Ενός λεπτού σιγή για την ανθρωπιά που χάσαμε, ή μάλλον γι’ αυτήν που ξεπουλήσαμε, σαν τα ακίνητα στους πλειστηριασμούς. «Καρχαρίες χρημάτων», κατασπαράζουν το «αίμα» του πονεμένου Έλληνα. Τόνοι ευρώ και δολαρίων, στοιβάζονται από τη διάλυση, τα δάκρυα και τα αναφιλητά ενός ανθρώπου. Μια χώρα ξετινάχτηκε, από εμπρηστές οικονομίας.

Ψιλά γράμματα παραλείφθηκαν να διαβαστούν. Ο διάβολος υπάρχει ακόμα και στη λεπτομέρεια. Ένα τέχνασμα. Μια κατασκευασμένη οικονομική κρίση. Μια ελεγχόμενη δολοφονία της ελληνικής αγοράς, των ομολόγων, από οικονομικούς τρομοκράτες και τους εκάστοτε «κυβερνήτες».

Εργοδότες απολύουν, πτωχεύουν, εκμεταλλεύονται. Ο «κατώτατος» έχει φτάσει στα τάρταρα, κι αν σε πληρώσουν. Οι πλείστοι δεν πληρώνουν. Προσφέρουν εργασία στα πλαίσια του νέου «κινήματος» «εργασιοθεραπεία κατά της ανεργίας». Υπάλληλοι μένουν ανασφάλιστοι. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ, σκυμμένο το κεφάλι, πιστοί και υπάκουοι στις εντολές του κυρίου διευθυντά. Χιλιάδες, Έλληνες μεταναστεύουν σε χώρες μακρινές για ένα πιάτο φαί και λίγη αξιοπρέπεια.

Και από την άλλη, υπάλληλοι , εκμεταλλεύονται και κλέβουν τους εργοδότες τους. Είναι , βλέπετε και οι άνθρωποι που πληρώνουν ακόμα και όταν δεν υπάρχει κέρδος από την παραγωγή. Πολλοί όμως, είναι αυτοί που έμαθαν να δαγκώνουν το χέρι που τους ταΐζει. Καθοδηγούμενοι από το τέρας του εγωισμού και του κομπλεξισμού, αφού οι ίδιοι δεν έγιναν «μεγάλοι και τρανοί».

Τα νοσοκομεία έχουν κι αυτά τη δική τους πρωτιά στη διαφθορά. Αν δεν δώσεις φακελάκι, είναι απλό, πεθαίνεις. Τη λίστα αναμονής δεν την περπατάς με τίποτα. Μένεις εκεί, στο ίδιο νούμερο μέχρι να ‘ρθει η στιγμή που θα «περάσεις απέναντι» και θα εγκαταλείψεις το μάταιο τούτο κόσμο. Σε ένα σύστημα υγείας, ανύπαρκτο. Τα φάρμακα, δεν τα συζητώ, τα ψάχνεις, σαν το παπά που παίζαμε μικροί, με τη διαφορά ότι τον παπά τον βρίσκαμε, ενώ τα φάρμακα τα ψάχνουμε ακόμη.. Αλλά τι να πεις. Ο κύριος «Μπουμπούκος», δεν ευκαιρεί να ασχοληθεί και με, τα, του υπουργείου του, παρελαύνει στα κανάλια.

Παιδιά, κακοποιήθηκαν. Πουλήθηκαν. Όπως η Μαρία και η κάθε Μαρία. Άλλα δολοφονήθηκαν. Ένα από τα παιδιά που έχουν καταδικαστεί για τη δολοφονία του, μικρού Άλεξ από τη Βέροια, μίλησε, στην εκπομπή «Μίλα», της Τατιάνας Στεφανίδου και αποκάλυψε, πως κάποιοι ξέρουν που είναι θαμμένος ο Άλεξ. «Κάποιοι ξέρουν, αλλά δεν μιλούν».

Ένα παιδί εξιστορεί ένα φόνο!!! «Καθόμασταν όλοι μαζί και από μπροστά μας πέρασε ο Άλεξ. Του είπαμε, τι κάνεις ρε γιαλαμπούκα; Σταματήστε, μας απάντησε. Αρχίσαμε να τον κυνηγάμε, μέχρι που τον πιάσαμε και αρχίσαμε να τον δέρνουμε. Όταν κατάφερε να ξεφύγει, ένας από τους Έλληνες του έβαλε τρικλοποδιά και έπεσε από τα σκαλιά. Ο Άλεξ, χτύπησε στο πίσω μέρος της κεφαλής. Ο 11χρονος Έλληνας, έβαλε το αυτί του στην καρδιά του και μας είπε: «δε κτυπάει, δεν αναπνέει». Σκουπίσαμε τα αίματα, τους είπα να καλέσουμε ασθενοφόρο, αλλά μου απάντησαν: θα μπλέξουμε. Στεναχωρηθήκαμε, τρομοκρατηθήκαμε, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Τον μεταφέραμε στο εγκαταλελειμμένο σπίτι, στην πλατεία και τον αφήσαμε εκεί όλο το βράδυ.

Εγώ εκείνη τη νύχτα, δεν κοιμήθηκα καθόλου, το σκεφτόμουνα όλη την ώρα. Την επόμενη μέρα, που συναντηθήκαμε, μου είπανε οι Έλληνες, ότι το είπανε στον παππού και στον μεγάλο αδερφό. Δεν κάναμε τίποτα και την τρίτη μέρα τον βγάλαμε και τον πήγαμε στο ποτάμι. Διασχίσαμε όλη την πόλη. Όταν φθάσαμε, κάθισα, πάνω στη γέφυρα. Οι δύο Έλληνες τον κρατούσαν και κατέβαιναν στο ποτάμι, ενώ οι δύο Ρουμάνοι βρίσκονταν από πίσω. Τους είδα να τον αφήνουν στο πλατύσκαλο και στη συνέχεια, έφυγα γιατί δεν άντεχα άλλο». Παιδιά, σκοτώνουν παιδιά. Μάτωσαν τα χέρια τους. Αμαύρωσαν την ψυχή τους. Υπάρχει χειρότερο; Έλληνες συνεχίζουν να σκοτώνουν Έλληνες. Και κάποιοι άλλοι συνεχίζουν να τους καλύπτουν.

Άραγε νιώθει κανείς, ενοχές; Ακούει κανείς; Βλέπει; Αισθάνεται; Ή όλα για το τομάρι μας; Ενός λεπτού σιγή, στα πάντα που δεν μοιραστήκαμε. Στα πράγματα που πήραμε και δεν ήτανε δικά μας. Στα συγνώμη που δε ζητήσαμε. Στους ανθρώπους που πατήσαμε. Σε όσους εκμεταλλευτήκαμε. Στα σ΄ αγαπώ που δεν είπαμε. Στην ντροπή που έγινε ανύπαρκτη. Ενός λεπτού σιγή στην ανθρωπιά που μόλις χάσαμε.

Της Έλλης Αυξεντίου αναδημοσίευση από mignatiou.com