Με το σταγονόμετρο, αλλά και με υψηλά επιτόκια που καθιστούν οριακή τη βιωσιμότητα των πράσινων επενδύσεων, εκταμιεύονται πλέον τα δάνεια των τραπεζών προς υποψήφιους επενδυτές φωτοβολταϊκών, με αποτέλεσμα να είναι βραδύς ο ρυθμός ανάπτυξης του κλάδου, παρά τις προσδοκίες που έχει δημιουργήσει.

Ο τεράστιος όγκος των αιτήσεων που είχαν υποβάλει μικροί και μεγάλοι υποψήφιοι επενδυτές φωτοβολταϊκών, κινούμενοι, κατά κύριο λόγο, από την ελκυστικότητα των τιμολογίων με τα οποία απορροφάται από το ΔΕΣΜΗΕ το παραγόμενο από Ανανεώσιμες Πηγές ρεύμα, παραμένει στο μεγαλύτερο μέρος του ανενεργός.

Ο ένας λόγος είναι οι καθυστερήσεις στην εξέταση των φακέλων από τη ΔΕΗ και η αδιαφάνεια που χαρακτηρίζει την προτεραιότητα και την κοστολόγηση των συνδέσεων με το δίκτυο, όπως καταγγέλλουν με παρεμβάσεις τους στη ΡΑΕ δεκάδες υποψήφιοι επενδυτές, αλλά και οι φορείς που εκπροσωπούν τις διάφορες πράσινες τεχνολογίες (αιολικά, φωτοβολταϊκά, υδροηλεκτρικά κ.λπ.).

Ο δεύτερος είναι η αδυναμία εξεύρεσης κεφαλαίων, ακόμα και αν ξεπεράσει κανείς τους γραφειοκρατικούς σκοπέλους. Όπως δηλώνουν, μιλώντας στον energypress, παράγοντες του κλάδου, «η Ελλάδα, μετά την ψήφιση, το καλοκαίρι, του τελευταίου νόμου για τις ΑΠΕ και τις υπουργικές αποφάσεις που ακολούθησαν, διαθέτει ένα από τα πλέον σύγχρονα και ελκυστικά θεσμικά πλαίσια για την ανάπτυξη των ΑΠΕ».

Το γεγονός μάλιστα ότι οι υψηλές τιμές απορρόφησης του πράσινου ρεύματος (ταρίφες) δεν αποτελούν κρατική επιδότηση αλλά είναι συνδεδεμένες με το μηχανισμό της Ημερήσιας Αγοράς ρεύματος και συνεπώς «αυτοχρηματοδοτούμενες», δημιουργεί επιπλέον ασφάλεια για τις μελλοντικές εξελίξεις.

Παρόλα αυτά, την κρισιμότερη στιγμή, όταν δηλαδή έχει φτάσει η ώρα το μεγάλο ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε με τις χιλιάδες αιτήσεις να μετατραπεί σε επενδυτικό κύμα, καταγράφεται μια πρωτοφανής έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, καθώς οι τράπεζες αποδεικνύονται πολύ φειδωλές σε χρηματοδοτήσεις.

«Η αλήθεια είναι ότι αν υπάρχει ένας τομέας στον οποίο να δίνονται δάνεια, αυτός είναι της πράσινης ενέργειας», υποστηρίζει παράγοντας του χώρου, «αλλά αυτά τα δάνεια είναι και πάλι πολύ λίγα». Σύμφωνα με πληροφορίες, οι τράπεζες έχουν περιορισμένα μπάτζετ και συνεπώς κάνουν πολύ αυστηρή επιλογή, δίνοντας κεφάλαια μόνον σε όσους έχουν αφ΄εαυτών σημαντικό μέρος του απαιτούμενου ποσού, έχουν μεγάλες εμπράγματες διασφαλίσεις και γενικά «υψηλή πιστοληπτική ικανότητα» με βάση τα τραπεζικά κριτήρια. Αλλά και σε αυτές τις περιπτώσεις τα επιτόκια που «δίνουν» τα πιστωτικά ιδρύματα είναι πολύ υψηλά, σε επίπεδα που ξεκινούν, σε ελάχιστες περιπτώσεις, από το 7% και... ανεβαίνουν στο 8, ακόμα και πάνω από το 9%.

Ωστόσο, με τέτοιου ύψους επιτόκια, ειδικά για τις περιπτώσεις που το δάνειο αφορά το μεγαλύτερο μέρος της επένδυσης, το όφελος για τους επενδυτές είναι μικρό και συνεπώς το κίνητρο... αδυνατίζει. Πολλώ δε μάλλον όταν οι «ταρίφες» αγοράς του ρεύματος βαίνουν μειούμενες ανά εξάμηνο (τον Αύγουστο έρχεται και νέα μείωση).

Χαρακτηριστικό της δυσπραγίας είναι το γεγονός ότι υπάρχουν 2.600 «αγροτικά» φωτοβολταϊκά που έχουν λάβει «όρους σύνδεσης» από τη ΔΕΗ και δεν έχουν προσέλθει να πληρώσουν για να προχωρήσουν στα επόμενα βήματα. Οι αγρότες, δε, θεωρούνται ως η κατηγορία των επενδυτών που δεν έχουν ίδια κεφάλαια και συνεπώς οι όροι δανειοδότησής τους είναι ακόμα πιο δύσκολη.

energypress.gr