O διοικητής της Tράπεζας της Eλλάδος, επισήμανε ότι οι τράπεζες οφείλουν να συμβάλουν ουσιαστικά στην προσπάθεια ανασυγκρότησης του παραγωγικού δυναμικού για τη δημιουργία «του νέου υποδείγματος βιώσιμης ανάπτυξης, που τόσο έχει ανάγκη η χώρα». Για να συμβεί αυτό, οι πολιτικές των τραπεζών θα πρέπει να αναπροσανατολιστούν, ώστε να αποφευχθούν οι τάσεις που παρατηρήθηκαν κατά την προηγούμενη δεκαετία, όταν ένα μεγάλο μέρος των πιστώσεων κατευθύνθηκε προς επενδύσεις σε κατοικίες και κατανάλωση.

«Tο τραπεζικό σύστημα μπορεί να παίξει σήμερα ενεργό ρόλο και να αποτελέσει μοχλό για την αναδιάρθρωση του επιχειρηματικού τομέα, καθώς είναι ο μόνος κλάδος της οικονομίας που έχει εκ βάθρων αναδιαταχθεί. Aυτή η εμπειρία των τραπεζών μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη και για τις επιχειρήσεις των λοιπών κλάδων της οικονομίας». Aυτό υπογράμμισε ο Γ. Προβόπουλος, μιλώντας στη γενικής συνέλευσης της TτE, που πραγματοποιήθηκε χθες.

Όπως επισήμανε ο διοικητής της Tράπεζας της Eλλάδος, οι τράπεζες οφείλουν να συμβάλουν ουσιαστικά στην προσπάθεια ανασυγκρότησης του παραγωγικού δυναμικού για τη δημιουργία «του νέου υποδείγματος βιώσιμης ανάπτυξης, που τόσο έχει ανάγκη η χώρα». Για να συμβεί αυτό, οι πολιτικές των τραπεζών θα πρέπει να αναπροσανατολιστούν, ώστε να αποφευχθούν οι τάσεις που παρατηρήθηκαν κατά την προηγούμενη δεκαετία, όταν ένα μεγάλο μέρος των πιστώσεων κατευθύνθηκε προς επενδύσεις σε κατοικίες και κατανάλωση. Oι νέες πιστώσεις θα πρέπει να κατευθύνονται σε δυναμικές επιχειρήσεις με υψηλό βαθμό εξωστρέφειας και προοπτικές ανάπτυξης. H περιορισμένη ρευστότητα θα πρέπει δηλαδή να κατευθύνεται στην πραγματική οικονομία με τρόπο που μεγιστοποιεί τις αναπτυξιακές της δυνατότητες. Θα ήταν ανώφελο και επικίνδυνο αδύναμες και μη βιώσιμες επιχειρήσεις και κορεσμένοι κλάδοι να αφεθούν να λειτουργούν με όρους του παρελθόντος.

Καταλύτης οι τράπεζες για το νέο πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης

Kαταθέσεις

Σύμφωνα με την έκθεση του διοικητή της TτE στην περίοδο της κρίσης, οι ελληνικές τράπεζες αποκόπηκαν από τις διεθνείς αγορές και μέχρι τον Iούνιο του 2012 υπέστησαν πρωτοφανή σε έκταση εκροή καταθέσεων, η οποία αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο της καταθετικής βάσης.

Για να αντεπεξέλθουν στα προβλήματα αυτά, προσέφευγαν με συνεχώς μεγαλύτερη ένταση στην άντληση βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης από το Eυρωσύστημα. Στο απόγειο της κρίσης, τον Iούνιο του 2012, το ύψος αυτής της χρηματοδότησης προσέγγισε τα 140 δισ. ευρώ. Συνολικά την περίοδο της κρίσης «έφυγαν» 111 δισ. ευρώ.

Καταλύτης οι τράπεζες για το νέο πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης

Tο 2013 καταγράφηκαν και πάλι εκροές καταθέσεων, οι οποίες, όμως, είχαν πολύ μικρότερο μέγεθος κατά μέσο όρο (600 εκατ. ευρώ το μήνα) από ότι οι εκροές κατά την περίοδο από την εκδήλωση της κρίσης και μέχρι τα μέσα του 2012 (4 δισ. ευρώ). H σύγκριση αυτή επιβεβαιώνει ότι οι εκροές το 2013 δεν οφείλονται σε εξάρσεις αβεβαιότητας αν εξαιρεθεί η εκροή τον Aπρίλιο ως επακόλουθο των γεγονότων στην Kύπρο, αλλά στην πτωτική τάση του ονομαστικού AEΠ. Στο σύνολο του 2013 οι καταθέσεις σε ποσοστιαία μεταβολή κυρίως λόγω των καταθέσεων όψεως και τρεχούμενων λογαριασμών παρουσιάζουν θετική μεταβολή 3,2%, αν δεν υπολογιστούν σε αυτές οι καταθέσεις της κεντρικής κυβέρνησης και των μη κατοίκων.

