Συμπαθέστατος ο γερμανός Πρόεδρος. Ο ίδιος, άλλωστε, έχει μια πορεία έντιμης ζωής. Είπε τα «καλά λόγια», που αναμένονταν. Δε γονάτισε, όμως, όπως ο Βίλλυ Μπράντ σε μνημείο θυμάτων. Είναι διαφορετικά, φυσικά, τα μεγέθη. Και διαφορετικές οι εποχές. Τότε η Γερμανία είχε ανάγκη την ηθική ανοχή των άλλων κρατών και λαών. Σήμερα δεν την έχει. Είναι ισχυρή. Και στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης πανίσχυρη.

Με τη Γερμανία έχουμε ανοικτούς λογαριασμούς. Σε πολλά επίπεδα. Και σε βάθος χρόνου. Έχει πάρει πάνω της την ευθύνη επιβολής μέτρων λιτότητας, που έχουν οδηγήσει την ελληνική κοινωνία σε απόγνωση. Δεν υπάρχει πιο αψευδής απόδειξη από το ενάμισι εκατομμύριο των ανέργων συμπολιτών μας. 

Το άλλο ζήτημα αφορά τις γερμανικές αποζημιώσεις από τις θηριωδίες των γερμανών Ναζί. Ο Πρόεδρος της Γερμανικής Δημοκρατίας παρέπεμψε στις θέσεις της Κυβέρνησής του. Και εκείνη το ξέκοψε. Ό, τι πήραμε, πήραμε! Εμείς απαντάμε, Θέλουμε, τουλάχιστον, την επιστροφή του κατοχικού δανείου. Από εδώ και μετά ξεχειλίζει ο δικός μας πολιτικός επαρχιωτισμός. Θέταμε πάντοτε τα σχετικά ζητήματα με υπερβολή. Χωρίς τεκμηρίωση. Και από την άλλη οι Γερμανοί αξίωναν ταπεινωτικές υποχωρήσεις. Όταν νιώθουν διαπραγματευτικά ισχυροί. 

Για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου το 1946 στο Παρίσι. Η Ελλάδα έθεσε αρχικά αξιώσεις ύψους 3,6 δις δολαρίων. Το σύνολο των αξιώσεων των κρατών ανήλθε στα 323 δις δολάρια. Δυστυχώς, οι ελληνικές αξιώσεις αναπροσαρμόστηκαν προς τα κάτω. Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε. Το ποσό ήταν κατώτερο από τις θυσίες που είχε προσφέρει στον αγώνα κατά του Ναζισμού. Τελικά υπέγραψε τη συμφωνία. Είχε ήδη εισέλθει στο φρενοκομείο του εμφυλίου πολέμου. 

Η επόμενη ευκαιρία. Η Διάσκεψη Ειρήνης στο Λονδίνο το 1953. Η Γερμανία επικαλέστηκε τη διαίρεση της χώρας σε Ανατολική και Δυτική. Και ανέστειλε την διαπραγμάτευση της συνθήκης ειρήνης με την Ελλάδα. Αλλά και με τις άλλες χώρες. Η Ελλάδα είχε, περίπου, εξέλθει από τα ερείπια και τα ποτάμια αίματος του εμφυλίου και αγωνιούσε να ανασυγκροτηθεί. 

Επόμενη ευκαιρία. Τα τέλη της δεκαετίας του 50’. Ο τότε Πρωθυπουργός μαζί με τον Γερμανό Καγκελάριο Κ. Αντενάουερ κατέληξαν σε μία διμερή συμφωνία για μια σειρά θεμάτων. Η τότε Δυτική Γερμανία διέθεσε 115 εκατομμύρια μάρκα για να αποζημιωθούν όσοι έλληνες υπέστησαν διώξεις και απώλειες κατά την κατοχή. Οι δικαιούχοι ανήλθαν σε 96.000. Και η αποζημίωσή τους κατά μέσο όρο σε 9.000 δρχ της εποχής εκείνης. Τότε η ετήσια αμοιβή ενός μισθωτού κυμαινόταν στις 18.000 δρχ. Ιστορικοί με διεθνές κύρος υπολογίζουν ότι το ποσό των αποζημιώσεων αυτών έπρεπε με βάση τα διεθνή δεδομένα να ανέλθει σε 130 φορές παραπάνω από την αποζημίωση που πράγματι δόθηκε. Χαμένη ευκαιρία και η απόπειρα αυτής της αποζημίωσης. 

Μια τελευταία ευκαιρία μας δόθηκε με την επανένωση της Γερμανίας. Οι όποιες προσπάθειες ανακίνησης του ζητήματος των γερμανικών αποζημιώσεων σκόνταψαν στην παράλληλη προσπάθεια της χώρας να ενταχθεί στη ζώνη του Ευρώ. Και μέσα στην πλήρη σύγχυση ματαιώθηκε τελικά και αυτό το εγχείρημα από θηριώδεις υπερβολές και ασχήμιες ιδιωτών. 

Τώρα το ξανασκεφτόμαστε. Κάποιοι προσδοκούν να εξοφλήσουμε το τερατώδες δημόσιο χρέος μας με τις γερμανικές αποζημιώσεις. Μέχρι σήμερα οι δικονομικές μας προσπάθειες δεν τελεσφόρησαν. Η πληγή παραμένει ανοικτή. Μια μόνο ρεαλιστική προοπτική έχουμε. Την τεκμηρίωση των αξιώσεών μας με βάση προηγούμενους διακανονισμούς που αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο. Η δικαστική διεκδίκηση πολύ λίγα θα προσφέρει. Και ίσα – ίσα κάθε τέτοια προσπάθεια θα προκαλέσει πολλών ειδών «αντίποινα». Άλλωστε η Γερμανία φοβάται πολύ. Τον πολλαπλασιασμό αξιώσεων και από άλλους λαούς. Και αντιδρά σκληρά σε οποιαδήποτε ανακίνηση του ζητήματος. 
Με πολύ απλά λόγια: Είναι ανοικτή η διπλωματική οδός. Με σοβαρότητα. Με υπευθυνότητα. Με τεκμηρίωση. Και προς Θεού. Όχι με υπερβολές. Ωσάν αυτές που κυκλοφορούν στα πολιτικά και δημοσιογραφικά «καφενεία». Και «πηγαδάκια», με καλοθελητές. 

Αντώνης Ν. Βγόντζας

Πρώτο Θέμα, Κυριακή 9.3.2014