Μείζον θέμα για την εγχώρια κεφαλαιαγορά παραμένει το ζήτημα της διπλής φορολόγησης των Ελλήνων ιδιωτών επενδυτών που πραγματοποιούν αγοραπωλησίες σε χρηματοπιστωτικά μέσα, δηλαδή σε μετοχές, ομόλογα, παράγωγα.

Με βάση τα πρόσφατα φορολογικά μέτρα (αφορούν τους Έλληνες ιδιώτες επενδυτές) που επιβλήθηκαν από 1/1/14 στις συναλλαγές σε μετοχές, ομόλογα και παράγωγα, το ισχύον καθεστώς προβλέπει την επιβολή αυτοτελούς φόρου υπεραξίας με συντελεστή 15% για τα κέρδη που προκύπτουν από συναλλαγές σε χρηματοοικονομικά προϊόντα (τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά ή που εκδίδονται από εισηγμένες εταιρείες, καθώς και για τα κρατικά ομόλογα) αλλά και στη διατήρηση του φόρου 0,2% για κάθε πράξη πώλησης από 1/1/2014.

Οι φορείς της κεφαλαιαγοράς εδώ και μήνες είχαν ζητήσει να μην ισχύσει τελικώς το πλαίσιο που εφαρμόστηκε, καταθέτοντας προτάσεις οι οποίες και βρίσκονται εκ νέου σε διαδικασία διαβούλευσης. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο σενάρια που έχουν προταθεί και εξετάζονται από το ΥΠΟΙΚ:

  •  Να καταργηθεί ο φόρος υπεραξίας με παράλληλη αύξηση του φόρου επί των πωλήσεων, πιθανότατα στο 0,3% από 0,2% που ισχύει σήμερα και ειδική φορολόγηση των ενδοημερήσιων συναλλαγών (intraday transactions) με συντελεστή 0,03% επί της αξίας τους (για ίση αξία αγορών-πωλήσεων, ενώ ο συντελεστής φόρου πώλησης θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται στο καθαρό υπόλοιπο της αξίας συναλλαγών πώλησης, στην ίδια μετοχή).
  • Να διατηρηθεί η διπλή επιβάρυνση (και φόρος υπεραξίας 15% και φόρος επί των πωλήσεων) αλλά να θεσπιστεί αφορολόγητο όριο κάτω από το οποίο δεν θα επιβάλλεται φόρος επί των κερδών από αγοραπωλησίες σε χρηματοπιστωτικά μέσα, δηλαδή σε μετοχές, ομόλογα, παράγωγα.
Υπενθυμίζεται πως η πρόταση των φορέων της κεφαλαιαγοράς αφορούσε τη θέσπιση ορίου 25.000 ευρώ, ποσό πάνω από το οποίο θα επιβάλλονταν στους επενδυτές ο φόρος 15% επί των κερδών τους από αγοραπωλησίες σε χρηματοπιστωτικά μέσα, προκειμένου να εξομαλυνθούν, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, οι επιπτώσεις από την επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου. Το ΥΠΟΙΚ είχε αντιπροτείνει τη θέσπιση χαμηλότερου ορίου, χωρίς όμως τελικώς να θεσπιστεί κάτι τέτοιο στην τελική μορφή των διατάξεων που ψηφίστηκαν.

Οι τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν πως το ΥΠΟΙΚ δεν εμφανίζεται θετικά προσκείμενο στην ιδέα ενός αφορολόγητου ορίου και κλίνει προς το πρώτο σενάριο. Ωστόσο, καθίσταται σαφές πως δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση και στο τραπέζι παραμένει η πιθανότητα να μην αλλάξει τελικώς τίποτα από το υφιστάμενο καθεστώς φορολόγησης των ιδιωτών επενδυτών για συναλλαγές στο Χρηματιστήριο.

Να σημειωθεί πως σε σχετική της μελέτη, η Ernst & Young είχε επισημάνει πως κατά κανόνα, στις ευρωπαϊκές αγορές δεν εφαρμόζεται παράλληλα ο φόρος κεφαλαιακών κερδών και ο φόρος συναλλαγών. Ακόμα και στις χώρες όπου ενδεχομένως να προβλέπεται παράλληλη εφαρμογή, συνήθως προβλέπονται ευρείες απαλλαγές ή φορολόγηση υπό προϋποθέσεις. Η διεθνής εταιρεία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών είχε προκρίνει την ομοιόμορφη επιβολή και εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Φόρου Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών (Financial Transaction Tax – FTT).

Πρόκειται για μια πρόταση που σχετίζεται με την επιβολή ενός πανευρωπαϊκού φόρου για όλες τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όλες οι χρηματοπιστωτικές αγορές και όλα τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, για τον οποίο όμως η Μ. Βρετανία έχει προσφύγει νομικά. Αν και χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία εξέφρασαν πρόσφατα την πρόθεσή τους να καταλήξουν σε συμφωνία επί του φόρου χρηματοπιστωτικών συναλλαγών πριν από τις ευρωεκλογές, εντούτοις το θέμα παραμένει μετέωρο καθώς έχει προκαλέσει τριβές στους κόλπους της Ε.Ε., με τη Σουηδία και τη Μ. Βρετανία να αντιτίθενται.

Οι διαφωνίες που εκφράζονται αφορούν κυρίως στο ερώτημα σε ποιες ακριβώς συναλλαγές θα επιβάλλεται ο νέος φόρος, ενώ θα πρέπει να διευκρινιστεί εάν ο φόρος θα καταβάλλεται στην έδρα του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή στον τόπο όπου λαμβάνει χώρα η συναλλαγή. Υπέρ της επιβολής ενός ενιαίου φόρου έχουν ταχθεί 11 κράτη-μέλη, οι Γερμανία, Γαλλία, Αυστρία, Βέλγιο, Ελλάδα, Εσθονία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Σλοβακία και Σλοβενία. Η Κομισιόν έχει εκτιμήσει ότι ένας φόρος επί των χρηματοοικονομικών συναλλαγών θα αποφέρει 34 δισ. ευρώ ετησίως στα ταμεία των 11 ευρωπαϊκών κρατών που έχουν συναινέσει.

capital.gr