Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) και η ιστορική διακήρυξη της Άλμα Άτα το 1978 προσεγγίζουν την Υγεία όχι ως ένα βιολογικό αλλά ως ένα κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα.

Χαρακτηρίζουν την υγεία όχι ως την απουσία ασθένειας ή αναπηρίας αλλά ως την κατάσταση πλήρους σωματικής και ψυχικής ευεξίας και δυνατότητας των ανθρώπων να ζουν εναρμονισμένα στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον. Οι βασικοί κοινωνικοί προσδιοριστές της υγείας είναι η εργασία, το εισόδημα, το εργασιακό stress και το άγχος της καθημερινότητας, η επαρκής και ποιοτική διατροφή, οι συνθήκες διαβίωσης, στέγασης, θέρμανσης, πρόσβασης σε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό, η ασφαλής μετακίνηση, η σχέση με εξαρτησιογόνες ουσίες, η ένταξη σε δίκτυα κοινωνικής υποστήριξης, οι κοινωνικές συναναστροφές κλπ.

Η ολιστική αυτή θεώρηση της Υγείας αιτιολογεί πλήρως την κριτική για τον «ανθυγιεινό» χαρακτήρα του κυβερνητικού προγράμματος δημοσιονομικής πειθαρχίας, αφού όλοι οι κοινωνικοί προσδιοριστές της Υγείας έχουν επιδεινωθεί δραματικά στη χώρα μας τα 4 τελευταία χρόνια. Την ίδια ώρα, η μεγάλη αύξηση του ανασφάλιστου πληθυσμού, σε συνδυασμό με την κατάρρευση του Δημόσιου Συστήματος Υγείας, έχουν δημιουργήσει μια εκτεταμένη ζώνη «υγειονομικής φτώχειας» που απειλεί όχι μόνο τους υγειονομικούς δείκτες αλλά και την κοινωνική συνοχή και τη Δημοκρατία στη χώρα.

Με άλλα λόγια το Μνημόνιο και η νεοφιλελεύθερη συνταγή της λιτότητας και των περικοπών, ενώ αυξάνουν τη νοσηρότητα και την ανάγκη υγειονομικής φροντίδας, ταυτόχρονα διαλύουν το ΕΣΥ και τη δημόσια περίθαλψη, αφήνοντας τους φτωχούς και αδύναμους παντελώς ανοχύρωτους απέναντι στην αρρώστεια. 

Η μόνη απάντηση απέναντι σ’ αυτή την κοινωνική βαρβαρότητα, είναι ένα ευρύτατο μέτωπο υπεράσπισης της Υγείας ως καθολικού και εγγυημένου κοινωνικού δικαιώματος, ανεξάρτητα από την εργασία, την ασφάλιση, το εισόδημα ή τη νομιμότητα παραμονής στη χώρα. Σ’ αυτό το κοινωνικό κίνημα έχουν θέση οι γιατροί και οι εργαζόμενοι στο Σύστημα Υγείας, οι πρωτοβουλίες κοινωνικής αλληλεγγύης, τα συνδικάτα, οι κοινωνικοί φορείς, οι Σύλλογοι των ασθενών και των ΑμεΑ και φυσικά η Τοπική Αυτοδιοίκηση που οφείλει να έχει ενεργό ρόλο.

Δεν μπορεί τα προβλήματα των δημόσιων υπηρεσιών Υγείας να είναι «εκτός ύλης» για την πολιτική των Δήμων και των Περιφερειών. Δεν γίνεται η λειτουργία των Νοσοκομείων, των Κέντρων Υγείας, των Υγειονομικών Μονάδων του ΕΟΠΥΥ, των παραρτημάτων του ΕΚΑΒ, των υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και των δομών πρόληψης και αντιμετώπισης των εξαρτήσεων να μην απασχολούν τα αιρετά όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Προφανώς η Τ.Α. δεν έχει λόγο στην οργάνωση, χρηματοδότηση και στελέχωση του ΕΣΥ. Οφείλει όμως να διεκδικήσει ένα κρίσιμο ρόλο:

1. ανάδειξης των ιδιαίτερων υγειονομικών αναγκών κάθε περιοχής
2. αντίστασης στην προωθούμενη κατάργηση δομών ( στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας για παράδειγμα θα ακολουθήσει σύντομα η νέα χωροθέτηση των πρώην μονάδων του ΕΟΠΥΥ αλλά και των Κέντρων Υγείας, η οποία θα θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία όσων διαχρονικά ήταν υποστελεχωμένες και απαξιωμένες όπως του Ρεθύμνου)
3. στήριξη με κάθε τρόπο των αυτοοργανωμένων πρωτοβουλιών κοινωνικής αλληλεγγύης
4. ελέγχου της κοινωνικής ανταποδοτικότητας των Μονάδων Υγείας με συμμετοχή στη Διοίκηση τους
5. συμβολής στο δημοκρατικό προγραμματισμό των δημόσιων υπηρεσιών υγείας
6. διεκδίκησης εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων για την ενίσχυση των υγειονομικών και κοινωνικών υπηρεσιών σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Η αναβάθμιση της Δημόσιας Υγείας στη χώρα επιβάλλει την εμπλοκή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, γιατί η εγγύτητα της με τους πολίτες και τις ανάγκες τους είναι αδιαμφισβήτητη. Αλλά και γιατί η Τ.Α. μπορεί να αντιληφθεί καλύτερα ότι οι καλής ποιότητας δημόσιες υπηρεσίες υγείας, εκτός από κοινωνική επένδυση, αποτελούν και σημαντική αναπτυξιακή συνιστώσα και μπορούν να συμβάλλουν καταλυτικά στην αναβάθμιση του τοπικού τουριστικού «προϊόντος».

Ο σχεδιασμός των Υπηρεσιών Υγείας ή θα είναι δημοκρατικός, με αποκέντρωση, διαβούλευση και κοινωνική συμμετοχή, ή θα είναι «αγοραίος» και άρα υγειονομικά καταστροφικός, υπηρετώντας ένα προαποφασισμένο και ανελαστικό δημοσιονομικό πλαίσιο που οδηγεί σε συρρίκνωση παροχών, σε ιδιωτικοποιήσεις, σε ανισότητες και σε ακάλυπτες ανάγκες. 

Με άλλα λόγια, στην Πολιτική Υγείας οφείλουμε να πάμε αντίστροφα. Από την επιδημιολογία και την υγειονομική ανάγκη στην Πολιτική Οικονομία της Υγείας. Σε αντίθεση με τη σημερινή κυριαρχία της Οικονομίας επί της Πολιτικής και επί της Υγείας.

Αυτός είναι ο «μονόδρομος» που πρέπει να αμφισβητήσουμε και να υπερβούμε. Οι προσεχείς δημοτικές και περιφερειακές εκλογές είναι μια καλή ευκαιρία επανατοποθέτησης της Δημόσιας Υγείας και της Κοινωνικής Φροντίδας στο επίκεντρο της αυτοδιοικητικής ατζέντας.

Ανδρέας Ξανθός
Βουλευτής Ρεθύμνου και συντονιστής της ΕΕΚΕ Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