Ο 78χρονος Βασίλης Δημητρίου είναι ο τελευταίος ζωγράφος κινηματογραφικών πινακίδων στην χώρα μας και από τους τελευταίους στην Ευρώπη. Διαβάστε την συγκινητική ιστορία του

Αθήνα: Το πρόσωπο του Λεονάρντο ντι Κάπριο λάμπει θριαμβευτικά στην μεγάλη πινακίδα έξω από τον κινηματογράφο "Αθήναιον" στους Αμπελόκηπους, διαφημίζοντας την ταινία του "Ο λύκος της Wall Street".
Ο δημιουργός της vintage αφίσας που φέρνει στο μυαλό μια άλλη κινηματογραφική εποχή, είναι ο 78χρονος Βασίλης Δημητρίου.

Ο κ. Βασίλης μπορεί να μην έχει γνωρίσει από κοντά κάποιον σταρ του Χόλιγουντ, αλλά έχει ζωγραφίσει εκατοντάδες από αυτούς. Από τα 15 του χρόνια και σχεδόν κάθε βδομάδα, απαθανατίζει θρύλους της μεγάλης οθόνης σε ονειρικές απεικονίσεις έρωτα, θυμού, υπερηφάνειας ή πειρασμού, κάποιες φορές επιδέξια και κάποιες όχι αλλά πάντα με ταλέντο.

Οι ήρωες απεικονίζονται σαν από σελίδες κόμικ σε μια ομίχλη φωτός και σκιάς και μια ατμόσφαιρα που αιωρείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και την φαντασία. Στην ψηφιακή εποχή του DVD και του ίντερνετ εκείνος σχηματίζει ρομαντικές εικόνες που θυμίζουν μια πιο vintage εποχή κινηματογραφικών περιοδικών που επικρατούσαν οι στάρλετ με το τσιγάρο.

Σήμερα είναι ο τελευταίος ζωγράφος κινηματογραφικών πινακίδων εν ζωή στην Ελλάδα και ένας από τελευταίους στην Ευρώπη με την τέχνη του πια να βρίσκεται στα πρόθυρα της εξαφάνισης.

Όταν ο βουβός κινηματογράφος απογειωνόταν την δεκαετία του '20, τα στούντιο του Χόλιγουντ προσέλαβαν γραφίστες για να μεταφέρουν την αίγλη και τον ενθουσιασμό των νέων κυκλοφοριών, δημιουργώντας χειροποίητους πίνακες που κοσμούσαν τους κινηματογράφους. Η άνοδος της αυτοκίνησης βοήθησε την άνθηση μιας βιομηχανίας  που ζωγράφιζε τέτοιες πινακίδες σε αυτοκινητόδρομους σε Αμερική, Ευρώπη, Αφρική και Ασία.

 

Αλλά σε μια εποχή μαζικής εκτύπωσης, η χειροποίητη αυτή τέχνη έχει εκλείψει. Ελάχιστοι σαν τον κ. Δημητρίου κρατούν την παράδοση ζωντανή.

"Η ζωγραφική είναι πάντα στο μυαλό μου" είπε πρόσφατα ένα βράδυ στο γεμάτο δοχεία χρωμάτων και καμβάδες ατελιέ του. "Όταν τελειώσω μια αφίσα και αναρτηθεί στον κινηματογράφο, ένα συναρπαστικό συναίσθημα με κατακλύζει γνωρίζοντας ότι οι περαστικοί που θα το δούνε θα νιώσουν λίγη από την μαγεία" λέει.

 

Ο ίδιος πάσχει από την νόσο του Parkinson με το αριστερό του χέρι να έχει το μεγαλύτερο πρόβλημα κάτι που τον εμποδίζει να ανεβαίνει σκάλες εύκολα, ενώ το χέρι του κουράζεται εύκολα πια μετά από ατελείωτες ώρες κρατώντας ένα πινέλο, αλλά τίποτα από αυτά δεν είναι ικανό να ανακόψει τον κ. Βασίλη.

 

Αθηναίοι κάθε ηλικίας είναι εξοικειωμένοι με το έργο του, ακόμα και αν λίγοι τον έχουν γνωρίσει από κοντά. "Υπήρχε κάτι στυλιζαρισμένο και νοσταλγικό στις αφίσες" λέει ο κ. Γιώργος Αθανασόπουλος, 50 χρονών, που σαν παιδί θυμάται τον εαυτό του αποσβολωμένο να θαυμάζει τις αφίσες. "Σήμερα όλες οι αφίσες είναι παντού ίδιες αλλά αυτό που κάνει εκείνος είναι πολύ ιδιαίτερο" συμπληρώνει.

Για έναν άνθρωπο της ηλικίας του ο κ. Δημητρίου έχει ένα αρκετά δύσκολο πρόγραμμα. Για κάθε αφίσα χρειάζεται τρεις με τέσσερις μέρες για να την ολοκληρώσει, ενώ ζωγραφίζει μια ή δύο αφίσες την εβδομάδα για το Αθήναιον, στο οποίο εργάζεται για περισσότερα από 40 χρόνια. Είναι το τελευταίο σινεμά της πόλης που απορρίπτει τις τυπωμένες αφίσες ταινιών.

