Ήμουν πολύ μικρή στη ζοφερή περίοδο 1967-1974. Έτσι δεν θυμάμαι πως ήταν εκεί-νη η καταπίεση. Από όσα έχω ακούσει, αντιλαμβάνομαι ότι (μεταξύ άλλων) υπήρχαν απαγορεύσεις ως προς το τι μπορεί να κάνει ο πολίτης και επιβολή (εκ μέρους της κυ-βέρνησης) να εκτελούνται όλες οι εντολές του καθεστώτος.

Μετά το 1974, υποτίθεται ότι ζούμε σε μια ευνομούμενη δημοκρατία όπου τα δι-καιώματά μου είναι ίδια με όλων των άλλων και έχω τη δυνατότητα της αυτοδιάθεσης. Δεν πάω σε κανένα στάδιο να χειροκροτήσω κάποιο δικτάτορα, μπορώ να ακούω όσο Μίκη Θεοδωράκη θέλω, και μπορώ να εργαστώ όταν και όποτε θέλω αρκεί στον και-ρό της ανεργίας να έχω δουλειά.

Υποτίθεται έγραψα και θα εξηγήσω γιατί! Σκεφτείτε ότι εργάζομαι στον Μαρινόπουλο, ή στο Hondos, ή στη Ζara ή στην ΔΕΗ. Λόγω ιδεολογικής τοποθέτησης δεν απεργώ κι έτσι τη περασμένη Τετάρτη πήγα στη δουλειά μου. Αλλά δεν μπόρεσα, αφού ένα τεράστιο κουρελοπανό, και μερικά άτομα με ντουντούκες είχαν περιζώσει το κτίριο της εταιρείας αποκλείοντας τη πρόσβαση. Πλησίασα και τους εξήγησα ότι λόγω της ιδεολογίας μου, είμαι κατά της απεργίας και ζήτησα να μου επιτρέψουν να μπω.

 Η μικρή ομάδα μαζεύτηκε γύρω μου απειλητικά, κάποιος με «έσπρωξε» λίγο, κάποιος άλλος με είπε φασιστοειδές κι ένας νευρικός κύριος που έδειχνε σαν αρχηγός τους με οδήγησε κάπως άγρια μακριά από το κτίριο απαγορεύοντας μου την είσοδο στο γραφείο μου. Απευθύνθηκα στον αρχισυνδικαλιστή της εταιρείας, που την ώρα εκείνη έπινε καφέ με τον πρώην αρχισυνδικαλιστή της εταιρείας που τώρα έχει εκλεγεί βουλευτής ενώ προσδοκά και μια θέση στο πολυμελές υπουργικό συμβούλιο.

 Μου απάντησε ήρεμα: τι να κάνουμε η απεργία πρέπει να πετύχει, και έκλεισε το τηλέφωνο. Ζήτησα βοήθεια από την αστυνομική δύναμη για να μπω στο γραφείο μου αλλά μου εξήγησαν ότι είναι εκεί απλά για να μην γίνει καμιά φασαρία και καεί κανείς άνθρωπος όπως έγινε πέρυσι στη Marfin….

Έτσι την Τετάρτη 11 Μαΐου, εγώ ο απλός εργαζόμενος που δεν είμαι μέλος κανενός κομματικού οργανισμού, οπότε δεν έχω ποτέ ελπίδα να γίνω συνδικαλιστής ή βου-λευτής ή έστω διευθυντής, κατάλαβα ότι ζω σε χούντα. Η οποία αποφασίζει πότε και αν θα εργαστώ, πως θα εργαστώ και πόσο, ακόμα και αν θα ζήσω. Μια χούντα που περιφρουρεί τα δικά της δικαιώματα (δείτε ποιοι ταξιδεύουν διαρκώς στα αεροπλάνα και στις Βρυξέλλες, συνδικαλιστές, εκπρόσωποι κομμάτων και διευθυντικοί σφουγ-γοκωλάριοι του (κάθε) κυβερνώντος κόμματος.

 Πρόσφατα στην εποχή αυτή που τα εργασιακά δικαιώματα έχουν άγρια καταπατηθεί εργαζόμενος ζήτησε από τον Επικε-φαλής-αρχισυνδικαλιστή νόμιμη βοήθεια για να προασπίσει την εργασία του. Η απά-ντηση του; «Έλα μωρέ θα πάρω εγώ τον τάδε τηλέφωνο να βρείτε»…βλέπετε τα καλά ρουσφέτια αρχίζουν από τις χαμηλές θέσεις του συνδικαλισμού και φτάνουν μέχρι τα υπουργικά γραφεία.

Εγώ, ο εργαζόμενος μένω δίχως δικαιώματα, δίχως φωνή, δίχως εκπρόσωπο να με στηρίξει στις δύσκολες ώρες που περνώ. Κι αντιλαμβάνομαι ολοένα και περισσότερο ότι ζω σε μια χούντα που μου στερεί τα δικαιώματά μου! Μια χούντα που μου απα-γορεύει την εργασία, την ενημέρωση, την ελευθερία του λόγου. Κι είναι η χούντα όχι των συνταγματαρχών, αλλά των συνδικαλιστών.

 Μια χούντα που σήμερα ξεσκίζει ότι απέμεινε στα απομεινάρια της νεκρής Ελλάδας. Διώχνει κουραζιερόπλοια, διοικεί οργανισμούς και υπουργεία, καίει ζωντανούς ανθρώπους, κι αποφασίζει τι πρέπει να κάνω εγώ.

Η χούντα των συνδικαλιστών. Να την χαιρόμαστε!

Η Μαύρη Γάτα
(και για την αντιγραφή Μάγια Ε. Σπανουδάκη)