Ποιος θα μπορούσε να διανοηθεί πριν μερικούς μήνες ακόμα ότι θα μπορούσε να γίνει κάποια αναφορά στην ελληνική ΑΟΖ στο Δουβλίνο και μάλιστα σε ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Ξέρουμε ήδη την απάντηση διότι είναι απλή: σχεδόν κανένας γιατί για να γίνει αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη αντιληφθεί ότι πρόκειται για υψηλή στρατηγική για την Ελλάδα κι ότι με αυτήν την τελεολογία έχει επιπτώσεις και στην Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω του θέματος της ενεργειακής ασφάλειας.

Και όντως με τα προβλήματα που συνεχίζονται στην ενδιάμεση ζώνη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ρωσίας, βλέπουμε την αναπτυσσόμενη σημασία της έννοιας της προώθησης των αυτοχθόνων πηγών ενέργειας.

Διότι ακόμα και οι συμβατικοί αγωγοί φυσικού αερίου που λειτουργούν και θα λειτουργήσουν ως εναλλακτικές λύσεις δεν θα επαρκούν για να εξασφαλίσουν την ενεργειακή ασφάλεια και ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είναι λοιπόν απαραίτητο να γίνουν νέες έρευνες, γεωτρήσεις και αξιοποιήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σε αυτό το πεδίο δράσης, η ελληνική ΑΟΖ παίζει, θέλουμε δεν θέλουμε, έναν κυρίαρχο ρόλο μεταξύ της ΑΟΖ της Ιταλίας και της Κύπρου, όχι μόνο ως ενεργειακό πέρασμα, αλλά και ως παραγωγικός κόμβος λόγω των στρατηγικών κοιτασμάτων που υπάρχουν στο Ιόνιο και Νότια της Κρήτης.

Έτσι το θέμα της ελληνικής ΑΟΖ αναδεικνύεται και από τους εξωτερικούς παράγοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που απαιτούν μία αποτελεσματική ανταπόκριση και μία σοβαρή ανάδραση σε πρακτικό επίπεδο.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η ένταξη του θέματος σε γεωπολιτικό επίπεδο δίνει δυνατότητες έκφρασης και μάλιστα με καινοτόμο τρόπο εκ μέρους της πατρίδας μας στο σύνολο των 28 κρατών - μελών.

Έτσι ενώ η ελληνική ΑΟΖ παρουσιαζόταν πριν μερικά χρόνια ως μία ουτοπία γιατί δεν μπορούσαν να την ονομάζουν αδιανόητη, αφού μερικοί σπάνιοι άνθρωποι μιλούσαν ήδη γι' αυτή εδώ και δεκαετίες δίχως να τους πιστεύει κανείς, τώρα είναι κυρίαρχο θέμα που μπορούμε να παρουσιάσουμε όχι μόνο ως προοπτική αλλά ως στρατηγικό σχεδιασμό που επιτρέπει όχι μόνο την ανάπτυξη όπως λένε οι πολλοί αλλά και την ανάκαμψη όπως λένε οι στρατηγιστές.