Φορώντας ένα μάλλινο σκουφί και μια μαύρη ζακέτα, δείχνει ένα λεύκωμα με τις δημιουργίες του: Ο εξορκιστής, Λολίτα, Blow και εκατοντάδες άλλες ταινίες όλα αυτά τα χρόνια έχουν περάσει από το πινέλο του.

Τα παιδικά χρόνια

Ο κ. Δημητρίου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κυψέλη από φτωχή οικογένεια και χωρίς την πατρική φιγούρα καθώς ο πατέρας του πολέμησε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Από μικρή ηλικία ξεκίνησε να ζωγραφίζει και γρήγορα τον κυρίευσε το πάθος για την ζωγραφική. Ελλείψει χρημάτων για μολύβια ή ακόμα και χαρτί, έκλεβε κιμωλίες και σχεδίαζε τα σκίτσα του στα πεζοδρόμια.

Στην συνέχεια ο πόλεμος συνέτριψε τα παιδικά του όνειρα. Όταν έκλεισε τα 8 χρόνια, οι Ναζί εισέβαλαν στο σπίτι τους και συνέλαβαν τον πατέρα του. Ως εκ θαύματος, ο πατέρας του κατάφερε να επιζήσει από την εκτέλεση και να ξεφύγει. Αφού σύρθηκε από έναν μαζικό τάφο κατάφερε να γυρίσει σπίτι του καλυμμένος με αίματα. Παρόλα αυτά πήγε να μείνει με τους συντρόφους του και συνέχισε να μάχεται ενάντια στους Γερμανούς. Ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπε τον πατέρα του για τα επόμενα 2 χρόνια.

Ο μικρός τότε Βασίλης βρήκε καταφύγιο στις ζωγραφιές του και με την λήξη του πολέμου θα έκανε το μεγάλο του άλμα.

 

Απένταρος, εκείνος και οι φίλοι του σκαρφάλωναν δέντρα έξω από ένα θερινό σινεμά για να δούνε ταινίες χωρίς εισιτήριο. Ένα βράδυ έγιναν αντιληπτοί από τον ιδιοκτήτη ο οποίος τους κυνήγησε. Εκείνος για να ξεφύγει πήδηξε μέσα στο σινεμά όπου τον βούτηξε ο χειριστής του προβολέα και του πρότεινε να δουλέψει στο σινεμά εθελοντικά με αντάλλαγμα να παρακολουθεί τις ταινίες.

Σύντομα ο διευθυντής του κινηματογράφου παρατήρησε το ταλέντο του μικρού στην ζωγραφική και του ζήτησε να δοκιμάσει να ζωγραφίσει αφίσες για τις ταινίες. "Ερμήνευα τις σκηνές με τον τρόπο που εγώ ήθελα" θυμάται ο ίδιος ο κ. Δημητρίου. Οι αγαπημένοι του αστέρες είχαν την καλύτερη αντιμετώπιση. "Αν έβλεπα τον Gary Cooper και τον Marlon Brando θα ζωγράφιζα τον Brando που είχε μια πιο άγρια γοητεία". Σύντομα θα ζωγράφιζε για 10 κινηματογράφους στην περιοχή της πρωτεύουσας.

 

Για τον κ. Δημητρίου ήταν μια χρυσή εποχή για τον κινηματογράφο. "Τότε, φορούσαμε κουστούμι και γραβάτα για να πάμε στον κινηματογράφο και οι γυναίκες φορούσαν όμορφα φορέματα. Στο διάλλειμα της ταινίας πολλοί από το κοινό θα πήγαιναν στο φουαγιέ να πιουν ένα ποτό και να συζητήσουν για την ταινία. Τώρα πια αυτό δεν γίνεται."

Βλέποντας τον να δουλεύει αθόρυβα και μεθοδικά, καταλαβαίνεις πόσο πολύ αγαπάει αυτό που κάνει. Για να μην τρέξουν τα χρώματά του από την βροχή πάνω στην αφίσα, βράζει κόλλα σε έναν αυτοσχέδιο φούρνο και την αναμιγνύει με τα χρώματα.

 

Μετά από ώρες δουλειάς και όταν η αφίσα είναι έτοιμη, πάει με τον γαμπρό του στο Αθήναιον για να την κρεμάσει στην είσοδο του κινηματογράφου. Ένας άνδρας τον πλησίασε και τον αγκάλιασε, "Είμαι μεγάλος σας θαυμαστής" είπε.

Αργότερα στο ατελιέ του ο κ. Δημητρίου αναστέναξε. "Η αναγνώριση είναι ευχάριστη αλλά και πάλι είναι λυπηρό να γνωρίζεις ότι το επάγγελμα πεθαίνει. Όσο έχω τις δυνάμεις να ζωγραφίζω θα το κάνω. Θα σταματήσω μόνο όταν σταματήσω να αναπνέω."

 

news247.gr με πληροφορίες από: nytimes