Συναγερμός έχει σημάνει στις αρχές ύστερα από την επιβεβαίωση, από το Εθνικό Κτηνιατρικό Εργαστήριο Αναφοράς που εδρεύει στη Λάρισα, δύο θετικών κρούσματων Σπογγώδους Εγκεφαλοπάθειας των Βοοειδών (γνωστή ως νόσος τρελών αγελάδων) σε νεκρά βοοειδή, σε εκτροφή της Περιφερειακής Ενότητας Φθιώτιδας.

Οι αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες της Π.Ε., κατόπιν εντολών της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής του ΥπΑΑΤ, έλαβαν όλα τα απαραίτητα μέτρα που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις της Ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας.

Συγκεκριμένα, μεταξύ των μέτρων συμπεριλαμβάνονται:

• Άμεση και καθολική απαγόρευση εισόδου και εξόδου των ζώων και των προϊόντων τους από την προσβεβλημένη εκτροφή.

• Ενημέρωση του κτηνοτρόφου και των εμπλεκόμενων φορέων για υποχρεωτική τήρηση όλων των προβλεπόμενων μέτρων αντιμετώπισης της νόσου.

• Ενίσχυση και εντατικοποίηση σε όλα τα σφαγεία της χώρας των επισήμων ελέγχων στα σφάγια ενήλικων βοοειδών που υποχρεωτικώς εξετάζονται για ενδεχόμενη παρουσία της νόσου πριν δοθούν στην κατανάλωση.

• Γνωστοποίηση των κρουσμάτων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι έλεγχοι έγιναν στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος επιτήρησης, ελέγχου και εξάλειψης της Σπογγώδους Εγκεφαλοπάθειας των Βοοειδών (ΣΕΒ)

Ενημερωτικά για τη Σπογγώδη Εγκεφαλοπάθεια των Βοοειδών η αλλιώς "νόσος των τρελών αγελάδων"

Η Σπογγώδης Εγκεφαλοπάθεια των Βοοειδών (ΣΕΒ), νόσος των τρελών αγελάδων ή όπως τελευταία αποκαλείται νόσος των λυπημένων αγελάδων, είναι μια βραδείας εξέλιξης εκφυλιστική πάθηση του εγκεφάλου των ενήλικων βοοειδών (αλλά και άλλων ειδών ζώων και του ανθρώπου) η οποία διαπιστώθηκε για πρώτη φορά το 1986 στο Ηνωμένο Βασίλειο ( Μεγάλη Βρετανία).

Για τον παράγοντα που προκαλεί τη νόσο πολλά έχουν γραφτεί σε ό,τι αφορά την ταξινόμησή του. Πρόκειται τελικά για μια πρωτεΐνη, η οποία εντοπίζεται εκλεκτικά στο νευρικό σύστημα των ασθενών όπου πολλαπλασιάζεται και προκαλεί κενοτοπιώδεις αλλοιώσεις.

Η αρρώστια έχει βραδεία εξέλιξη και απολήγει πάντοτε στο θάνατο. Βραδεία επίσης είναι και η περίοδος επώασης της νόσου.

Ο νοσογόνος παράγοντας της ΣΕΒ σχετίζεται με το νοσογόνο παράγοντα της τρομώδους νόσου των προβάτων, από τον οποίο προήλθε, κατόπιν μετάλλαξής του και μεταδόθηκε στα βοοειδή με την πεπτική οδό.

Συγκεκριμένα, η βιομηχανία ζωοτροφών στη Μεγάλη Βρετανία παρασκεύασε ζωοτροφές για τα βοοειδή χρησιμοποιώντας οστεοκρεατάλευρα και από πτώματα προβάτων μολυσμένων από τρομώδη νόσο. Όμως, δεν έγινε αποστείρωση των πτωμάτων όπως έπρεπε (θέρμανση του υλικού στους 135 βαθμούς C, υπό πίεση 3 atm και επί 20΄ της ώρας τουλάχιστον, αλλά στους 90 βαθμούς C περίπου και χαμηλότερα). Με την τεχνική αυτή παράγονταν μεν σιτηρέσια πλούσια σε θρεπτικά υλικά και ασβέστιο, αφού με τις χαμηλές θερμοκρασίες δεν καταστρέφονταν τα λίπη, μεταλλάχτηκε όμως ο νοσογόνος παράγοντας της τρομώδους νόσου των προβάτων και προκάλεσε την σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών. Εξάλλου, τα βοοειδή επέζησαν και εξελίχτηκαν στο Ζωικό Βασίλειο ως ζώα φυτοφάγα, ενώ με την ανωτέρω τεχνική ο άνθρωπος προσπάθησε να τα μεταβάλλει σε σαρκοφάγα, εκμεταλλευόμενος, χάριν της υψηλής παραγωγικότητας, την υψηλή διαιτητική αξία των πτωμάτων των προβάτων, υλικών ζωικής προέλευσης, όμως, σε κάθε περίπτωση, ξένων προς τις διαιτητικές συνήθειες των βοοειδών.

Η μετάδοση λοιπόν της νόσου στα βοοειδή και τα άλλα είδη στη συνέχεια, αλλά και στον άνθρωπο, καταδεικνύει που ακριβώς οδηγεί η επέμβαση του ανθρώπου στη φύση, όταν γίνεται άκριτα και με μοναδικό γνώμονα την εξασφάλιση περισσότερου κέρδους και δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψη την αρμονία και την ιδιαιτερότητα των ειδών, η οποία επιτεύχθηκε μετά από αρμονική συνύπαρξη αυτών επί εκατοντάδες εκατομμυρίων ετών. Αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι η φύση εκδικείται.

Και η εκδίκηση της φύσης σήμερα λέγεται νέα μορφή της νόσου των Creutzfeldt - Jakob (new variant CJD, nvCJD), η οποία οφείλεται στο νοσογόνο παράγοντα της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών, που μόλυνε με τα τρόφιμα τον άνθρωπο.


Μέχρι σήμερα, στο κτηνοτροφικό κεφάλαιο της ΕΕ, η νόσος, εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, έχει εμφανιστεί στη Γαλλία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, και τελευταία στην Ισπανία και τη Γερμανία και από τις τρίτες χώρες στην Ελβετία.

Η σοβαρότητα και οι επιπτώσεις της νόσου τόσο στην κτηνοτροφική παραγωγή, όσο και κυρίως στη δημόσια υγεία, μαζί με το γεγονός ότι πρόκειται για νέα νόσο με εξαιρετικά μεγάλη περίοδο επώασης, η οποία στα ζώα κυμαίνεται μεταξύ 2,5 μέχρι 6 ετών, ενώ στον άνθρωπο φτάνει τα 15 χρόνια και πιθανώς τα 30, προξένησαν πανικό στο καταναλωτικό κοινό και μεγάλη καθίζηση στην αγορά του βοείου κρέατος.

Οι κυβερνήσεις των κρατών μελών της ΕΕ, στο έδαφος της οποίας αφ' ενός μεν εκδηλώθηκε η νόσος, εφ' ετέρου κυρίως μέχρι σήμερα εντοπίζεται, προχώρησαν στη λήψη μέτρων τα οποία σκοπούσαν :

Στην εξυγίανση του κτηνοτροφικού κεφαλαίου και την προστασία της δημόσιας υγείας και
Στην στήριξη της αγοράς του βοείου κρέατος.