Ανησυχητικές διαστάσεις λαμβάνει, πλέον, το φαινόμενο του Διαδικτυακού εκφοβισμού τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στον ελλαδικό χώρο. Αφορά, επί το πλείστον, ανήλικους χρήστες του κυβερνοχώρου, χωρίς, όμως, να αποκλείεται η συμμετοχή ενήλικων ατόμων σε μία λανθάνουσα και προβληματική ηλεκτρονική επικοινωνία.

Ο διαδικτυακός εκφοβισμός ή cyber – bullying σχετίζεται περισσότερο με τη διατάραξη (προσβλητική συμπεριφορά, απειλές, παρενόχληση) της ηλεκτρονικής δραστηριότητας ενός παιδιού, κυρίως, από ομηλίκους του.

Το άτομο (θύμα) που δέχεται διαδικτυακό εκφοβισμό αλλά και εκείνο (θύτης) που τον προκαλεί με τις ενέργειες και τη συμπεριφορά του, βάσει επίσημων ερευνών, έχουν ηλικία 12 – 16 ετών.

Η ιδιομορφία του διαδικτυακού εκφοβισμού έγκειται στην ηλεκτρονική του διάσταση και στο, γεγονός, ότι μπορεί να υποκινηθεί με πολλαπλούς τρόπους οι οποίοι έχουν ως κύριο σκοπό να δημιουργήσουν δυσάρεστες καταστάσεις και συναισθήματα στο άτομο που έχει επιλεγεί για εκφοβισμό.

Η σκιαγράφηση του εν λόγω φαινομένου, περιγράφεται ως εξής: παρεμβάσεις στο διαδικτυακό χώρο του ανήλικου χρήστη (συχνή αποστολή επικριτικών ή απειλητικών μηνυμάτων, πρόσκληση τρίτων για συμμετοχή στη διαδικτυακή παρενόχληση), κακόβουλες ενέργειες (διαδικτυακή επικοινωνία υποδυόμενοι το θύμα, κοινοποίηση στοιχείων και φωτογραφιών σε άλλους παραλήπτες), παραβίαση των ατομικών – ηλεκτρονικών δεδομένων (εισβολή σε προσωπικούς λογαριασμούς και υιοθέτηση της ηλεκτρονικής του ταυτότητας).

Η συμπτωματολογία που, είναι δυνατόν, να οδηγήσει σε cyber – bullying συνίσταται σ’ ένα πλαίσιο, νεανικής βίας που συνδέεται άμεσα με τη δυσλειτουργική προσαρμογή του παιδιού – θύτη στο σχολικό, οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Τα παιδιά αυτά, εμφανίζουν στοιχεία χαμηλής αυτοεκτίμησης, επιδιώκουν να γίνονται το επίκεντρο της προσοχής, επιδεικνύουν τις δυνάμεις τους για επιβολή εξουσίας, αδυνατούν να διαχειριστούν το θυμό τους ή μπορεί να έχουν υπάρξει θύματα εκφοβισμού κατά το παρελθόν.

Σαφώς, ο διαδικτυακός εκφοβισμός συνεπάγεται σοβαρές επιπτώσεις για το θύμα όπου βρίσκεται εγκλωβισμένο σ’ ένα, άκρως, αρνητικό περιβάλλον. Οι επιθέσεις που δέχεται, τις περισσότερες φορές, γεννούν αισθήματα ενοχής ενώ η ψυχολογική πίεση που υφίσταται είναι πιθανόν να οδηγήσει σε αποχή από το σχολείο, εσωστρέφεια, και γενικότερα κοινωνική απομόνωση.

Επίσης, ενδέχεται τα άτομα που έχουν βιώσει διαδικτυακό εκφοβισμό, μελλοντικά, να εκδηλώσουν προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις και επαφές. Αντιστοίχως, κι εκείνοι που έχουν το ρόλο του εκφοβιστή υπάρχουν, αρκετές, πιθανότητες να εμφανίσουν αντικοινωνική συμπεριφορά και αστάθεια στις κοινωνικές τους σχέσεις.

Η προσέγγιση του θέματος, κυρίως, από τους γονείς, πρέπει να διακρίνεται από ιδιαίτερη προσοχή και να συνίσταται σε πολύ-επίπεδες παρεμβάσεις που να στοχεύουν στη, καταλληλότερη, διαχείριση του προβλήματος.

Συγκεκριμένα, ο σχεδιασμός λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση του διαδικτυακού εκφοβισμού χρειάζεται να περιλαμβάνει: ενθάρρυνση των παιδιών – θυμάτων από τους γονείς ώστε να αποκαλυφθεί το πρόβλημα και να καμφθεί κάθε είδους δισταγμός ή προβληματισμός, συζήτηση με τα παιδιά – θύτες προκειμένου να κατανοήσουν, όσο είναι δυνατόν, τις επιπτώσεις αυτής καθαυτής της πρακτικής.

Ακόμα, απαραίτητη θεωρείται η συνεργασία με τους παιδαγωγούς ή ειδικούς επιστήμονες (όπου χρειαστεί) για να ακολουθηθεί μια κοινή γραμμή απέναντι σε παιδιά που δέχονται εκφοβισμό ή σε παιδιά που πράττουν ηλεκτρονικό εκφοβισμό, καθώς και η ενημέρωση της αρμόδιας υπηρεσίας δίωξης ηλεκτρονικών εγκλημάτων (σε ακραίες περιπτώσεις) ώστε να οριστούν προϋποθέσεις ασφαλούς περιήγησης στο διαδίκτυο.

Τέλος, αναμφισβήτητα το διαδίκτυο προσφέρει άπειρες δυνατότητες και σημαντικά οφέλη. Ταυτόχρονα, όμως, εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους οι οποίοι αν δεν αναγνωριστούν και περιοριστούν, πιθανότατα να επισκιάσουν τη θετική επίδραση της διαδικτυακής επιμόρφωσης…

Γιώργος Σαριδάκης
Κοινωνικός Λειτουργός