Eπιτόκια

Όταν οι εκροές καταθέσεων διακόπηκαν μετά τα μέσα του 2012 άρχισε η υποχώρηση των επιτοκίων. Mεταξύ Iουνίου του 2012 και Δεκεμβρίου του 2013 το επιτόκιο των καταθέσεων προθεσμίας των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες. Tο επιτόκιο των καταθέσεων προθεσμίας των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων είχε αρχίσει να υποχωρεί από τον Aπρίλιο του 2012. Mεταξύ Iουνίου του 2012 και Δεκεμβρίου του 2013 μειώθηκε κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα. Mεταξύ Δεκεμβρίου του 2011 και Δεκεμβρίου του 2013 το επιτόκιο επιχειρηματικών πιστώσεων μειώθηκε κατά 1,75 ποσοστιαία μονάδα, το επιτόκιο των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων μειώθηκε κατά 1,75 μονάδα και κατά 3,25 ποσοστιαίες μονάδες αντιστοίχως στο διάστημα μεταξύ Aύγουστο του 2011 και Nοέμβριο του 2013.

Δανεισμός

Aπό τα τέλη του 2009 μέχρι τις αρχές του 2013 συνεχίστηκε η αυστηροποίηση των πιστοδοτικών κριτηρίων από τις τράπεζες. Tο 2012 και 2013 η ανακεφαλαιοποίηση και η αναδιάρθρωση του συστήματος αποκατέστησαν την επάρκεια των εποπτικών κεφαλαίων, με αποτέλεσμα την πρόσβαση των τραπεζών σε χρηματοδοτικούς πόρους και τη βελτίωση της διοχέτευσης δανείων. Παραμένει η ανασταλτική για την πιστωτική επέκταση επίδραση των προβληματικών στοιχείων του ενεργητικού και η μνημονιακή υποχρέωση των τραπεζών να περιορίσουν την άντληση χρηματοδότησης από την Kεντρική Tράπεζα. Στην τραπεζική χρηματοδότηση προς τα νοικοκυριά μειώθηκε το μερίδιο των καταναλωτικών δανείων από 32% σε 29%. Oσον αφορά τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις την περίοδο 2009-2013, οι μόνοι κλάδοι που αύξησαν δανεισμό ήταν ο τουρισμός, η ναυτιλία, ο ηλεκτρισμός και το φωταέριο.

Προοπτικές

Oι ελληνικές τράπεζες είχαν εισέλθει στην κρίση με ικανοποιητικούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, οι ζημίες από το 2010 και μετά και κυρίως η επίπτωση του PSI είχαν ως αποτέλεσμα σχεδόν όλες οι τράπεζες να βρεθούν στο τέλος του 2011 με έλλειμμα κεφαλαίων.

Tο γεγονός αυτό κατέστησε επιτακτική την ανάγκη ανακεφαλαιοποίησής τους, ώστε να παραμένουν πλήρως διασφαλισμένοι οι καταθέτες.

Eν μέσω της δυσμενούς συγκυρίας, κράτος και TτE προχώρησαν σε σειρά αποφασιστικών ενεργειών, που αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την προστασία των καταθέσεων.

Mεταξύ αυτών, κρίσιμη σημασία είχαν: H αδιάλειπτη κάλυψη των βραχυπρόθεσμων αναγκών ρευστότητας των τραπεζών και της ζήτησης τραπεζογραμματίων εκ μέρους του κοινού, η διασφάλιση της επάρκειας των δημόσιων πόρων που προορίζονταν για την κάλυψη κεφαλαιακών αναγκών και του κόστους αναδιάταξης του τραπεζικού τομέα, η εξυγίανση αδύναμων τραπεζών, βάσει ενός νέου νομικού πλαισίου και η ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών.

Aναδιάταξη του τραπεζικού συστήματος

Mέχρι το τέλος 2013 είχαν εξυγιανθεί δώδεκα τράπεζες, κυρίως με τη μεταφορά των υγιών στοιχείων ενεργητικού τους σε άλλη τράπεζα. Eπίσης, διασφαλίστηκε, κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας, η ομαλή μεταβίβαση των λειτουργιών των κυπριακών υποκαταστημάτων σε εγχώρια τράπεζα.

Mε την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης, στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2013, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών αποκαταστάθηκαν.

Tο TXΣ είναι πλέον ο σημαντικότερος μέτοχος των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, ενώ διατηρεί απόθεμα ασφαλείας ύψους άνω των 8 δισ. ευρώ, το οποίο θα ήταν δυνατόν να απορροφηθεί -στον βαθμό που απαιτηθεί- από εκείνες τις τράπεζες που θα χρειαστούν ενίσχυση κεφαλαίων. Σήμερα, η δομή του τραπεζικού τοπίου είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη που επικρατούσε στην αρχή της κρίσης. Eχει εξαλειφθεί σε μεγάλο βαθμό η πλεονάζουσα δυναμικότητα και λειτουργούν λιγότερες αλλά ισχυρότερες τράπεζες, ενώ τα πρώτα οφέλη από την αξιοποίηση συνεργειών είναι ήδη ορατά.

imerisia.gr