Στις 9 Μαΐου 2010 στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ συγκλήθηκε το Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σε μια ιστορική συνεδρίαση για να αποφασίσει ως προς το δανειακό πρόγραμμα σωτηρίας της Ελλάδας, ύψους 30 δισεκατομμυρίων ευρώ που είχε εισηγηθεί η διοίκηση του Ταμείου σε συνεργασία με την ηγεσία της Ευρωζώνης.

Μια ομάδα εργασίας του Ταμείου είχε μεταβεί στην Ευρώπη και είχε συνεργαστεί με τους ομολόγους της Ευρωζώνης για την σύνταξη του σχεδίου διάσωσης της Ελλάδας. Το ποσό που απαιτείτο ήταν τεράστιο (110 δις συνολικά) και πολλά κράτη-μέλη του ΔΝΤ εξέφραζαν ανησυχίες έως και αντιρρήσεις για το σχέδιο και το σκεπτικό της διάσωσης.

Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε από κάποια ρεπορτάζ για την στάση συγκεκριμένων κρατών (μέσω των εκπροσώπων τους) και τις αντιρρήσεις που εκφράστηκαν. Στις 19 Ιανουαρίου στην εφημερίδα ‛Έθνος της Κυριακής’, ο δημοσιογράφος Μιχάλης Ιγνατίου δημοσίευσε ένα μέρος αυτού του σημειώματος. Χθες όμως διέρρευσε το ενημερωτικό σημείωμα που αποτελεί την επίσημη περίληψη των πρακτικών της δραματικής εκείνης συνεδρίασης. Οι αντιρρήσεις και η κριτική επικεντρώθηκαν σε τέσσερεις άξονες: α) την καθυστέρηση στην κατάθεση του αιτήματος για βοήθεια, β) τις υπεραισιόδοξες προβλέψεις του προγράμματος, γ) Τους κινδύνους αποτυχίας του προγράμματος, και δ) την μη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

Η καθυστέρηση στην κατάθεση του αιτήματος

Σύμφωνα με την Αυστραλία, τον Καναδά, την Κίνα, την Ρωσία και την Ελβετία η καθυστέρηση οφειλόταν στις ελλείψεις της αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της επικοινωνιακής της στρατηγικής που φαινόταν ‛αποσπασματική’, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο των ΗΠΑ. Ο εκρπόσωπος της Γερμανίας ισχυρίστηκε ότι λόγω απουσίας τέτοιας πρόβλεψης από την Συνθήκη του Μάαστριχτ η Ευρωπαϊκή Ένωση έπρεπε επειγόντως να επινοήσει έναν μηχανισμό διάσωσης, ο οποίος έπρεπε να είναι πλήρως λειτουργικός.
Οι υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις για την ανάπτυξη

Οι εκπρόσωποι της Κίνας και της Ελβετίας τόνισαν ότι η ανάπτυξη της Ελληνικής Οικονομίας είναι αυτή που τελικά θα καθορίσει και την δυνατότητα βιώσιμης διαχείρισης του χρέους. Ακόμη και μια μικρή απόκλιση από τους βασικούς στόχους του προγράμματος θα προκαλέσει την αποτυχία επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, άρα θα υπονομευθεί και η βιωσιμότητα του χρέους. Τα στελέχη του Ταμείου απάντησαν ότι υπάρχει και πιθανότητα υπέρβασης των στόχων λόγω της αβεβαιότητας για το πραγματικό μέγεθος της παραοικονομίας.

Οι κίνδυνοι αποτυχίας του προγράμματος

Οι εκπρόσωποι της Αργεντινής, της Αυστραλίας, του Καναδά, της Βραζιλίας και της Ρωσίας τόνισαν ότι, λόγω της πρόβλεψης για διψήφιο ποσοστό δημοσιονομικής προσαρμογής, ενυπήρχαν ‛τεράστιοι’ κίνδυνοι στο πρόγραμμα, πέρα από την ίδια την αξιοπιστία του Ταμείου. Κάποιοι συνέκριναν την κατάσταση της Ελλάδας με εκείνη που αντιμετώπισε η Αργεντινή πριν από την κρίση του 2001. Ο Ρώσος εκπρόσωπος αντέτεινε ότι υπάρχουν και παραδείγματα επιτυχημένων εφαρμογών παρόμοιων παρακινδυνευμέων προγραμμάτων, εννοώντας τα προγράμματα της Βραζιλίας και της Τουρκίας. Τα στελέχη του Ταμείου αναγνώρισαν ότι υπήρχαν ‛εξαιρετικά υψηλοί’ κίνδυνοι στο πρόγραμμα, ιδιαίτερα σε ότι αφορούσε την βιωσιμότητα του χρέους, αναφέροντας ότι “βασικά, τα στελέχη του Ταμείου θεωρούν ότι το χρέος είναι βιώσιμο μεσοπρόθεσμα, αλλά οι σημαντικές αμφιβολίες για αυτό καθιστούν δύσκολο να αποφανθεί κανείς κατηγορηματικά ότι [η μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα] είναι ένα σενάριο με υψηλή πιθανότητα”.

