Η διοίκηση επιχειρήσεων αποτελεί μία από τις πιο επιτυχημένες βιομηχανίες του περασμένου αιώνα. Το 1914 βρισκόταν στα σπάργανα. Η Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Χάρβαρντ είχε ιδρυθεί μόλις προ εξαετίας. Η βιβλιογραφία για τον συγκεκριμένο κλάδο σπουδών περιοριζόταν στις «Αρχές της Επιστημονικής Διοίκησης Επιχειρήσεων» του Φρέντερικ Τέιλορ και σε λίγα ακόμη εγχειρίδια. Σήμερα, αυτός ο κλάδος σπουδών είναι ένας «ομιλητικότατος ενήλικος». Το ένα τέταρτο των φοιτητών των αμερικανικών πανεπιστημίων που κάνουν μεταπτυχιακό σπουδάζουν Διοίκηση Επιχειρήσεων. Ορισμένες από τις πλέον κερδοφόρες εταιρείες παγκοσμίως εφαρμόζουν τις σύγχρονες αρχές των «Αρχών» του Τέιλορ. Μήπως όμως η επιστήμη αυτή είναι υπερτιμημένη; Κάποιοι επικριτές υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει αυτό που αποκαλούμε «καλή διοίκηση», υποστηρίζοντας ότι όλα έχουν να κάνουν με το πλαίσιο στο οποίο κινούμαστε, ή ότι είναι αδύνατον να υπολογίσουμε τη διαφορά που κάνει κάτι τόσο αμελητέο όσο είναι η διαχείριση μιας επιχείρησης. Εδώ και μία δεκαετία, μια ομάδα οικονομολόγων, περιλαμβανομένων των Νίκολας Μπλουμ του Stanford και Τζον βαν Ρίνεν του London School of Economics, προσπαθούν να αναδείξουν αυτόν τον διάλογο.

Επικεντρώνονται σε τρεις ευρέως αποδεικτές τεχνικές της διοίκησης επιχειρήσεων: το να θέτει κάποιος στόχους, να επιβραβεύει τις καλές επιδόσεις και να μετράει τα αποτελέσματα. Μελέτησαν τις επιδόσεις 10.000 εταιρειών σε 20 χώρες στην εφαρμογή αυτών των τεχνικών. Η ανάλυσή τους δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, όμως όλα δείχνουν ότι τα αποτελέσματα θα σημάνουν το Βατερλώ της εποχής της διοίκησης επιχειρήσεων. Οι οικονομολόγοι καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η καλή διοίκηση επιχειρήσεων συνδέεται πράγματι στενά με τη βελτίωση των αποδόσεων μιας εταιρείας, όπως αυτή υπολογίζεται βάσει της παραγωγικότητας, της κερδοφορίας, της ανάπτυξης και της επιβίωσής της. Ορισμένες επιτυχημένες πρακτικές διοίκησης μπορούν να εφαρμοσθούν σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις. Ορισμένες από αυτές ισχύουν σε κάθε περίπτωση, όπως το να επιβραβεύεται η αξιοσύνη. Αλλες είναι καινοτόμες, όπως η επικέντρωση στην ποιότητα, μια ιδέα του Ντ. Εντουαρτς Ντέμινγκ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε ορισμένα θέματα, ο κ. Μπλουμ και η παρέα του καταλήγουν σε κοινώς αποδεκτά συμπεράσματα. Οι καλύτερα διοικούμενες επιχειρήσεις είναι οι αμερικανικές και ακολουθούν οι γερμανικές και οι ιαπωνικές.

Στις τελευταίες θέσεις ανάμεσα στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου, όπως είναι η Πορτογαλία και η Ελλάδα, αλλά και στις αναδυόμενες αγορές, υπάρχουν πολλές εταιρείες θύματα κακοδιαχείρισης. Την καλύτερη βαθμολογία σε ό,τι αφορά τη διοίκησή τους λαμβάνουν οι πολυεθνικές, ενώ οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί που διοικούνται από τους ιδρυτές τους ή από τα… παιδιά τους έχουν τη χαμηλότερη. Οι ερευνητές αποδεικνύουν πλέον με στατιστικά στοιχεία αυτά που όλοι υποπτευόμαστε: εκτιμούν ότι το χάσμα της παραγωγικότητας ανάμεσα στις αμερικανικές και τις ευρωπαϊκές εταιρείες οφείλεται κατά 30% στη διοίκησή τους. Γιατί υπάρχει όμως περισσότερη καλή διοίκηση σε ορισμένες χώρες και εκτεταμένη κακοδιαχείριση σε άλλες; Η απάντηση είναι απλή: η ποιότητα της διοίκησης μιας επιχείρησης φαίνεται ότι συνδέεται άμεσα με την ανταγωνιστικότητα του περιβάλλοντος – της αγοράς στην οποία δραστηριοποιείται. Οι αμερικανικές και οι πολυεθνικές εταιρείες τυγχάνουν καλής διαχείρισης διότι αλλιώς δεν επιβιώνουν. Οσες δε διοικούνται σωστά επιβραβεύονται.


kathimerini.gr