «εθνικό μας προϊόν», αποτρέποντας τις εισαγωγές μη κανονικών ελαιολάδων και την εν συνεχεία ελληνοποίησή τους. 

Η φετινή ελαιοκομική περίοδος 2013/2014 είναι μια από τις χειρότερες των τελευταίων δεκαετιών, τόσο για τους ελαιοπαραγωγούς που βλέπουν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο, όσο και για τους σωστούς τυποποιητές, που υφίστανται τον αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ αδυνατούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην εσωτερική αλλά και διεθνή αγορά».

Συγκεκριμένα ο Σύνδεσμος αναφέρει τα εξής:

Δύο μήνες μετά το απολύτως τεκμηριωμένο υπόμνημα του Συνδέσμου των Ελαιοκομικών Προϊόντων Πιστοποιημένης Ποιότητας (Ελ3Π) που απέστειλε προς τα τρία συναρμόδια Υπουργεία και τη σχετική ερώτηση που επακολούθησε από 10 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, δόθηκε στη Βουλή απάντηση από τον υφ. Οικονομικών, Γ. Μαυραγάνη, καθώς και από τον υφ. Ανάπτυξης, Αθαν. Σκορδά. Επ’ αυτών το Δ.Σ. των Ελ3Π επισημαίνει τα εξής:

1) Πράγματι το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥπΑΑΤ), μέσω του ΕΦΕΤ έχει βασική αρμοδιότητα. Όμως, μέχρις στιγμής τουλάχιστον, δεν έχει υπάρξει από μέρους του ΥπΑΑΤ ούτε κάποια απάντηση, ούτε έχει συγκαλέσει κάποια σύσκεψη, όπως ο Σύνδεσμός μας είχε ζητήσει στο υπόμνημά του.

2) Το μεγαλύτερο μέρος της απάντησης του Υπ. Οικονομικών αναλώνεται στην εισαγωγή από 3ες χώρες και στον έλεγχο των τελωνείων. Όμως με το υπόμνημά μας ουδεμία τέτοια αναφορά είχαμε κάνει, ίσα-ίσα είχαμε διευκρινίσει και υπογραμμίσει ότι ο κίνδυνος εισαγωγών μη κανονικών ελαιολάδων και εν συνεχεία ελληνοποιήσεών τους προέρχεται από κοινοτικές χώρες (Ισπανία μέσω Ιταλίας).

3) Σε ό, τι αφορά στα τελωνεία, τα Ελ3Π δεν μίλησαν για έλεγχο αλλά για καταγραφή των εισερχομένων βυτίων κυρίως στα δυο λιμάνια Πάτρας και Ηγουμενίτσας. Αυτό θα αρκούσε και θα λειτουργούσε αποτρεπτικά όπως συνέβαινε μέχρι πριν λίγα χρόνια με έναν μόνο υπάλληλο στην Πάτρα που έκανε αυτή τη δουλειά. Μετά την καταγραφή κατά την είσοδο στη χώρα, ο ΕΦΕΤ ή/ και το ΣΔΟΕ έχουν κάθε δικαίωμα (και υποχρέωση) να ελέγξουν κατά το στάδιο της εκφόρτωσης και της εν συνεχεία διακίνησης του ελαιολάδου, κάτι που είναι υποχρεωτικό στο πλαίσιο της ιχνηλασιμότητας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 178/2002, άρθρο 18.

4) Επίσης στο υπόμνημά τους τα (Ελ3Π) είχαν θίξει και μια ακόμη σημαντική παράμετρο. Ως αναγνωρισμένη Οργάνωση Ελαιοκομικού Φορέα (ΟΕΦ) του κανονισμού (ΕΚ) 867/08 έχει το δικαίωμα βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 29/12 (σχετικά με τα πρότυπα εμπορίας) να ζητήσει από τις αρμόδιες κρατικές αρχές να προβαίνουν σε δειγματοληψίες και ελέγχους ώστε να εξακριβώνουν τυχόν αμφισβητούμενες ενδείξεις της σήμανσης των ελαιολάδων. Με την πρόσφατη (βλέπε κανονισμό 1335/2013) τροποποίηση του καν. (ΕΚ) 29/12 η υποχρέωση αυτή του κράτους- μέλους έχει γίνει ακόμη πιο αυστηρή και οφείλει να ενημερώνει σχετικά την Ευρ. Επιτροπή.

5) Όπως είχαμε επισημάνει το Νοέμβριο, το άνοιγμα τιμών μεταξύ ελληνικών και ισπανικών προσέφερε ένα αθέμιτο και εύκολο κέρδος 0,30 ευρώ/ κιλό, το οποίο, δύο μήνες αργότερα έχει διευρυνθεί στα περίπου 0,60 ευρώ/ κιλό, αποτελώντας ένα ακόμη μεγαλύτερο κίνητρο παράτυπων συναλλαγών. 

Κλείνοντας θα πρέπει για μια ακόμη φορά να υπογραμμίσουμε ότι η Πολιτεία οφείλει να λάβει άμεσα όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να προστατεύσει αυτό που όλοι αποκαλούμε «εθνικό μας προϊόν» αποτρέποντας τις εισαγωγές μη κανονικών ελαιολάδων και την εν συνεχεία ελληνοποίησή τους. Η φετινή ελαιοκομική περίοδος 2013/14 είναι μια από τις χειρότερες των τελευταίων δεκαετιών, τόσο για τους ελαιοπαραγωγούς που βλέπουν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο, όσο και για τους σωστούς τυποποιητές, που υφίστανται τον αθέμιτο ανταγωνισμό ενώ αδυνατούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην εσωτερική αλλά και διεθνή αγορά.