Τα στελέχη του Ταμείου αναγνώρισαν επίσης ότι “το πρόγραμμα δεν θα επιτύχει αν δεν εφαρμοστούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Υπό αυτή την έννοια, η μεγαλύτερη πρόκληση για τις [Ελληνικές] αρχές θα είναι υπερνικήσουν τις αντιστάσεις που θα προβάλλουν τα οργανωμένα συμφέροντα”. Τα στελέχη του Ταμείου αναγνώρισαν ότι το πρόγραμμα σίγουρα θα υποβάλλει σε δοκιμασία την Ελληνική κοινωνία και ενημέρωσαν ότι πραγματοποίησαν συναντήσεις με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με μη-κυβερνητικούς φορείς και με συνδικάτα και εππαγγελματικούς φορείς. Το “εντυπωσιακό στοιχείο” είναι, είπαν τα στελέχη, “ότι ο ιδιωτικός τομέας στηρίζει πλήρως το πρόγραμμα, καθώς το θεωρεί μέσο για να μπει τέλος στα προνόμια του δημόσιου τομέα”.

Αναδιάρθρωση του χρέους

Οι εκπρόσωποι της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Ινδίας, της Ρωσίας και της Ελβετίας επισήμαναν ότι από το πρόγραμμα λείπει ένα βασικό στοιχείο: θα έπρεπε να περιλαμβάνει αναδιάρθρωση και ‛κούρεμα’ του χρέους μέσω συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα (PSI), ώστε να αποφευχθεί η “διάσωση των ιδιωτών πιστωτών της Ελλάδας, κυρίως των Ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων”, όπως ανέφερε ο εκπρόσωπος της Βραζιλίας. Ο εκπρόσωπος της Αργεντινής ήταν πολύ επικριτικός με το πρόγραμμα, λέγοντας ότι επαναλαμβάνει τα λάθη που έγιναν στην Αργεντινή πριν την κρίση του 2001, εννοώντας την υπερβολική δημοσιονομική προσαρμογή. Προς έκπληξη των άλλων Ευρωπαίων εκπροσώπων, ο Ελβετός εκπρόσωπος συμφώνησε με τις αντιρρήσεις που εκφράστηκαν για έλλειψη σχεδίου αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Τα στελέχη του Ταμείου αντέτειναν ότι η αναδιάρθρωση του χρέους “είχε αποκλεισθεί από τις ίδιες τις ελληνικές αρχές [debt restructuring has been ruled out by the Greek authorities themselves]”.

Παρ’ ότι υπήρχαν συζητήσεις για PSI, “ήταν αδύνατη η επανάληψη της εμπειρίας της Bank Coordination (‛Vienna Initiative 1.0’), λόγω της διασποράς των ελληνικών ομολόγων σε άγνωστο αριθμό πιστωτών”. Επίσης ο [τότε] Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος του ΔΝΤ Jοhn Lipsky επισήμανε ότι το 90% των ελληνικών ομολόγων δεν περιλάμβαναν ρήτρες συλλογικής δράσης (collective action clauses, CACs), κάτι που περιέπλεκε μια αναδιάθρωση ακόμη περισσότερο. Οι εκπρόσωποι της Ολλανδίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας “μετέφεραν στο Συμβούλιο τη δέσμευση των Τραπεζών των χωρών τους να συνεχίσουν να στηρίζουν την Ελλάδα και να διατηρήσουν τις τοποθετήσεις τους”.
‛Προτιμώμενος πιστωτής’ το ΔΝΤ

Ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ (υποστηριζόμενος από τους εκπροσώπους της Βραζιλίας και της Ελβετίας) υποστήριξε ότι λόγω του καθεστώτος ‛προτιμώμενου πιστωτή’ (preferred creditor status) που απολαμβάνει το ΔΝΤ, τα δάνεια προς την Ελλάδα θα προηγούνται σε καθεστώς από τα διμερή δάνεια της Ευρωζώνης. Τα στελέχη του Ταμείου επιβεβαίωσαν τον εκπρόσωπο των ΗΠΑ και ανέφεραν ότι κάτι τέτοιο δικαιολογείται από τον σκοπό του Ταμείου που είναι το δημόσιο συμφέρον και βρίσκεται σε συμφωνία με τους όρους του Paris Club.

Το δραματικό συμπεράσμα: Όλα τα μέρη φέρουν μερίδιο ευθύνης στην αποτυχία

Αυτό που μπορεί κάποιος να συμπεράνει κάνοντας μια πρώτη ανάγνωση του σημειώματος του ΔΝΤ είναι ότι οι περισσότεροι φόβοι και αντιρρήσεις που εκφράστηκαν από διάφορες χώρες στη δραματική αυτή συνεδρίαση επιβεβαιώθηκαν στη πράξη σε μεγάλο βαθμό.

Υπήρξε οδυνηρή καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για βοήθεια στην Ελλάδα, λόγω του γεγονότος ότι η Ευρωζώνη δεν είχε προβλέψει σχετικό μηχανισμό.

Οι υπεραισιοδόξες προβλέψεις για την ανάπτυξη (όρα συζήτηση για τους περίφημους ‛δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές’) τελικά υπονόμευσαν και την βιωσιμότητα του χρέους. “Ακόμη και μια μικρή απόκλιση από τους βασικούς στόχους του προγράμματος θα προκαλέσει την αποτυχία επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, άρα θα υπονομευθεί και η βιωσιμότητα του χρέους”, δήλωσαν οι εκπρόσωποι της Κίνας και της Ελβετίας και επιβεβαιώθηκαν περίτρανα.

Οι φόβοι των ίδιων των στελεχών για τους κινδύνους αποτυχίας του προγράμματος αποδείχθηκαν απόλυτα αληθινοί: “το πρόγραμμα δεν θα επιτύχει αν δεν εφαρμοστούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Υπό αυτή την έννοια, η μεγαλύτερη πρόκληση για τις [Ελληνικές] αρχές θα είναι υπερνικήσουν τις αντιστάσεις που θα προβάλλουν τα οργανωμένα συμφέροντα”. Η ιστορία απέδειξε ότι στην Ελλάδα τα οργανωμένα συμφέροντα είναι πιο ισχυρά από την πολιτική εξουσία και η συντριπτική πλειοψηφία των μεταρρυθμίσεων έμειναν κατά τη διάρκεια του πρώτου προγράμματος στο συρτάρι. Τα ίδια στελέχη πάλι του ΔΝΤ αναγνώριζαν από τότε ότι η διψήφια δημοσιονομική προσαρμογή θα θέσει σε δοκιμασία της ελληνική κοινωνία. Ελάχιστα πράγματα έγιναν για να βοηθηθεί η κοινωνία να ανταπεξέλθει σε αυτή τη ‛δοκιμασία’.

H αναδιάρθρωση και το ‛κούρεμα’ του χρέους θα βοηθούσαν σε μεγάλο βαθμό να γίνει πιο ήπια η δημοσιονομική προσαρμογή και -πιθανότατα- θα καθιστούσαν βιώσιμο το ελληνικό χρέος σε συντομότερο ορίζοντα, με προβλεπόμενο αποτελέσμα να μην υπάρξει τόσο μεγάλο κύμα φυγής καταθέσεων, άρα και πολύτιμης ρευστότητας από την Ελληνική Οικονομία. Το έγγραφο του ΔΝΤ σαφώς επιβαρύνει την επιχειρηματολογία της Κυβέρνησης Παπανδρέου αναφέροντας ξεκάθαρα πως η αναδιάρθρωση και το ‛κούρεμα’ “είχαν αποκλεισθεί από τις ίδιες τις ελληνικές αρχές”. Γνωρίζουμε όμως ότι κάτι τέτοιο είχε ήδη αποκλεισθεί από τις Κυβερνήσεις της Γερμανίας, της Γαλλίας και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και παράλληλα επικρεμόταν η απειλή για έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, χωρίς να υπάρχει η βεβαιότητα ότι η αναδιάρθρωση του χρέους θα οδηγούσε απαραίτητα σε μια τέτοια εξέλιξη. Είναι γεγονός πάντως ότι η όποια συζήτηση για αναδιάθρωση χρέους είχε τότε δαιμονοποιηθεί.

Κάθε μέρος λοιπόν αυτής της πολύπλευρης συμφωνίας απέτυχε σε κάποιο μέρος του συνολικού σχεδιασμού. Η Τρόικα όσον αφορά τις υπεραισιόδοξες προβλέψεις για την ανάπτυξη και την υπερβολικά μεγάλη δημοσιονομική προσαρμογή. Η Ευρωζώνη ως προς την καθυστέρηση στην δημιουργία ενός βοηθητικού μηχανισμού και την επιμονή της στο να μην υπάρξει αναδιάρθρωση και ‛κούρεμα’ του χρέους. Και τέλος η Κυβέρνηση Παπανδρέου για την άρνηση ή αδυναμία της να εφαρμόσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.


yanniskoutsomitis.wordpress.com